Απέχθεια προς την ετερότητα και ρατσισμός

Μπορούμε άραγε να ισχυριστούμε εξαιτίας όλων αυτών ότι αυτή η χώρα κατοικείται από τέρατα, από άνδρες-υπανθρώπους που αντιμετωπίζουν τις γυναίκες, και δη τις γυναίκες από κατώτερες κάστες, χειρότερα κι από ζώα (σημειωτέον ότι τα ζώα στην Ινδία τυγχάνουν προνομιακής μεταχείρισης και συχνά λατρείας που θα τη ζήλευαν οι φιλοζωικές οργανώσεις στις χώρες του δυτικού κόσμου); Ή τουλάχιστον ότι οι έξι του λεωφορείου (κάποιοι από αυτούς γνωρίστηκαν με τους υπόλοιπους εκείνο το ίδιο βράδυ) συνέπεσε να έχουν το ίδιο κακό DNA, να είναι εγκληματικές φυσιογνωμίες δηλαδή, στων οποίων το διάβα ατυχώς βρέθηκαν η 23χρονη φοιτήτρια και ο φίλος της; Ή ακόμη, αντιστρέφοντας το επιχείρημα, ότι οποιοσδήποτε άνδρας θα μπορούσε στις συγκεκριμένες συνθήκες (υπό την επήρεια αλκοόλ και ένας Θεός ξέρει ποιας άλλης ουσίας) να διαπράξει το ίδιο έγκλημα; 

Χωρίς να είμαι ψυχίατρος, νευροφυσιολόγος ή γενετίστρια, ούτε καν κοινωνιολόγος, θα έλεγα πως η βία είναι έμφυτο χαρακτηριστικό του ανθρώπου – όπως και του ζωικού βασιλείου. Αποτελεί εξελικτικό απομεινάρι στην ιστορία του ανθρώπινου είδους και οπωσδήποτε σε προγενέστερες πρωτόγονες κοινωνίες είχε κάποιο λειτουργικό σκοπό να επιτελέσει. Η βία άλλωστε με διάφορες μορφές αποτελεί συνηθέστατο φαινόμενο σε όλες τις χώρες του πλανήτη, προηγμένες ή μη, παίρνει τρομακτικές διαστάσεις σε περίπτωση πολέμου, αλλά και ειρήνης, σε περιπτώσεις κοινωνικών και πολιτισμικών κρίσεων φέρ’ ειπείν, με τη μορφή εγκλημάτων που σοκάρουν τον μέσο άνθρωπο. Δυστυχώς όμως ένα μεγάλο ποσοστό αυτών των εγκλημάτων τελείται από «ανθρώπους της διπλανής πόρτας», όπως μας αρέσει να λέμε, κι αυτό σοκάρει ακόμη περισσότερο και κάνει δυσκολότερη την ερμηνεία του φαινομένου. Η «κανονικότητα» των θυτών –κι αυτό είναι το πιο ανησυχητικό– φαίνεται να είναι κοινό στοιχείο σε όλα τα εγκλήματα πολέμου και στις γενοκτονίες, που διαπράττονται συνήθως από ανθρώπους καθ’ όλα φιλήσυχους οικογενειάρχες και πατέρες μικρών παιδιών που με τίποτα δεν θα ήθελαν να δουν την οικογένειά τους στη θέση των θυμάτων τους, αλλά παρ’ όλα αυτά απολαμβάνουν τον ύπνο του δικαίου πεπεισμένοι ότι εκπροσώπησαν επαξίως την πλευρά στην οποία για κάποιους λόγους (αναγκαστικά, τυχαία, περιστασιακά ή για ιδεολογικούς λόγους) βρέθηκαν να ανήκουν, με το να τιμωρήσουν και να εξουδετερώσουν τον εχθρό –ο οποίος εχθρός είναι πάντα υποδεέστερος και μιαρός– και να ανακτήσουν τον έλεγχο: στη συγκεκριμένη περίπτωση, τον έλεγχο του δημόσιου χώρου και μάλιστα τη νύχτα, αφού η θέση της γυναίκας, και κυρίως της γυναίκας από συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα και κάτω, βρίσκεται εντός του ιδιωτικού και περιφρουρούμενου χώρου του σπιτιού – χωρίς να ξεχνάμε βέβαια ότι ένα μεγάλο ποσοστό σεξουαλικής κακοποίησης στην Ινδία, όπως και σε άλλες χώρες με ανάλογα προβλήματα, λαμβάνει χώρα μέσα στους τέσσερις τοίχους της οικογενειακής εστίας.

