oι καταφατικές δυνάμεις του όχι

 

Ο μαθητής του Μισέλ Φουκώ
υπoστηρίζει έναν νέο ρόλο για τη φιλοσοφία,
υπερασπίζεται εναλλακτικούς τρόπους ριζοσπαστικοποίησης
και κατεδαφίζει τους φιλοσόφους-σταρ

 

Alain Brossat

Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Ηροδότου

 

Φοιτητής στη Ναντέρ τον Μάη του 1968 και μετά υποψήφιος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν υπό την εποπτεία του Φρανσουά Σατελέ, αργότερα διδάκτορας και καθηγητής, ο Αλαίν Μπροσσά είναι ένας από τους πρωταγωνιστές μιας επαναστατικής περιόδου. Όταν τον συνάντησα λοιπόν, το πρώτο που θέλησα να τον ρωτήσω για να σπάσει ο πάγος ήταν εάν το πνεύμα, ο άνεμος του Μάη του ’68, ο άνεμος της Βενσέν φυσά ακόμη; Κι αυτό επειδή όλο το έργο του σχεδόν είναι αφιερωμένο στο να αναστοχάζεται το παρόν θέτοντας καίρια ερωτήματα. Έχει μάλιστα ονομάσει αυτόν τον προσανατολισμό «φιλοσοφία του παρόντος». Τι σημαίνει όμως αυτό; Πρόκειται για πολιτική και πνευματική στράτευση; Χαράζει, άραγε, το μονοπάτι για μια «πράξη του μέλλοντος»;

Η κοφτή αντίδρασή του με ξάφνιασε, αλλά και με κέντρισε περισσότερο. «Δεν βρίσκω κανένα ενδιαφέρον», μου είπε, «στο να συνοψίσω τα βιβλία μου, τα οποία όλος ο κόσμος μπορεί να διαβάσει, και δεν αφηγούμαι αναμνήσεις παλαιών πολεμιστών. Ρωτήστε με καλύτερα αν σκότωσα τον αδερφό μου και την αδερφή μου όπως ο Πιερ Ριβιέρ, αν είμαι νεκρόφιλος όπως ο Ζορζ Μπατάιγ, τρελός όπως ο Νίτσε, ματαιόδοξος όπως ο Μπαντιού, μισάνθρωπος όπως ο Ρανσιέρ, κεντρίστε με, γιατί, ειλικρινά, εν προκειμένω αποκοιμιέμαι με τις ερωτήσεις σας». Ο πάγος είχε σπάσει, κι εγώ κατάλαβα ότι ο Μπροσσά μιλάει μια άλλη, οξεία γλώσσα… Η συνέντευξή του είναι η απόδειξη.

 

Δεν σας κρύβω ότι η πρόθεσή μου ήταν να προβάλουμε τη σκέψη του Μπροσσά στον αναγνώστη που δεν διαβάζει γαλλικά. Αλλά, ναι, αυτό μπορεί να γίνει μέσα από άτυπα μονοπάτια. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν αλλιώς: Στο Πανεπιστήμιο (Paris 8) υπάρχει ένας αυτοματισμός του τύπου: «Αν σε ενδιαφέρει ο Φουκώ, πήγαινε να παρακολουθήσεις τον Μπροσσά» ή «Για τον Φουκώ, υπάρχει ο Μπροσσά». Άραγε υπάρχει μια σκέψη του Μπροσσά ή είστε ένας ερμηνευτής –μεταξύ των σημαντικών, ασφαλώς– του Φουκώ;

Υπάρχουν δύο τρόποι, εντελώς διακριτοί, για να συλλάβουμε έναν παλιό ή νέο, αλλά κυρίως σύγχρονο, φιλόσοφο-συγγραφέα που είναι σημείο αναφοράς: είτε να εργαστούμε επ’ αυτού, ως ειδικοί, ως σπεσιαλίστες, είτε να εργαστούμε συν αυτώ, βρίσκοντας δηλαδή σε αυτόν διαρκή ερεθίσματα και ενθάρρυνση για τις δικές μας έρευνες.

Οι εργασίες μου που αναφέρονται στον Φουκώ ή τον ενεργοποιούν, προκύπτουν προφανώς από τη δεύτερη «χειρονομία». Υπάρχουν, στη Γαλλία και αλλού, όλα τα είδη ειδικών εγνωσμένου κύρους, ασύγκριτα πιο καταρτισμένων από μένα· διαφαίνεται ήδη, επίσης, στα πανεπιστημιακά και ακαδημαϊκά πεδία, μια ολόκληρη φουκωλογία, δηλαδή πιο πολύ μια φουκωκρατία, της οποίας οι τίτλοι και οι εργασίες είναι ήδη έγκριτοι. Αυτός είναι ο προορισμός της ένταξης στον κανόνα και της εξημέρωσης, υπό τις πανεπιστημιακές συνθήκες και νόρμες, όλων των μεγάλων, όσο ατίθασοι και απείθαρχοι και αν υπήρξαν στα γραπτά τους ή στην προσωπική τους πορεία, μέσα από μια τέτοια διαδικασία αφομοίωσης στο πεδίο των γνωστικών αντικειμένων και των εξειδικεύσεων.

Δεν είμαι θερμός θιασώτης του φιλοσοφικού έργου ως «εργαλειοθήκης» [«boîte à outils»] όπως πρότεινε, κάπως απερίσκεπτα, ο Φουκώ, γιατί στην πράξη φάνηκε ότι έτσι δόθηκε μόνιμη άδεια για όλων των ειδών τις χρήσεις, παρατραβηγμένες, δηλαδή βιαστικές, και σχεδόν αδιάφορες για τον τόνο και τις κυρίαρχες επιλογές του συγγραφέα, μια χρησιμοθηρία που γενικεύτηκε, μετά τον θάνατο του Φουκώ, στα γνωστικά αντικείμενα, μεταξύ των οποίων κι εκείνα που ο ίδιος δεν σταμάτησε να χλευάζει (την εγκληματολογία, για παράδειγμα).

