Για την ιστορία, τόσο οι ομαδικοί βιασμοί όσο και οι μαζικοί βιασμοί, ακρωτηριασμοί και δολοφονίες γυναικών και μικρών κοριτσιών από τα σώματα ασφαλείας και τον στρατό όπως και από άτομα ανώτερων καστών έχουν υπάρξει συνηθισμένη πρακτική στο πρόσφατο παρελθόν. Οι μαζικοί βιασμοί και οι συνακόλουθες δολοφονίες ειδικότερα, συνήθως σε δημόσιο χώρο, χρησιμοποιούνται ως εργαλείο καταστολής εναντίον μειονοτικών εθνοτικών, θρησκευτικών και ιδεολογικών ομάδων. Το πογκρόμ από τον στρατό εναντίον των μουσουλμάνων στο Γκουτζαράτ και στο Κασμίρ μεταξύ 2002 και 2009, όπου εκατοντάδες γυναίκες και κορίτσια βιάσθηκαν και δολοφονήθηκαν, οι βιασμοί και οι δολοφονίες μιας γυναίκας και 31 παιδιών (στη συντριπτική πλειονότητά τους κοριτσιών) 5-14 ετών, κατοίκων παραγκουπόλεως στη Νοΐντα το 2006, οι ομαδικοί βιασμοί ντάλιτ (dalit) μαθητριών σε χωριό της Χαρυάνα το 2012, οι ομαδικοί βιασμοί αντιβάσι (adivasi) και μαοϊστριών γυναικών το 2004 και το 2011 στο Μανιπούρ και στο Τσάττισγκαρ από την αστυνομία είναι κάποια από τα περιστατικά που κατάφεραν να έρθουν στη δημοσιότητα – χωρίς αυτή απαραίτητα να συνεπάγεται και την τιμωρία των δραστών. Σημειώνεται ότι συχνά η αστυνομία δεν επιτρέπει την κατάθεση καταγγελίας στα θύματα βιασμού από κατώτερες κάστες, κυρίως σε περιπτώσεις μεμονωμένων θυμάτων, ή εφόσον τους επιτραπεί, κακοποιούνται ξανά μέσα στα αστυνομικά τμήματα ώστε να εξαναγκαστούν να την αποσύρουν.

 

Κοινωνική ανισότητα και σεξουαλική τρομοκρατία

Το ζήτημα του βιασμού στην Ινδία –το οποίο σταδιακά παίρνει διαστάσεις μάστιγας (24% αύξηση το 2012 σε σύγκριση με το 2011) και που δεν εξηγείται επαρκώς απλώς και μόνο από το γεγονός ότι περισσότερες γυναίκες τώρα τολμούν να προβούν σε καταγγελία σε σχέση με παλιότερα ή από το ότι υπάρχει έλλειψη γυναικών λόγω των εκτρώσεων στην περίπτωση θηλυκών εμβρύων– σχετίζεται άμεσα με όλα τα προβλήματα που θίξαμε παραπάνω, όπως και με το γεγονός ότι το νομικό πλαίσιο που αφορά το συγκεκριμένο έγκλημα είναι εγκληματικά ελλιπές: σύμφωνα με την ινδική νομοθεσία, ο βιασμός ορίζεται μόνο ως «η διείσδυση του πέους στον κόλπο», αφήνοντας έξω τη σεξουαλική κακοποίηση δι’ άλλης οδού και δι’ άλλων μέσων. Επιπλέον, άλλου είδους σεξουαλική βία, όπως η ψηλάφηση (molestation), το δημόσιο ξεγύμνωμα, η παρακολούθηση λόγω σεξουαλικής εμμονής (stalking) ή η σεξουαλική παρενόχληση στον εργασιακό χώρο δεν θεωρούνται αξιόποινα αδικήματα. Επίσης, η ατιμωρησία των ενόχων είναι παντελής και νομοθετικά κατοχυρωμένη στις περιπτώσεις των ενόπλων και των σωμάτων ασφαλείας βάσει της Armed Forces Special Powers Act (AFSPA), ενός νόμου που παρέχει δικαστική ασυλία στα συγκεκριμένα σώματα – κάτι ανάλογο με το «ιδιώνυμο» στην Ελλάδα πριν από κάποιες δεκαετίες.

Η περίπτωση της 23χρονης φοιτήτριας είναι ωστόσο διαφορετική για αρκετούς λόγους από τις παραπάνω περιπτώσεις.

