τι είναι αυτό το πράγμα που ονομάζουμε «τηλεόραση»; *

 

Ένα οριακό σχόλιο για το μέσο που μονοπωλεί εδώ και μέρες την προσοχή των μέσων

Δημήτρης Γκινοσάτης

 

Εν αρχή, μία γενική παρατήρηση επιστημολογικής τάξεως:

Ως κληρονόμοι μιας μακράς και κραταιάς παράδοσης βασισμένης κυρίως στον λόγο και τη γραφή, οι ειδήμονες εκπρόσωποι των ανθρωπιστικών επιστημών –κοινωνιολόγοι, φιλόσοφοι ή θεωρητικοί αποτιμητές του πολιτισμού–, στρεφόμενοι προς τον ολοένα και πιο αποφασιστικό πλέον ρόλο της τεχνικής και της τεχνολογίας στη διαμόρφωση της σκέψης και της εμπειρίας στις εκβιομηχανισμένες κοινωνίες, δεν έπαψαν ποτέ να πέφτουν θύματα της ίδιας της εγγραμματοσύνης και του αλφαβητισμού τους: με άλλα λόγια, της ειδικής, περιορισμένης και περιοριστικής ικανότητάς τους να διαβάζουν και να αποκωδικοποιούν μονάχα λέξεις...

Το κριτικά αποστασιοποιημένο θεωρησιακό βλέμμα τους πάνω στα τεχνικά μέσα έφτανε ανέκαθεν μέχρι την τετράγωνη προειδοποιητική σήμανση που συνοδεύει τα κάθε λογής μηχανήματα και μαραφέτια, όπου αναγράφεται η φράση: «να ανοίγεται μονάχα από τον ειδικό», την οποία μάλιστα ερμήνευαν ανέκαθεν κατά γράμμα, δηλαδή την εκλάμβαναν κυριολεκτικά!

Ως εάν συνθήκη δυνατότητας του εξαγνισμένου από την καταραμένη εγγύτητα με τα πράγματα κριτικού βλέμματος –αν μπορεί να υπάρξει ποτέ κάτι τέτοιο, εφόσον και αυτό το βλέμμα χρειάζεται ένα σημειακό σύστημα μεσολάβησης και άρα μια τεχνολογία για να αρθρωθεί ως τέτοιο– να ήταν πράγματι η τυφλότητα!

Μείζονα παραδείγματα μιας τέτοιας τυφλότητας –ετερογενή μεν ως προς την προέλευση, τη μέθοδο και τη στόχευσή τους, ωστόσο συγκλίνοντα ως προς την ανθρωποκεντρική κατεύθυνση του ερμηνευτικού μοντέλου που προτείνουν– είναι εκείνα των Marshall McLuhan και Theodor Adorno, όπου τα τεχνικά μέσα εμφανίζονται πάντοτε ως μέσα για τον άνθρωπο, είτε ως θετικές προεκτάσεις αυτού είτε ως μέσα αλλοτρίωσής του.

Πράγματι, εκεί που για τον ΜcLuhan2 το ψυχρό μέσο «τηλεόραση» αποτελεί ένα εργαλείο πολιτισμικής διασύνδεσης το οποίο φέρει σε εγγύτητα τους ανθρώπους, ανάγοντας την ανθρωπότητα μέσω ενός είδους σύντηξης/συρρίκνωσης στο καθεστώς του «παγκόσμιου χωριού», για τον Adorno το μέσο «τηλεόραση» αποτελεί έναν καταστροφικό ψυχολογικό μηχανισμό που έχει όσο κανένα άλλο την ικανότητα να επιδρά στο ασυνείδητο.

Ωστόσο, σε κανέναν από τους δύο μεγάλους θεωρητικούς δεν θα βρει ο επίδοξος ερευνητής πραγματικές ιστορικοτεχνικές αναλύσεις του μέσου «τηλεόραση» ούτε κάποιο ίχνος υψηλής εποπτείας των τεχνολογικών a priori της.

Ετούτη όμως η εναρκτήρια παρατήρηση έχει και μία άλλη παραπληρωματική όψη:

Στο πεδίο της ιστορικής και θεωρητικής μελέτης των τεχνικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων που κατά συνήθεια και με κριτικό τις περισσότερες φορές πρόσημο αποκαλούμε εδώ και μερικές δεκαετίες «μαζικής ενημέρωσης», έχει καταστεί κάτι παραπάνω από πρόδηλο πως η προσφυγή στις κλασικές κατηγορίες μιας παραδοσιακής τελεολογικής αντίληψης περί ιστορίας –εννοούμενης ως γραμμικής προοδευτικής κίνησης που τείνει προς ένα εκάστοτε «τέλος»– αποδεικνύεται τουλάχιστον ατελέσφορη, αν όχι παραπλανητική, ειδικά δε όταν μια τέτοια τελεολογική-ιστορική προοπτική αφορά τα μίντια και τους μετασχηματισμούς τους.

Στην εγκαθίδρυση και διαιώνιση αυτού του σφάλματος έχουν βεβαίως σε μεγάλο βαθμό συμβάλει και οι κατεστημένες ανθρωποκεντρικές, ψυχοκοινωνιολογικές προσεγγίσεις περί μέσων, εντός κι εκτός του ακαδημαϊκού χώρου, οι οποίες ανέκαθεν έτειναν ως επί το πλείστον να παρατηρούν και να πραγματεύονται τα τελευταία με όρους «μορφής-περιεχομένου» κι όχι με όρους καθαρά «λειτουργιστικούς», αδιαφορώντας για το εκ πρώτης όψεως μη παρατηρήσιμο «σκληρό» τεχνολογικό υπόστρωμα, το «μαύρο κουτί» του εκάστοτε «μέσου».

Πράγματι, ένα πρώτο θεμελιακό (θετικό αυτή τη φορά) μάθημα, το οποίο μας πρόσφερε η περίφημη σχολή του Τορόντο, κυρίως διά στόματος ΜcLuhan, είναι πως τα μέσα ούτε «αρχίζουν» ούτε «τελειώνουν». Πως το ζήτημα της αρχής και του τέλους ενός μέσου τίθεται από τη στιγμή που τα αντιληφθούμε εσφαλμένα ως μεμονωμένα μορφικά τεχνουργήματα, ως καθηλωμένες ντιζάιν μορφές ή «κουτιά» στη μέση του σαλονιού μας. Πως τα μέσα ποτέ δεν εξαφανίζονται, αλλά ενσωματώνονται ως περιεχόμενα σε άλλα μέσα και πως μόνον τότε, κατά τη διαδικασία ενσωμάτωσής τους στο νέο μέσο, μπορεί να αποκαλυφθεί το είναι τους. Πως, εντέλει, δεν υπάρχουν «Τα Μέσα» αλλά πολλαπλά πλέγματα τεχνολογιών που διαρκώς αποσυναρμολογούνται και απεδαφικοποιούνται προκειμένου να επανασυναρμολογηθούν και να επανεδαφικοποιηθούν, συζευγνυόμενα με άλλες τεχνολογίες, σε ένα νέο μορφικό συγκείμενο. Και φυσικά, η τηλεόραση δεν αποτελεί επ’ ουδενί εξαίρεση.

 

σελ. 1 (από: 3) ΧΡΟΝΟΣ 02 (06.2013) < προηγ. άρθρο     |     επόμ. σελίδα >