Όμως, από την άλλη είμαι πεπεισμένος πως ποτέ δεν σκεφτόμαστε στο πεδίο της φιλοσοφίας χωρίς συντροφιά, χωρίς εκλεκτικές συγγένειες, χωρίς να έχουμε ακουμπήσει στον ώμο, υποστηριχτεί, ενθαρρυνθεί από έναν ή περισσότερους «φίλους», νεκρούς ή ζωντανούς, με τους οποίους βρισκόμαστε σε συνεχή διάλογο, μεγαλόφωνο ή σιωπηρό, χωρίς ωστόσο να μπαίνουμε στη θέση του μαθητή ενώπιον του δασκάλου: μιλώ για μια σχέση «διαλογική», η οποία είναι η ίδια η προϋπόθεση της σκέψης και το στήριγμα της πρώτης και ύστατης σκόπευσης – του φιλοσοφείν εν παρόντι χρόνω. Πράγμα που σημαίνει να δίνουμε φωνή και σώμα στην παρουσία της φιλοσοφίας μέσα σε έναν κόσμο όπου, εξάλλου, όλα τείνουν προς την εξαφάνισή της.

Με αυτή τη διάθεση, επομένως, κινητοποίησα, τον «Φουκώ», χωρίς ποτέ να ισχυριστώ ότι επιχειρώ ένα λόγιο έργο που αποσκοπεί στο να προσθέσει ένα λιθαράκι στις Φουκωικές Σπουδές [Studia Foucaldiana]. Ο Φουκώ, μαζί με κάποιους άλλους, είναι εκείνος που με συνοδεύει στην παραγωγή διαγνώσεων [diagnostics], όπως τις ονόμαζε, με αφετηρία το παρόν, τη ροή των πραγμάτων ή, για να μιλήσω όπως ένας άλλος εκλεκτός σύντροφος, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, την αιώνια καταστροφή εν εξελίξει. Το να συνεισφέρουμε στο να ζωντανέψουμε μια μοναδική φιλοσοφική σκέψη, δεν σημαίνει για μένα ότι θα την αναμασήσουμε, θα την ανατάμουμε, αλλά ότι θα προσπαθήσουμε να επαναλάβουμε τη χειρονομία, με τους κινδύνους και τις απειλές της. Έστω κι αν κάποιες φορές παρεκκλίνουμε, δηλαδή χωριζόμαστε από εκείνον που εμπνέει αυτή την «επανάληψη».

 

Η φιλοσοφία έχει καταντήσει αβλαβής και απολιτική

 

Μιλάτε για την «παρουσία της φιλοσοφίας μέσα σε έναν κόσμο όπου όλα τείνουν προς την εξαφάνισή της». Όμως το «τέλος της φιλοσοφίας» δεν είναι ένα μοτίβο που έρχεται και ξανάρχεται αδιάκοπα στο πλαίσιο των Επιστημών του Ανθρώπου; Τι εννοείτε ως «εξαφάνιση της φιλοσοφίας»;

Όταν λέω, με έναν τρόπο συνοπτικό, πως «όλα συντείνουν προς την εξαφάνιση της φιλοσοφίας», δεν επιχειρώ να μιλήσω δραματικά, προφητεύοντας τον επερχόμενο θάνατό της. Δεν πιστεύω και πολύ στην ύπαρξη μιας συνωμοσίας που σκοπό έχει να αφανίσει τη διδασκαλία της φιλοσοφίας στις τελευταίες τάξεις των λυκείων μας ή στα τμήματα φιλοσοφίας των πανεπιστημίων μας. Δεν μιλώ για σκληρά μέτρα, αυταρχικές αποφάσεις που θα μπορούσαν να φανερώσουν την έντονη απέχθεια και τον φόβο που προκαλεί ή θα μπορούσε να προκαλέσει η φιλοσοφία στις αρχές, στην τεχνοδομή, στους ιδεολόγους της αγοράς. Δεν πιστεύω καθόλου πως η φιλοσοφική συντεχνία κινδυνεύει να υποστεί, στην εποχή της δημοκρατίας της αγοράς, τηρουμένων των αναλογιών, ένα τέλος ανάλογο με εκείνο που επιφυλάχτηκε στον Σωκράτη, την εποχή της «επινόησης της δημοκρατίας».

Είμαι ωστόσο πεπεισμένος ότι κάτι βρίσκεται εν εξελίξει, το οποίο κινείται, αργά αλλά σταθερά, προς την κατεύθυνση μιας ελάφρυνσης των διακυβευμάτων και των δυναμικών της φιλοσοφίας, ενός κενού γίγνεσθαι της άσκησής της, μιας ολοένα τελειοποιούμενης ανακύκλωσης των κριτικών της δυνατοτήτων. Η φιλοσοφία όπως την αντιμετωπίζουμε ως πρακτική λόγου, θεσμό, επάγγελμα, κληρονομιά (κ.λπ.) δεν έχει να αντιταχθεί σε απαγορεύσεις, σε κατά μέτωπον εναντιώσεις, δεν είναι αντικείμενο μιας δηλωμένης περιφρόνησης, δεν έχει, για να ακριβολογήσουμε, εχθρούς δρώντες με ακάλυπτο πρόσωπο.

