Ελλάδα και βαλκανικά κράτη: μεγάλη εγγύτητα, μεγάλες αποστάσεις

 

Η δεκαετία του ’90 λειτούργησε ως αφετηρία
για τις αναδιαπραγματεύσεις της ελληνικής ταυτότητας
μέσα από τη βαλκανική ματιά, την ελληνική ιστορία και τη μεταποικιακή θεωρία

 

Αυγούστα Δήμου

 

Και ενώ το ευρώ ψυχορραγεί, τα Βαλκάνια ετοιμάζονται για την επόμενη διεύρυνση, σε εμφανή κόπωση όμως και με συγκρατημένο ενθουσιασμό. Την 1η Ιουλίου η Κροατία εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως το επόμενο κράτος-μέλος, το εικοστό όγδοο στη σειρά. Και ενώ στο σχετικό δημοψήφισμα στις αρχές του 2012 για την είσοδο της χώρας στην Ε.Ε. η συμμετοχή ήταν κοντά στο 50%, στις πρόσφατες εκλογές για την ανάδειξη των Κροατών ευρωβουλευτών η συμμετοχή με το ζόρι άγγιξε το 21%. Παράλληλα στα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη Βουλγαρία και Ρουμανία ανακοινώθηκε ότι θα χρειαστεί να περιμένουν τουλάχιστον μέχρι το 2014 για την ένταξή τους στη Συμφωνία του Σένγκεν. Ευρωσκεπτικισμός, ευρωκόπωση ή ευρωφοβία; Όλα μαζί.

Από την έναρξη της οικονομικής κρίσης η ευρωπαϊκή ενοποίηση βρίσκεται σε κρίση, όχι μόνο κρίση οικονομική και κοινωνική αλλά ταυτόχρονα κρίση νοήματος και ταυτότητας. Όχι πως το ευρωπαϊκό όραμα ήταν ποτέ ξεκάθαρο και οριοθετημένο. Αντιθέτως, η Ευρώπη αντιπροσωπεύει αντίρροπες και αμφίρροπες δυνάμεις και ακριβώς αυτή η έλλειψη στόχου, οράματος και συγκεκριμένων κοινωνικοπολιτικών προτάσεων ενισχύει την υπάρχουσα περιρρέουσα αμφιβολία όσον αφορά τον κοινό δρόμο και σκοπό των κρατών που την απαρτίζουν. Από την άλλη πλευρά είναι επίσης αλήθεια ότι το ευρωπαϊκό πείραμα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 προχώρησε γρήγορα, ίσως πιο γρήγορα από την αντίστοιχη δυνατότητα και ικανότητα των ευρωπαϊκών κοινωνιών να εφαρμόσουν, να προσαρμόσουν και να σταθεροποιήσουν τα κεκτημένα.

Παρ’ όλα αυτά πρέπει να σημειωθεί ότι οι ευρωπαϊκές ταυτότητες υπόκεινται σε μετασχηματισμό όχι από την αρχή της κρίσης αλλά από την απαρχή του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Τα σχήματα και οι αποχρώσεις που παίρνουν κατά καιρούς εξαρτώνται από διάφορους παράγοντες: από τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες είχαν εγγράψει προηγουμένως την έννοια της Ευρώπης στην εθνική τους ταυτότητα και στα ιστορικά τους αφηγήματα, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους σε σχέση με τους γείτονές τους πολιτισμικά και γεωπολιτικά, τον τρόπο με τον οποίο τοποθετήθηκαν απέναντι σε άλλες ιστορικές κληρονομιές και περιόδους. Οι μεγάλες ανατολικές αυτοκρατορίες (Αψβούργοι, Οθωμανοί, Ρομανόφ κτλ.) για παράδειγμα, η κομμουνιστική Ανατολική Ευρώπη και η Σοβιετική Ρωσία, η περίοδος της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, ο Α΄ και ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, ο προτεσταντισμός και ο καθολικισμός, ο χριστιανισμός και το Ισλάμ, αποτελούν μερικά από τα σημεία αναφοράς και οριοθέτησης των ευρωπαϊκών ταυτοτήτων. Σε αυτά τα προϋπάρχοντα στρώματα πραγματικής ή και φαντασιακής ιστορικής εμπειρίας προστέθηκαν οι πολλαπλές προσδοκίες από τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ενοποίηση. Οι προσδοκίες άμβλυναν τις ιστορικές αντιθέσεις και δημιούργησαν την ελπίδα ότι όλη αυτή η διαφορετικότητα θα μπορούσε να εγγραφεί ισότιμα στον έννοια του ευρωπαϊκού. Αυτή τη στιγμή οι προσδοκίες έχουν μεταμορφωθεί σε φόβο. Έναν φόβο που παραδόξως μοιράζονται όλοι, και οι πιο ισχυροί και οι πιο ανήμποροι, όχι βέβαια επί ίσοις όροις. Πρόκειται για τον φόβο απέναντι στον υποβιβασμό, την απώλεια, την έλλειψη και την αβεβαιότητα. Αυτή τη στιγμή η θετική συνέργεια και αλληλεπίδραση μεταξύ εθνικής και ευρωπαϊκής ταυτότητας έχει διακοπεί σε όλη την Ευρώπη. Ας ελπίσουμε πως πρόκειται μόνο για μια περιστασιακή στασιμότητα και όχι για μια οπισθοχώρηση εφ’ όλης της ύλης.

