κανείς δεν μπορεί να βάλει φρένο στην ιστορία

 

Γράμμα από τη διασπορά:
Έλληνες μετανάστες στις Η.Π.Α. – ξένοι μετανάστες στην Ελλάδα

 

Zeese Papanikolas

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Στέφανος Θεοδωρίδης

 

Όταν βρίσκομαι στην Αθήνα, επισκέπτομαι πάντα το [Εθνικό] Ιστορικό Μουσείο, κοντά στην πλατεία Συντάγματος. Έστω για μία ώρα, περιφέρομαι στις αίθουσές του και χαζεύω τις γυάλινες προθήκες με τις ασημένιες πιστόλες, τις παλάσκες με το μπαρούτι και τα φονικά γιαταγάνια, ενώ οι ήρωες του ’21 με αγριοκοιτάζουν από ψηλά. Τα φέσια τους, τα μακριά μουστάκια τους, τα μαλλιά μέχρι τον ώμο, όλα αυτά τους κάνουν να δείχνουν απόκοσμοι. Κι όμως, ένας από αυτούς είναι μακρινός πρόγονός μου. Κοιτάζω ψηλά το πρόσωπο του Θεόδωρου Γρίβα που δεν μοιάζει σε τίποτα με το δικό μου κι αμέσως μετά τρέχω να δω το σπαθί και την πολυποίκιλτη κάπα του που βρίσκεται πίσω από την προθήκη σε έναν από τους διαδρόμους της έκθεσης. Μετά από τόσα χρόνια που έρχομαι εδώ, ξέρω ακριβώς πού θα τα βρω. Ο Θεόδωρος Γρίβας είναι ο μόνος, αν και χαλαρός, σύνδεσμος μεταξύ της οικογένειάς μου και του ηρωικού εκείνου παρελθόντος: το γενεαλογικό μας δέντρο, κι από τις δυο μεριές της οικογένειας, φτάνει μόνο μέχρι τους προπαππούδες μου (ένας εκ των οποίων παντρεύτηκε κάποια από την οικογένεια των Γριβαίων) κι έπειτα χάνεται στα φτωχά χωριά της Αρκαδίας, της Ναυπακτίας και της Μακεδονίας. Αν εξαιρέσει κανείς αυτό το λεπτό νήμα που μας συνδέει με την οικογένεια Γρίβα, είμαστε ένα τίποτα. Στη σημερινή περίοδο των οργισμένων αντιδράσεων κατά των μεταναστών που κατακλύζουν την Ελλάδα, μια τέτοια επίσκεψη στο Ιστορικό Μουσείο, με τις μπαρουτοκαπνισμένες σημαίες και τους ήρωες, ίσως κάνει τον επισκέπτη να αναρωτηθεί τι θα πει Έλληνας τελικά. Γιατί το σημαντικότερο από τα ελάχιστα που γνωρίζω για την οικογένεια των Γριβαίων –όλοι τους μαχητές, μισθοφόροι και πειρατές– νομίζω ότι είναι η αλβανική καταγωγή τους.

 

Ξένη καταγωγή, ελληνικό παρόν 

Ίσως επειδή δεν έρχομαι ιδιαίτερα συχνά στην Αθήνα, σκηνές όπως η ακόλουθη μου προκάλεσαν καταρχήν έκπληξη: έχω σταθεί σε ένα περίπτερο κοντά στο Πανεπιστήμιο για να αγοράσω μια τηλεκάρτα. Η υπάλληλος του περιπτέρου ψάχνει κάτω από τον πάγκο και με ρωτάει πόσο χρόνο ομιλίας θέλω. Όταν σηκώνεται, βλέπω ότι πρόκειται για μια νεαρή Γιαπωνέζα, η οποία όμως μιλά ελληνικά και μάλιστα πολύ καλύτερα από μένα, με τη φτωχή και διστακτική προφορά μου. Στην Ερμού, νεαροί Αφρικανοί πουλάνε επώνυμες τσάντες σε προσφορά. Σε όλα τα προηγούμενα ταξίδια μου στην Ελλάδα δεν είχα δει ούτε έναν μαύρο, εκτός από έναν Αμερικανό ιπτάμενο φροντιστή κάποιο βράδυ στην Πλάκα στις αρχές του ’60. Στην Υπερείδου, κοντά στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, βλέπω κι άλλους τέτοιους Αφρικανούς, αυτή τη φορά να πουλάνε παιχνίδια. Ένα άλλο βράδυ, φεύγοντας από ένα εστιατόριο στα Εξάρχεια, η Ελληνίδα της παρέας μάς διαβεβαιώνει ότι η πανέμορφη μαύρη που είναι απασχολημένη στο κινητό της, μιλάει σε άπταιστη αθηναϊκή αργκό. Κανένας από τους Αλβανούς, Σλάβους, Ιρανούς και Αφγανούς που συνωστίζονται γύρω μου στο μετρό και το τρόλεϊ δεν θα μου έδινε αμέσως την εντύπωση ότι είναι Έλληνας. Η Ελλάδα, αφετηρία μαζικής μετανάστευσης πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο –και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε ολόκληρες πόλεις στην κυριολεξία έχασαν τους άντρες και τα παιδιά τους–, σήμερα είναι προορισμός μεταναστών.