Όμως, τα πράγματα είναι, υπ’ αυτή την έννοια, απείρως πιο σοβαρά: μπορεί να είναι το αντικείμενο μιας διακριτικής αλλά φιλελεύθερης και σχεδόν καλοσυνάτης ανοχής (ποιος από την πλευρά των πολιτικών αρχών και των κέντρων αποφάσεων ανησυχεί πραγματικά για το τι κάνουμε στα Τμήματα Φιλοσοφίας των γαλλικών Πανεπιστημίων;) επειδή, ακριβώς, έχει γίνει αβλαβής. Κι αυτό εξαιτίας, κυρίως, του γεγονότος ή –για να χρησιμοποιήσω μια φράση καντιανής απόχρωσης– εξαιτίας της ευθύνης εκείνων οι οποίοι την επαγγέλλονται, κατά κύριο λόγο. Έπαψε, κατά γενική ομολογία, να είναι επικίνδυνη, id est να προκαλεί dissensus και να επισύρει την μήνιν των κυβερνώντων, επειδή έγινε βαθιά απολιτική, επειδή οι επαγγελματίες φιλόσοφοι κατέθεσαν τα όπλα τους στο θεσμό (το πανεπιστήμιο). Επειδή η φιλοσοφία δεν εισχωρεί εν ονόματι της φιλοσοφίας στον δημόσιο διάλογο, επειδή περιορίζεται κυρίως στο να υπάρχει ως κλειστό κύκλωμα (ως γνωστικό πεδίο στο πανεπιστήμιο και ως μικρή εκδοτική σέχτα), και να είναι χρήσιμη σαν αγελάδα για άρμεγμα στα γειτονικά πεδία, στις κοινωνικές επιστήμες.

 

Ποια είναι η μεγαλύτερη απειλή για τη φιλοσοφία: η εξωτερική ή η εσωτερική;

Αυτό το οποίο απειλεί πρώτιστα τη φιλοσοφία με ένα είδος εξαφάνισης είναι ασφαλώς οι γενικές συνθήκες του «ρευστού καπιταλισμού» [«capitalisme liquid»] και της λατρείας της χρησιμότητας, της υπολογισμένης συναλλαγής που υπερισχύει. Ωστόσο, πέρα από μια τέτοια γενική ατμόσφαιρα, κάθε μέρα όλο και πιο πολύ μολυσμένη, αυτό που την απειλεί προέρχεται από τα απώτατα βάθη της: από αυτή την εγκατάλειψη, όχι εκούσια και μελετημένη, αλλά δόλια και συνεχιζόμενη, των κριτικών της δυνάμεων. Πάει πολύς καιρός από τότε που οι κυβερνώντες, οι διανοούμενοι εν γένει, οι έμποροι όπλων και επεκτατικών πολέμων είναι ήσυχοι· τα βρήκαν σε ένα σημείο: ας αφήσουμε τους φιλοσόφους να χοροπηδούν στο μικρό τετράγωνο λιβάδι τους, δεν μας κοστίζουν τίποτα σπουδαίο και, εντελώς σίγουρα, δεν είναι επικίνδυνοι. Ο Σωκράτης έπρεπε να πεθάνει γιατί ήταν επικίνδυνος, ο Ρουσσώ έπρεπε να μπει στο περιθώριο γιατί μιλούσε λίγο παραπάνω και δεν σεβόταν τα ήθη, ο Καβαγιές έπρεπε να τουφεκιστεί γιατί ήταν αντιστασιακός, ο Φουκώ έπρεπε να δεχτεί πυρά γιατί ξεβόλευε με βέβηλο τρόπο και προκαλούσε προβλήματα στη δημόσια τάξη – τίποτα σχεδόν δεν είναι ίδιο σήμερα, όταν οι φιλόσοφοί μας πρώτα απ’ όλα είναι απασχολημένοι με το να κινούν όλους τους ανεμόμυλους και τους νερόμυλους της μετάδοσης της κληρονομιάς (ιστορία της φιλοσοφίας) και της μινιμαλιστικής ηθικής.

Η μηχανή εξημέρωσης της φιλοσοφίας απέκτησε στις μέρες μια αδυσώπητη αποτελεσματικότητα: προσέξτε την ταχύτητα με την οποία αδρανοποιεί το δηλητήριο της κριτικής σκέψης, των φιλοσοφικών δυνάμεων της σκέψης. Ενώ σκανδάλιζε μέχρι προσφάτως ακόμα τους δημοσιογράφους του ακραίου κέντρου με τους ύμνους του στην Πολιτιστική Επανάσταση και με την αναζωογόνηση της κομμουνιστικής υπόθεσης, ο Αλαίν Μπαντιού συμβάλλει στην επιτυχία του Forum της εφημερίδας Le Monde, όπου μεγαληγορεί για τις ομορφιές του έρωτα.1 Παραμένει, ακόμα, κάποιου είδους ανάθεμα εναντίον του Τζόρτζιο Αγκάμπεν, ο οποίος όμως περνιέται για Μανώλης Γλέζος, παροτρύνοντας τους Ευρωπαίους του Νότου να φυσήξουν τις κρύες στάχτες της Λατινικής Αυτοκρατορίας [L’Empire latin], μια ιστορία άγριας αντίστασης στη γερμανική επιρροή στην ήπειρο.2 Ο Ζίζεκ, αυτός ο αδάμαστος μαρξιστής, κάνει παγκόσμια τουρνέ μέσω καθημερινών εφημερίδων στην αγγλική γλώσσα και περιοδικών τύπου People Magazine, που τυπώνουν τις ετυμηγορίες του για την κατάσταση του κόσμου, υπόψη των προλετάριων του κόσμου ολόκληρου.

Η φιλοσοφία, λοιπόν, δεν εξαφανίζεται: επιμένει στο είναι της, σαχλαμαρίζοντας. Κάνοντας θέαμα την τεράστια κούρασή της. 