Παίρνοντας ως δεδομένο λοιπόν ότι όλοι όσοι κατά διαστήματα έχουν επιδείξει παραβατική ή βίαιη συμπεριφορά δεν είναι φύσει εγκληματίες, τείνουμε να καταλήξουμε στην υπόθεση ότι κάτι δεν έχει πάει καλά στις περιπτώσεις αυτές με την αντίστοιχη κοινωνία και τους θεσμούς της (εκπαίδευση, νομικό πλαίσιο κ.λπ.). Και επιπλέον, και ως συνέπεια του προηγούμενου, κάτι έχει πάει στραβά με το επίπεδο πολιτισμού σε αυτή τη χώρα (και δεν αρκεί να ανατρέχουμε στο αξιοσέβαστο μακραίωνο πολιτισμικό παρελθόν μιας χώρας για να εξάγουμε συμπεράσματα για το πολιτισμικό παρόν της!), κάτι έχει πάει στραβά με την περιρρέουσα κουλτούρα η οποία συχνότατα «νομιμοποιεί», ανέχεται και συχνά επιδοκιμάζει τη βία (όπως στα εγκλήματα τιμής φέρ’ ειπείν) κατακερματίζοντας έτσι τον κοινωνικό ιστό με το να ευλογεί καταφανείς διακρίσεις εις βάρος συγκεκριμένων έμφυλων, φυλετικών, θρησκευτικών και οικονομικών ομάδων.

Σε μια κοινωνία όπως αυτή εδώ, όπου οι κατώτερες τάξεις αντιμετωπίζονται απάνθρωπα στην καθημερινή ζωή, με τους αφέντες-εργοδότες να έχουν ατιμωρητί δικαίωμα σχεδόν ζωής και θανάτου επί των υπηρετών, κυρίως των γυναικών, όπου οι θύτες του βιασμού (συνήθως οι ανήκοντες σε ανώτερες κάστες ή οι ένστολοι) σπανιότατα καταδικάζονται, τότε δυνητικά πάρα πολλοί άνδρες με ελλιπή μόρφωση, λάθος ερεθίσματα από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, από τα Μ.Μ.Ε. (παρουσιάζει ενδιαφέρον η ύπαρξη ενός δημοφιλούς χορευτικού τραγουδιού χιπ χοπ του Γιο Γιο Χάνεϋ Σινγκ, το οποίο υμνεί τον βιασμό) και από την οικογένεια θα ήταν επιρρεπείς σε τέτοιου είδους σεξουαλικά εγκλήματα, τα οποία συν τοις άλλοις ικανοποιούν το γενετήσιο αίσθημα και προσφέρουν ηδονή.

Η απέχθεια λοιπόν για την ετερότητα (η γυναίκα ως διπλά Άλλος εδώ) και συνεπώς η απουσία συναισθημάτων ταύτισης και συμπάθειας (εκ του συμπάσχειν) φαίνεται να ερμηνεύει τόσο αυτόν καθαυτόν τον βιασμό όσο και τη βαρβαρότητα που συνήθως τον συνοδεύει: στις περισσότερες περιπτώσεις βιασμών στην Ινδία τα θύματα όχι μόνο βιάζονται ομαδικά και σε δημόσια θέα, αλλά ακρωτηριάζονται ποικιλοτρόπως, ανάλογα με την εκάστοτε φαντασία των θυτών και συχνά πυρπολούνται ζωντανά. Στην ουσία, ο βιασμός στην Ινδία αποτελεί ρατσιστικό έγκλημα και ως τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Ο ρατσισμός (η πεποίθηση ότι ο Άλλος είναι υποδεέστερος και ακάθαρτος) σε συνδυασμό με την ψυχολογία της μάζας και την κοινωνική πίεση (peer pressure) –το κάθε μέλος μιας ομάδας πρέπει να έχει ισάξιες «επιδόσεις» με τα υπόλοιπα– νομίζω ότι ερμηνεύει επαρκώς τόσο τον σκοτεινό υποθάλαμο του βιασμού, και σε αυτήν εδώ την περίπτωση αλλά και σε όλες τις άλλες, όσο και τη σαδιστική αγριότητα που συνήθως τον συνοδεύει.

 

σελ. 3 (από: 4) ΧΡΟΝΟΣ 02 (06.2013) < προηγ. σελίδα     |     επόμ. σελίδα >