Φυσικά, οι περισσότεροι από αυτούς τους μετανάστες δεν ήρθαν να εγκατασταθούν σε μια χώρα που αντιμετωπίζει τις μεγαλύτερες ίσως δυσκολίες από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Στην πραγματικότητα –και κατά κύριο λόγο– είναι παγιδευμένοι, εγκλωβισμένοι στην απελπισμένη τους προσπάθεια να φτάσουν στις πλούσιες χώρες της Ευρώπης, χώρες που μπορεί να τους χρησιμοποιήσουν σαν εργατικά χέρια και όπου μπορεί να εγκατασταθούν προσωρινά ή ακόμα και μόνιμα. Έχω διαβάσει μερικά πράγματα για τις συνθήκες ζωής τους στην Ελλάδα. Φτάνουν έχοντας ήδη υποστεί στερήσεις και κακοποίηση καταρχήν από τις χώρες από τις οποίες έχουν αποδράσει –χώρες ρημαγμένες από τον πόλεμο και τη βία του φανατισμού– αλλά και από τη φτώχεια που έχει αυξηθεί σήμερα εξαιτίας της ξηρασίας και της παγκοσμιοποίησης. Επιπλέον έχουν κακοποιηθεί από τους σωματέμπορους που τους κρύβουν, τους κλέβουν κι έπειτα τους εγκαταλείπουν. Δεν ήρθαν λοιπόν στην Ελλάδα για να απολαύσουν τους πορτοκαλεώνες και τον ήλιο και να καθίσουν σε κάποια παραθαλάσσια ταβέρνα. Ήρθαν επειδή δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.

Έτσι, όταν διάβασα ότι η Χρυσή Αυγή άνοιξε γραφεία στη Νέα Υόρκη, όπου τόσοι μετανάστες, συμπεριλαμβανομένων και των παππούδων μου, πρωτοπάτησαν το πόδι τους στην Αμερική, έγινα έξαλλος. Δεν θέλω να συγκρίνω τους τωρινούς μετανάστες στην Ελλάδα με εκείνη την πρώτη γενιά των Ελλήνων μεταναστών που πήγαν στις Η.Π.Α. πριν τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και λίγο μετά, γιατί υπάρχουν πολλές διαφορές, και οι καταστάσεις που οδήγησαν Ιρακινούς, Ιρανούς και Αφγανούς να αποδράσουν από την πατρίδα τους είναι πολύ πιο δύσκολες από εκείνες που παρακίνησαν τους Έλληνες να μεταναστεύσουν για πρώτη φορά στις Η.Π.Α. Ωστόσο υπάρχουν κάποιες ομοιότητες: η τραγική φτώχεια, ο φόβος της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, η οικογενειακή περηφάνια που επιβάλλει να παίρνουν τα κορίτσια προίκα, η στήριξη των γονιών για να μην καταντήσουν επαίτες, η προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντος. Οι συνθήκες στις οποίες ζουν οι σημερινοί μετανάστες στην Ελλάδα είναι αντίστοιχες με εκείνες των παππούδων μου στην Αμερική. Στις πόλεις των ορυχείων που δούλευαν, έμεναν σε στάβλους, σε παράγκες και σε σκηνές δίχως θέρμανση κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών. Δεν ζούσαν σε φυλακές ούτε σε στρατόπεδα με αγκαθωτά συρματοπλέγματα αλλά, όπως οι μετανάστες στη σημερινή Ελλάδα, έζησαν με απίστευτες στερήσεις και κινδύνους κάνοντας όνειρα ότι μια μέρα θα γυρίσουν στο σπίτι τους με αρκετά χρήματα κι αξιοπρέπεια.

 

σελ. 1 (από: 2) ΧΡΟΝΟΣ 02 (06.2013) ENGLISH VERSION |     επόμ. σελίδα >