 

Τα «όχι» και η ζωντανή πολιτική

 

Περιγράφετε τη σημερινή φιλοσοφική σκηνή ως ένα θέαμα κωμικό και συνάμα τραγικό, που όμως στο βάθος παραμένει βαρετό. Τι κάνετε εσείς ως διανοούμενος, φιλόσοφος, καθηγητής πανεπιστημίου, για να αντισταθείτε στην πλήξη; Επίσης, για να χρησιμοποιήσω μια φουκωική φόρμουλα, εάν η εξουσία έρχεται από παντού, ή –για να αναφερθώ σε μια ντελεζιανή φόρμουλα που θα μπορούσε ακόμα να προέρχεται και από τον μαρκήσιο ντε Σαντ– εάν η εξουσία είναι ένας επιθυμητικός ανεξήγητος αστερισμός, η αληθινή ερώτηση που πρέπει να τεθεί είναι η ακόλουθη: Να αντισταθούμε σε τι, για τι, με ποιον; Και πώς;

Νομίζω πως δεν έχουμε χρόνο να βαρεθούμε, εάν εργαζόμαστε, ενάντια στον ρου των πραγμάτων, για να ισχυροποιήσουμε τις κριτικές δυνάμεις της φιλοσοφίας, για να μας δώσουμε μια πολιτική συναρθρωμένη με απαράλλακτα μοτίβα όπως η ισότητα και η κοινότητα. Σκέφτομαι ότι το μοτίβο της αντίστασης και πολύ περισσότερο αυτό της αγανάκτησης δεν θα μπορούσαν σήμερα να γίνουν η βάση για μια αληθινή ριζοσπαστικοποίηση και για μια πολιτική που αποβλέπει στην απελευθέρωση από τις συνθήκες της βιοπολιτικής και της οικονομίας της αγοράς. Καθώς ο χρόνος περνά, ο καθένας αντιστέκεται σε κάποιο πράγμα ή σε κάποιον. Η «αντίσταση» έγινε το πασπαρτού για όλες τις στάσεις, όπως, όχι λιγότερο, και για τις αποφασιστικές χειρονομίες ανυπακοής και απείθειας – ο Σαρκοζύ αντιστέκεται στην εξουσία των δικαστών, ο Ολλάντ στην άνοδο της ανεργίας, ο Βαλλς στην αύξηση της ανασφάλειας…

Σε τούτο το ευτελισμένο σήμερα μοτίβο, μου φαίνεται προτιμητέο να αντιτάξουμε ένα άλλο, αυτό των καταφατικών δυνάμεων του όχι. Ο 20ός αιώνας μας έδωσε την εμπειρία εκείνου με το οποίο δεν μπορούμε με τίποτα να συμβιβαστούμε χωρίς να αποξενωθούμε από την ανθρωπιά μας: είναι τα πυρηνικά όπλα, η πίστη στην καθαρότητα της φυλής, κυρίως, με τα συμπαρομαρτούντα, η Φουκουσίμα ως ουρά του κομήτη Χιροσίμα-Ναγκασάκι, οι γενοκτονίες και οι εθνοκαθάρσεις… Τα όχι που εκφράζονται εδώ είναι απροϋπόθετα και θεμελιώδη. Δεν τίθενται υπό καμιά συνθήκη πλειοψηφίας ή συναίνεσης [consensus] (αν, παραδόξως, υποθέσουμε ότι διεξάγεται ένα δημοψήφισμα για το αν η Γαλλία πρέπει να συνεχίσει να είναι μια πυρηνική δύναμη, το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας δεν θα μπορούσε σε τίποτα απολύτως να αλλάξει ούτε τη θέση μας ούτε την αποφασιστικότητά μας) και αποτελούν την αφετηρία από την οποία μπορούμε να σχεδιάσουμε τους άξονες μιας πολιτικής: η οποία θα αντιμάχεται τον ρατσισμό, την Ευρώπη-φρούριο, το κυνήγι των λαθραίων, τις διακρίσεις σε σχέση με τις προσλήψεις. Όλα αυτά (η εξέγερση, η έγνοια του Άλλου) δεν στηρίζονται στο ηθικό συναίσθημα αλλά σε κάποια αξιώματα που συνδέονται με την ισότητα και την αμοιβαιότητα.

Οι καταφατικές δυνάμεις τού όχι, αστείρευτες πράγματι, εκδηλώνονται την ώρα που πρόκειται να συνδέσουν αυτή την άρνηση (η οποία, υπό ορισμένες συνθήκες, θα μπορούσε να μην εκστομιστεί καν) με μια δυναμική σύνθεση, της οποίας η ενέργεια προβάλλεται στο μέλλον: από την άρνηση κάποιων χωρικών σε μια απαλλοτρίωση για να δοθεί χώρος σε ένα στρατόπεδο ή ένα αεροδρόμιο (περίπτωση του Λαρζάκ στη δεκαετία του 1970 και της Νοτρ-Νταμ-ντε Λαντ σήμερα) έως τη διαμόρφωση ενός λαού που παράγει κάθε είδους μετατοπίσεις, και θέτει το περιβαλλοντικό ερώτημα ως διακύβευμα στην αντιπαράθεση μεταξύ των καθημερινών ανθρώπων και της εξουσίας. Αυτό το όχι όταν στρέφεται υπέρ της ζωής, και όχι όταν φέρεται από σκοτεινές δυνάμεις μνησικακίας και σκοταδισμού (όπως είναι το όχι των θρησκόληπτων και των αντιδραστικών στον γάμο για όλους), είναι προικισμένο με απεριόριστες δυνατότητες για να διασαλεύσει την ποιμαντική πρακτική των σύγχρονων κυβερνώντων –την καθοδήγηση της ανθρώπινης αγέλης– όποια και αν είναι η μέθοδος (καλοπροαίρετη και προστατευτική, αυταρχική, πειθαρχική, σαρκοβόρα…).

Η ζωντανή πολιτική αρχίζει σήμερα με αυτές τις χειρονομίες απείθειας, αυτές τις αρνήσεις να κυβερνηθούμε με αυτούς τους τρόπους, από αυτούς τους ανθρώπους, σε αυτή την κατεύθυνση· η μοιρασμένη προσδοκία, όπως λέει ο Φουκώ, να είμαστε λιγότερο κυβερνώμενοι, δηλαδή καθόλου. Το ζήτημα δεν είναι να μας δώσουμε ένα μέλλον πλειονότητας ή μειονότητας αλλά ένα μέλλον αποφασιστικό. Μετά, λ.χ., τη «μακριά πορεία των χωρικών του Λαρζάκ» και των φίλων τους, τίποτε πλέον δεν είναι όπως πριν, το περιβάλλον έγινε ένα πολιτικό διακύβευμα.