Σε μια κοινωνία όπου οι εγχώριες ταινίες του Μπόλλυγουντ λογοκρίνονται ακόμη και για το ερωτικό φιλί, το οποίο σημειωτέον απαγορεύεται σε δημόσιο χώρο ακόμη και μεταξύ συζύγων, όπου οι γάμοι στη συντριπτική πλειονότητά τους προαποφασίζονται από τις οικογένειες, και όχι από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους, βάσει οικονομικών, θρησκευτικών και φυλετικών κριτηρίων, συχνά ενόσω οι υποψήφιοι σύζυγοι είναι ακόμη παιδιά, όπου το να γεννηθείς γυναίκα, κυρίως από τα μεσοαστικά στρώματα και κάτω, θεωρείται ατύχημα (εφόσον βέβαια σου επιτρέψουν να γεννηθείς), σε αυτή την κοινωνία λοιπόν το να κυκλοφορεί το βράδυ έξω μια νεαρή γυναίκα συνοδευόμενη από άνδρα ο οποίος εμφανώς δεν είναι ο άνδρας της, αυτομάτως της προσδίδει την ετικέτα της «εύκολης» – στη συγκεκριμένη περίπτωση στα μάτια μιας ομάδας μεθυσμένων ανδρών που έχουν καβαλήσει λαθραία ένα σχολικό λεωφορείο για να κάνουν πλάκα (joyride). Χρίζοντας λοιπόν αυτεπάγγελτα εαυτούς τιμητές της γυναικείας ηθικής, ανέλαβαν να «τιμωρήσουν» την παραβάτιδα, η οποία τόλμησε να αψηφήσει τα τρέχοντα ήθη, στοχεύοντας και τιμωρώντας το κατεξοχήν όργανο της ηθικής της παρέκκλισης. Κι αυτό γιατί τα θύματα του βιασμού στην Ινδία (όπως και σε πλείστες άλλες κοινωνίες στις οποίες οι γυναίκες έχουν υποδεέστερη θέση) εξοστρακίζονται πλήρως, καθώς θεωρούνται μίασμα τόσο για την οικογένεια όσο και για την κοινωνία, και πάρα πολύ συχνά είτε αυτοκτονούν είτε δολοφονούνται από τα άρρενα μέλη των οικογενειών τους.

Εδώ βέβαια υπεισέρχονται και οι παράγοντες κοινωνικής ανισότητας και όχι μόνο αυτής του φύλου. Το νεαρό ζευγάρι πριν δεχτεί την πρόσκληση του οδηγού να επιβιβαστεί στο λεωφορείο, είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς να βρει ρίκσο (και όχι κανονικό ταξί), άρα πιθανόν να θεωρήθηκαν από τους υποψήφιους βιαστές του λεωφορείου ότι ανήκαν σε παρόμοιες ή και χαμηλότερες από αυτών των ιδίων τάξεις και κάστες, οπότε και η «τιμωρία» τους ενέπιπτε, κατά την άποψή τους, στο πεδίο δράσης και στις «αρμοδιότητές» τους ως συντηρητών των ηθών και των προκαταλήψεων του δικού τους κοινωνικού περίγυρου. Ας μην ξεχνάμε ότι τα θύματα βιασμών στην Ινδία προέρχονται συνήθως από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα: οι γυναίκες των ανώτερων τάξεων αφενός δεν εκτίθενται σε κινδύνους (ακόμη κι αν εργάζονται, μετακινούνται με το δικό τους αυτοκίνητο, συνήθως με μισθωμένο οδηγό) και αφετέρου εμπνέουν δουλοπρεπή σεβασμό στους άνδρες των κατώτερων τάξεων – ελέω ινδουισμού που μοιρολατρικά συντηρεί το σύστημα της κάστας ώς σήμερα. Γυναίκα από κατώτερες κάστες (κυρίως ντάλιτ – Ανέγγιχτοι (untouchables), και από την αμέσως ανώτερή της, τους αντιβάσι – νομάδες) είναι διπλά ευάλωτη: λόγω φύλου και λόγω κάστας. Αν πάρουμε υπόψη ότι το 16,2% του πληθυσμού είναι ντάλιτ και το 7% είναι αντιβάσι σε μια χώρα πάνω από 1,2 δισ. κατοίκων, εύκολα μπορούμε να αντιληφθούμε την έκταση του προβλήματος και να ερμηνεύσουμε τα τρομακτικά ποσοστά της σεξουαλικής βίας και της σεξουαλικής τρομοκρατίας σε αυτή τη χώρα. 

Η ανισότητα λοιπόν ακόμη και στον βιασμό (όπως και σε πλείστες άλλες πτυχές της ζωής στην Ινδία) εξηγεί ώς έναν βαθμό τη μακρά και συνεχιζόμενη παράδοση αυτής της χώρας στη σεξουαλική κακοποίηση των γυναικών (η σεξουαλική κακοποίηση ανδρών και αγοριών σπανίζει), όπως επίσης και την ανοχή της κοινωνίας στο έγκλημα του βιασμού. Η αδιαφορία που επέδειξαν τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες οδηγοί ή επιβάτες μπροστά στα γυμνά και κακοποιημένα σώματα του νεαρού ζευγαριού συμφωνεί μεν με τον πουριτανισμό αυτής της κοινωνίας, αλλά παράλληλα αντανακλά τα στεγανά ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και τις νοοτροπίες των μελών τους: οι συγκεκριμένες συνθήκες (πεταμένοι στον δρόμο, γύρω στις 11 μ.μ.) αλλά κυρίως η γύμνια τους ασφαλώς τους προσέδωσαν, για τους διερχόμενους οδηγούς, την ιδιότητα ανθρώπων από χαμηλότερα στρώματα, οι οποίοι εξαιτίας αυτού δεν άξιζαν και δεν θα μπορούσαν να έχουν τη συνδρομή τους. Θα έπρεπε δηλαδή να παραμείνουν ανέγγιχτοι. (Σημειωτέον ότι κανείς από τους δυο τους δεν ήταν ντάλιτ, παρότι ανήκαν σε διαφορετικές κάστες και συνεπώς ένας γάμος μεταξύ τους θα ήταν απαγορευμένος, σύμφωνα με τις δηλώσεις εκ των υστέρων του νεαρού.)

 

σελ. 2 (από: 4) ΧΡΟΝΟΣ 02 (06.2013) < προηγ. σελίδα     |     επόμ. σελίδα >