 

Εννοείτε πως το «όχι» μπορεί να λειτουργήσει θετικά σε οποιεσδήποτε συνθήκες;

Ένα από τα πιο ωραία παραδείγματα εκείνου που ονομάζω εδώ «καταφατικές δυνάμεις του όχι» προτάθηκε από τον Βερκόρ στο διήγημά του Η σιωπή της θάλασσας [Le silence de la mer]. Αρκεί, έγραφε, ένα «τίποτα σχεδόν» μιας άρνησης να ανταλλάξουμε λόγο με τον εχθρό, υπό δεδομένες συνθήκες, ενός όχι ανείπωτου μα ακλόνητου, για να παραχθεί ένα άνοιγμα μέσα στο οποίο επανεμφανίζονται πολιτικές πιθανότητες παρά τις πλέον αντίξοες συνθήκες (μιας ατιμωτικής ήττας λ.χ., μιας κατοχής στηριγμένης από δωσίλογους). Η φανταστική αφήγηση του Βερκόρ δείχνει πως μια τέτοια άρνηση, η οποία επανατοποθετεί με τον τρόπο της λογοτεχνίας τον εχθρό στη θέση του και καταγγέλλει τα ψεύδη και την ψευδεπίγραφη «επικοινωνία» σε αυτές τις συνθήκες, μπορεί να συνδεθεί με μια κίνηση που ορίζει την ανατροπή της ροής των πραγμάτων. Αρνούμενος να ανταλλάξεις λόγο με τον εχθρό, το ζήτημα δεν είναι να σώσεις τη ζωή σου, να υιοθετήσεις μια στάση ενός βολικού στωικισμού. Το ζήτημα που τίθεται είναι να προσδιοριστεί το ελάχιστο των συνθηκών για μια χειρονομία αντίθεσης προς την υποταγή στις συνθήκες του παρόντος και να προταχθεί μια φόρμουλα που θα εγκλείει την ενεργοποίηση της ελπίδας. Γιατί όχι;

 

Δεν υπάρχει όμως και η «τρομοκρατία»; Τι είναι η «τρομοκρατία»;

Από την αρχή της γαλλικής επέμβασης στο Μάλι, είδαμε πολύ καλά την αποφασιστική σημασία που έχουν τα τεχνάσματα της ορολογίας: στο αφήγημα του πρωθυπουργικού Ελυζέ, το οποίο επανέλαβε ο τύπος με τρόπο απαράλλαχτο, οι στασιαστές, οι εξεγερμένοι (θα μπορούσαμε να τους είχαμε ονομάσει παρτιζάνους, σύμφωνα με τη σημασία που έδωσε στον όρο ο Καρλ Σμιτ) έχασαν τα ονόματα που είχαν και δεν περιγράφονταν παρά ως τρομοκράτες, ισλαμο-τρομοκράτες, τζιχαντιστές. Γιατί αυτή η αλλαγή ήταν επιτακτική; Για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο. Η στόχευση είναι, περιγράφοντας αυτές τις ομάδες των πολεμιστών, που εμψυχώνονται από κάποια αιτία και δρουν στα περιθώρια της εθνικής-κρατικής τάξης (μιας τάξης παραπαίουσας και αμφισβητούμενης σε αυτή την περιοχή της Αφρικής), να τους προσδώσουν μια υπόσταση ισοδύναμη με εκείνη του πειρατή στην εποχή του παραδοσιακού ευρωπαϊκού δικαίου: στοχεύουν εκείνον που, επειδή ζει έξω από τους νόμους της κοινότητας του κόσμου, μπορούμε και οφείλουμε, σύμφωνα με το δίκαιο των ανθρώπων, να τον αποβάλουμε ως επιβλαβή, χωρίς άλλες διατυπώσεις.

Ο τρομοκράτης σήμερα στη στεριά είναι, για τα κράτη που σφετερίζονται ένα δίκαιο σε μια παγκόσμια πολιτική, ό,τι ήταν ο πειρατής τον 18ο αιώνα στη θάλασσα για τα ευρωπαϊκά κράτη. Η λέξη τρομοκράτης προορίζεται να περιγράφει επιλεγμένες κατηγορίες αντιφρονούντων ή εχθρών, εσωτερικών ή εξωτερικών, ως εξοντωτέες, έξω από κάθε νομική διαδικασία, όπως το βλέπουμε να συμβαίνει στη γαλλική στρατιωτική αποστολή στο Μάλι, όπως το είδαμε στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, έξω από το οπτικό πεδίο της κοινής γνώμης.

Το ζήτημα έχει πρακτικές συνέπειες εντελώς χειροπιαστές: μια κατάσταση απόλυτης έκτακτης ανάγκης που επικρέμαται πάνω από εκείνους στους οποίους έχει δοθεί αυτή η ετικέτα. Για μερικούς, αυτό μπορεί να σημαίνει μια διαμονή ακαθόριστης διάρκειας, χωρίς κατηγορία ή δικαστική απόφαση, στο Γκουαντάναμο. Για άλλους, όπως αυτοί οι πολεμιστές που αντιμετωπίζουν τη γαλλική πολεμική μηχανή στο βόρειο Μάλι, σημαίνει την αναστολή του δικαίου του πολέμου: οι Γάλλοι στρατιώτες και οι σύμμαχοί τους δεν κρατούν αιχμαλώτους – ή κρατούν τους λιγότερους δυνατούς, δεν προστατεύουν ούτε τα παιδιά-στρατιώτες, των οποίων ωστόσο η επίσημη προπαγάνδα καταγγέλλει τη στρατολόγηση. Το Υπουργείο Άμυνας ανακοινώνει λακωνικά ότι μερικές εκατοντάδες μάχιμοι αντίπαλοι σκοτώθηκαν, αλλά σε τούτον τον κόσμο που βρίθει από εικόνες όλων των ειδών, καμιά εδώ δεν μαρτυρεί γι’ αυτόν τον πόλεμο – για τους τραυματισμένους που αποτελειώνονται, για τις εκτελέσεις έπειτα από συνοπτικές διαδικασίες, τις «παραφουσκωμένες» ανακρίσεις κ.λπ.

Σήμερα η τρομοκρατία είναι πρώτα απ’ όλα αυτό: ένας μηχανισμός λόγου στην υπηρεσία των πολιτικών της reconquista που ακολουθούν οι αυτοκρατορικές δημοκρατίες. Για τα υπόλοιπα, αν θέλουμε να καταπιαστούμε με μια γενεαλογία της τρομοκρατικής βίας, από τις αρχές του 20ού αιώνα, μάλλον θα ταίριαζε να αρχίσουμε από την επινόηση του εναέριου πολέμου (που καταργεί κάθε διάκριση μεταξύ στρατιωτικού στόχου και αστικού πληθυσμού) παρά από τις δολοφονικές επιθέσεις των αναρχικών. But this is another story…

 

Μια σκέψη που εκτίθεται

 

Ο Φουκώ γράφει προς το τέλος του έργου Για την υπεράσπιση της κοινωνίας [Il faut défendre la société]: «Ο σοσιαλισμός ήταν, από τα πρώτα του βήματα στον 19ο αιώνα, ένας ρατσισμός. Και είτε πρόκειται για τον Φουριέ στην αρχή του αιώνα είτε πρόκειται για τους αναρχικούς στο τέλος του, περνώντας απ’ όλα τα είδη του σοσιαλισμού, βλέπουμε πάντα εκεί μια ρατσιστική συνιστώσα. Σε αυτό το σημείο, μου είναι πολύ δύσκολο να μιλήσω». Τι σκέφτεστε; 

Συμβαίνει στα μαθήματα στο Collège de France, ο Φουκώ να σκέφτεται μεγαλόφωνα, να προτείνει υποθέσεις, να σχεδιάζει αναλύσεις, για τις οποίες ο ίδιος λέει πως δεν είναι καθόλου τελειοποιημένες ούτε τεκμηριωμένες βάσει μιας εμβριθούς έρευνας. Είναι η περίπτωση αυτής της διαδρομής, το υπογραμμίζει άλλωστε ο ίδιος πολλαπλασιάζοντας τις περιοριστικές σημάνσεις –«αλλά θα μπορούσε να τεθεί εδώ μια άλλη αποδεικτική διαδικασία», «σε αυτό το σημείο, μου είναι πολύ δύσκολο να μιλήσω», «είναι μια κάπως χαλαρή παρατήρηση»–, τέλος πάντων, βρισκόμαστε ενώπιον ενός τύπου παράδοξης διαβεβαίωσης, του είδους: αυτό που θα σας πω τώρα, είναι πράγματι στον αέρα, είναι ανεπαρκώς τεκμηριωμένο, είναι πολύ γενικό – αλλά, παρ’ όλα αυτά, πρέπει να σας το πω!

Μου φαίνεται ότι από τη μια πλευρά ο Φουκώ απηχεί ένα αφήγημα που βρίσκεται σε άνοδο αυτά τα χρόνια, ένα είδος δηλαδή αντι-γενεαλογίας των σοσιαλισμών, του εργατικού κινήματος, αλλά ακόμη και των φασιστικών κινημάτων στη Γαλλία, αντί-λογο, του οποίου ο Ζεέβ Στερνέλ είναι ένας από τους εισηγητές· μέλημά του είναι να τονίσει κυρίως τη ρατσιστική συνιστώσα των σοσιαλιστικών ρευμάτων και δογμάτων στον 19ο αιώνα και, δευτερευόντως, να αντιπαλέψει την άποψη σύμφωνα με την οποία ο φασισμός δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει στέρεα θεμέλια στη Γαλλία. Στα 1980, αυτός ο αντί-λογος θα βρει την πλήρη διάδοσή του και θα λάβει την ιδεολογική φόρμα του στo μεγάλο αφήγημα της Παλινόρθωσης [Restauration] και της Αντεπανάστασης [contre-révolution] από τους «νέους φιλοσόφους» [«nouveaux philosophes»] και κυρίως από κάποιους άλλους που προσιδιάζουν σε αυτούς (Αλαίν Φινκελκρό: Το μέλλον μιας άρνησης [L’avenir d’une négation], Η ήττα της σκέψης [La défaite de la pensée]).

Καθώς μιλάμε όμως για το 1976, ας πούμε ότι ο Φουκώ χειρίζεται με ελαφρότητα αυτό το πολύ εύφλεκτο υλικό, ελλείψει προσοχής και, χωρίς αμφιβολία, πολιτικής διορατικότητας. Οι προσεγγίσεις που πολλαπλασιάζονται με αφετηρία αυτό το μοτίβο, με μια ανάπτυξη σε αυτόματο πιλότο, είναι τερατωδώς εξωφρενικές. Θα θυμίσουμε ότι δεν πρόλαβε να δει να έρχεται εκείνο που παιζόταν με την επιχείρηση «νέοι φιλόσοφοι» και αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους ψυχράθηκαν οι σχέσεις του με τον Ντελέζ, ο οποίος κατάλαβε αμέσως τι παιζόταν σε αυτή την υπόθεση.

Από την άλλη –και εδώ ο Φουκώ έχει μια πολύ καλύτερη στάση– υπάρχει το διακύβευμα σοσιαλιστικό κράτος [État socialiste]. Ο Φουκώ θεμελιώνει μια συμμετρία μεταξύ ναζιστικού κράτους και σοσιαλιστικού κράτους (Σοβιετική Ένωση), επισημαίνει αφενός την ενδογενώς θανατοκρατική [thanatocratique] συγκρότηση του ενός και του άλλου και αφετέρου ότι ο σταλινισμός προσάρμοσε εξ ολοκλήρου στις δικές του συνθήκες τα παραδείγματα του σύγχρονου ρατσισμού. Ο σταλινισμός, κατά τον Φουκώ, άσκησε έναν ξέφρενο κοινωνικό ρατσισμό, πήρε για λογαριασμό του τις ρωσικές εθνικιστικές προκαταλήψεις ενάντια στους αλλογενείς και στις μειονότητες, καλοδέχτηκε τον αντισημιτισμό, γενίκευσε την πρακτική της διάκρισης ανάμεσα σε εκείνο που πρέπει να ζήσει και σε εκείνο που προορίζεται να πεθάνει. Θεμελιώνοντας αυτόν τον παραλληλισμό, ο Φουκώ πλησιάζει εδώ τη Χάννα Άρεντ, από την οποία όμως έχει κατά τα άλλα μεγάλη απόσταση για ένα σωρό λόγους.

 

Ποια είναι η λειτουργία επομένως αυτής της φουκωικής αποστροφής;

Αντιλαμβανόμαστε καλύτερα τη ρητορική λειτουργία μιας τέτοιας, κάπως παρακινδυνευμένης, «εξόδου», στο τέλος της σειράς μαθημάτων που έκανε το 1976. Διότι ο Φουκώ φτάνει έτσι στο σημείο της μέγιστης ανάφλεξης τη θέση σύμφωνα με την οποία ο ρατσισμός είναι απαραίτητος στις μοντέρνες εξουσίες, για να κομματιάζει το σώμα του πληθυσμού και να το καθιστά κυβερνήσιμο. Η βιο-εξουσία γίνεται, με αυτήν ακριβώς τη λειτουργία, δυσδιάκριτη σε σχέση με την παλιά κυριαρχική εξουσία, η οποία σχετίζεται με το κέλευσμα του θανάτου. Ωστόσο ο Φουκώ είναι κάπως σύντομος ως προς το ερώτημα των αυταρχικών εξουσιών που δεν τις είχε πραγματικά μελετήσει. Χρησιμοποιεί μια μπλόφα για να τελειώσει μεγαλοπρεπώς, συλλαμβάνοντας ένα εκρηκτικό μοτίβο, το οποίο κυκλοφορεί στον αέρα και το ξέρει (η διατριβή του Στερνέλ για τον Μπαρρές εκδόθηκε το 1972 και το περίφημο έργο του Ούτε δεξιά ούτε αριστερά [Ni-droite ni-gauche] δεν αργεί – 1978). Δεν διστάζει να αναιρέσει αυτό που είπε στην αρχή του ίδιου μαθήματος, δηλαδή ότι ο ρατσισμός δεν είναι ζήτημα δόγματος/δογμάτων ή ιδεολογίας/ιδεολογιών, αλλά στρατηγικών και τεχνολογιών εξουσίας (πράγμα που καταρχάς θα μπορούσε να αποκλείσει την απόδοση της ευθύνης στον Φουριέ ή στον Μπακούνιν).

Εδώ έγκειται, ασφαλώς, το ρίσκο μιας σκέψης που διερευνά, εξερευνά, προβάλλεται στο μέλλον, εκτίθεται, προχωρεί ανακαλύπτοντας, με τον κίνδυνο της κατάρρευσης, μιας γόνιμης ή μιας άγονης –ανάλογα– τροχιάς. Εκτοξεύοντας την άποψη, σαν να είναι απολύτως προφανές, χωρίς περαιτέρω επιφύλαξη, ότι η Κομμούνα των Παρισίων είναι η έκφραση των «πιο ρατσιστικών δομών του σοσιαλισμού», ο Φουκώ προκαλεί. Και, χωρίς αμφιβολία, το διασκεδάζει. Όμως αυτά τα αστεία δεν είναι ποτέ άσκοπα: μας κάνουν να σκεφτούμε και να επανεξετάσουμε ό,τι θεωρούσαμε πως κατέχουμε από μια πέρα για πέρα ασφαλή γνώση.

 

Μια τελευταία ερώτηση, για να δραπετεύσουμε από αυτή τη συνέντευξη: το τελευταίο σας βιβλίο έχει έναν προκλητικό τίτλο: Οι υπηρέτες είναι κουρασμένοι (οι κύριοι επίσης). Ποια είναι η σχέση που εκτυλίσσεται μεταξύ της ειρωνείας ή του χιούμορ και της φιλοσοφικής γραφής;

Στη φιλοσοφική γραφή (ή τον λόγο), η ειρωνεία και το χιούμορ, αλλά, επίσης, και ο σαρκασμός, η χλεύη, μπορεί να έχουν τόσο μια κολακευτική λειτουργία όσο και μια υπονομευτική. Στην πρώτη περίπτωση ανήκει το bel esprit της καθιερωμένης φιλοσοφίας, που αυτοπροβάλλεται, με εξάρσεις πνευματωδών αστεϊσμών για μυημένους και λογοπαιγνίων για σπεσιαλίστες, λάμποντας μπροστά σε ένα κοινό που είναι ήδη στα πόδια τους έπειτα από τόσο μπρίο και γοητευτική πολυμάθεια. Τον καιρό που σπούδαζα φιλοσοφία, αυτό το είδος άσκησης αντηχούσε ευρέως στα σανίδια των καλλιεργημένων κοινωνικών κύκλων της επαρχίας. Εκεί οι τοπικοί καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή Παριζιάνοι συγγραφείς «σε αποστολή», έρχονταν να θαμπώσουν την τοπική καλλιεργημένη αριστοκρατία με τις, χωρισμένες σε τρία μέρη, ομιλίες τους, με μια δόση πικάντικης, απολαυστικής ειρωνείας, σε στιλ Βολταίρου, που σκόπευε να δείξει σε αυτούς τους ανίδεους ότι μπορούμε να είμαστε εμβριθείς, χωρίς να παίρνουμε τον εαυτό μας στα σοβαρά. Ήταν αυτός ένας από τους τρόπους, την εποχή της δόξας του Σαρτρ, με τους οποίους η ακαδημαϊκή φιλοσοφία φυσούσε τις στάχτες της χαμένης της κυριαρχίας.

Με την αντίθετη εκδοχή καταπιάνεται ο Νιζάν στο έργο του Τα σκυλιά φύλακες [Les chiens de garde] – ασκώντας την υπονομευτική ειρωνεία που πετσοκόβει ανελέητα τη φιλοσοφία των καθηγητών και πετά ταχύτατα στον αέρα τα σορβοννικά κεφάλια. Είναι μια άσκηση ασύγκριτα πιο δυναμωτική, μια ιστορία με την οποία κι εγώ ασχολούμαι στο περιθώριο της δραστηριότητάς μου, έτσι για να σκοτώνω την ώρα μου.

Μια μέρα, για παράδειγμα, εμφανίστηκα ως κληρονόμος του Λεόν Ντωντέ, γιου του Αλφόνς, και από τις κεντρικές φιγούρες της Action française των αρχών του 20ού αιώνα, συγγραφέα ενός διηγήματος, ξεχασμένου από καιρό, που φέρει τον τίτλο Η ασυμφωνία [La Mésentente]· έστειλα λοιπόν μια εξώδικη πρόσκληση στον Ρανσιέρ απαιτώντας να αλλάξει τον τίτλο πρόσφατου δοκιμίου του που είχε τον ίδιο τίτλο, απειλώντας, βέβαια, με δικαστική προσφυγή. Μη ορρωδώντας προ ουδενός, του πρότεινα και έναν εναλλακτικό τίτλο – Le Différend.3 Απ’ ό,τι μου είπε ο κόσμος, πάντοτε καλά πληροφορημένος, ο βάρδος της ισότητας των διανοιών [égalité des intelligences] έχασε την όρεξη και τον ύπνο του για μερικές εβδομάδες, μέχρι τη στιγμή που, γενναιόδωρα, έκανα την αποκάλυψη με την ευκαιρία μιας γιορτής για το τέλος του έτους στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Paris 8. Το άξιζε: σπάνια είδα, στη συντεχνία μας, άλλον τύπο που να ενδιαφέρεται τόσο λίγο να κρύψει την περιφρόνηση που του προκαλούν οι κοινές (πανεπιστημιακές) διάνοιες.

Κάποια χρόνια αργότερα φωτογράφισα στη βιομηχανική ζώνη μιας μικρής πόλης στο Massif Central (Κεντρικό Ορεινό Όγκο), μια πινακίδα που έφερε την επιγραφή «Απολυμάνσεις Μπαντιού» και την έστειλα αμέσως στον περισσότερο-μεταφρασμένο-στο-εξωτερικό-Γάλλο-σύγχρονο-φιλόσοφο. Αυτός που, συνήθως, δεν απαντά ποτέ στα ιμέιλ που του στέλνουμε, μου απάντησε αμέσως, ευχαριστώντας με θερμά. Προφανώς ο ρόλος του Μεγάλου Απολυμαντή του πήγαινε γάντι. Δεν σκέφτηκε, μέσα στην απέραντη ματαιοδοξία του, ότι το μήνυμα θα μπορούσε να αναγνωστεί λιγότερο ευνοϊκά.

Πριν από λίγο καιρό, όταν ο Ρενέ Σερέρ έκλεισε τα ενενήντα του χρόνια, του έστειλα ως δώρο, με μια ψεύτικη αφιέρωση, το τελευταίο έργο αυτού του πολύ μικρού πράγματος που ακούει στο όνομα Λυκ Φερρύ, παλιού απαίσιου υπουργού [ancient sinistre] της Εθνικής Παιδείας: ένα μάτσο λιγδιασμένα χαρτιά δηλαδή που επιγράφονται Περί έρωτος [De l’amour]. Η μαϊμού αφιέρωση δήλωνε τον εντελώς απίθανο θαυμασμό που προκάλεσε στον Ferry/Grenelle4 (ο άλλος είχε το ψευδώνυμο Ferry/Tonkin)5 το έργο του Ρενέ. Αυτός δεν ξέρω μέχρι ποιο σημείο ξεσκέπασε την απάτη, και θα μου αντιγυρίσουν βέβαια ότι αυτό ήταν ένα αρκετά σκληρό αστείο, εις βάρος ενός φίλου που δεν θα μπορούσαμε να του προσάψουμε ούτε την υπεροψία ούτε την αλαζονεία των δύο προηγούμενων. Ασφαλώς, αλλά ο Ρενέ είχε μόλις πάρει δημόσια θέση, με επιχειρήματα το ένα πιο σαθρό από το άλλο, υπέρ της υποψηφιότητας Ολλάντ στις προεδρικές εκλογές, από τον πρώτο γύρο, συνθήκη επιβαρυντική! Και αυτού του είδους η εκτροπή που δυσφημίζει τη μικρή φιλοσοφική μας κοινότητα απαιτεί άμεση επανόρθωση.

Αλλά γιατί σας τα αφηγούμαι όλα αυτά; Α ναι, η ειρωνεία, το χιούμορ στη φιλοσοφική γραφή! Άντε, βιαστείτε να μεταφράσετε όλα αυτά και να τα εξορίσετε προς τον Ελλήσποντο, στη γειτονική σας Τουρκία! Ούτε γάτα ούτε ζημιά!

 

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Ηροδότου

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΔΩ

 

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

  ΧΡΟΝΟΣ 03 (07.2013)