 

1990: νέες προκλήσεις και νέες στοχεύσεις για την ελληνική ταυτότητα

(Μετάφραση: Μαριλένα Μυλωνά)

Ποια είναι όμως η θέση που καταλαμβάνει η Ελλάδα αφενός στη γειτονιά των Βαλκανίων και αφετέρου στο ευρωπαϊκό εγχείρημα μετά το 1989; Πώς επηρέασαν την ελληνική ταυτότητα τα μεταναστευτικά κύματα από τον Βορρά και πώς τα μεταναστευτικά κύματα από την Ανατολή; Η καινούρια μελέτη Η βαλκανική προοπτική. Ταυτότητα, κουλτούρα και πολιτική στην Ελλάδα από το 1989 και μετά που κυκλοφόρησε πρόσφατα στις Η.Π.Α., γραμμένη από τον καθηγητή Βαγγέλη Καλότυχο, δίνει μια ενδιαφέρουσα απάντηση διερευνώντας ειδικότερα το πώς παρενέβη η κουλτούρα και προσδιόρισε τους ευρύτερους κοινωνικούς, πολιτικούς και γεωπολιτικούς μετασχηματισμούς που χαρακτηρίζουν αυτή την περίοδο. Τα θεμελιώδη διακυβεύματα που αφορούσαν ζητήματα όπως ο εκσυγχρονισμός και ο εξευρωπαϊσμός της Ελλάδας, πραγματοποιήθηκαν, εξηγεί ο συγγραφέας, μέσω και αναφορικά με τον βαλκανικό της χαρακτήρα και το εννοιολογικό του πλαίσιο. Με άλλα λόγια, από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 μια σειρά γεγονότα όπως η πτώση του Τείχους, οι πόλεμοι και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, οι στρατιωτικές επεμβάσεις στον βαλκανικό χώρο, αλλά και ιδεολογίες όπως η πολυπολιτισμικότητα, ο νεοφιλελευθερισμός, ο εθνικισμός κ.λπ. ή και διαδικασίες όπως η μετανάστευση, η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η νομισματική ένωση κ.λπ., συνέτειναν στη δημιουργία ενός δυναμικού μείγματος συνθηκών που επέβαλε την επαναδιαπραγμάτευση της ελληνικής ταυτότητας όσον αφορά την πολιτισμική σφαίρα.

Η Ελλάδα, εξαιτίας της ιδιαίτερης θέσης της, επειδή ανήκει τόσο στα Βαλκάνια όσο και στη Δυτική Ευρώπη αλλά και επειδή είναι πιο ανεπτυγμένη οικονομικά σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της περιφέρειάς της, θεωρήθηκε ότι θα μπορούσε να διαδραματίσει τον διπλό ρόλο αφενός της χώρας-παραδείγματος και αφετέρου της χώρας υποδοχής. Ταυτόχρονα, από αναλυτική σκοπιά αυτή ακριβώς η διττή θέση είναι που καθιστά εξαρχής την Ελλάδα ιδανικό παράδειγμα προς μελέτη στο πλαίσιο της μεταποικιακής κριτικής, ειδικά αν πρόκειται για μια μελέτη που αφορά τις επεμβάσεις της Δύσης στην περιοχή, όπως στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας κατά τη δεκαετία του ’90.

Το βασικό επιχείρημα του Καλότυχου είναι ότι από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 ως μέρος του ευρωπαϊκού εγχειρήματος η Ελλάδα όφειλε από τη μια πλευρά να επαναδιατυπώσει τους όρους της δικής της ελληνικής ταυτότητας κατά τέτοιον τρόπο ώστε να εκφράζει ξένες στοχεύσεις, όπως αυτή της πολυπολιτισμικότητας η οποία και αποτελεί σημαντικό ζητούμενο στο πλαίσιο της Ε.Ε. Από την άλλη πλευρά, ευρισκόμενη εντός του προαναφερθέντος πλαισίου και αντιμετωπίζοντας νέες προκλήσεις όπως αυτή της μαζικής μετανάστευσης από χώρες των Βαλκανίων, η Ελλάδα έπρεπε να επαναδιαπραγματευθεί παράγοντες της ελληνικής ταυτότητας όπως η διαφορετικότητα και η ιδιότητα του πολίτη, αλλά και δομικά στοιχεία της όπως η εθνικότητα, το φύλο και η ταξικότητα/τάξη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ανάλυση του Καλότυχου μας προσφέρει μια θεώρηση της βαλκανικής πραγματικότητας από την οπτική γωνία που επιβάλλει η ιδιαίτερη θέση της Ελλάδας και η ευμετάβλητη αίσθηση ταυτότητας και διαφοροποίησης που υφίσταται μεταξύ της χώρας και του βαλκανικού χώρου.

Παράλληλα, ο Καλότυχος υποστηρίζει ότι οι αναφορές στα Βαλκάνια πηγάζουν από φαντασιακές πολιτισμικές συνάφειες, οι οποίες προτάσσουν θετικές κοινωνικές και πολιτικές δυνατότητες. Και με τον τρόπο αυτόν συναρτά εκείνο που ονομάζει «βαλκανικό καλό» –μια πιθανότητα αντίστασης στις εξωτερικές επιταγές και αγώνα– προς μια γόνιμη αυτοσυνειδησία που επιτρέπει την ανάδειξη μιας πιο κριτικής θεωρητικής αντιμετώπισης 

Καθηγητής στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών του νεοϋορκέζικου Πανεπιστημίου Κολούμπια, ο Καλότυχος στηρίζει την ανάλυσή του στην παράδοση των μεταποικιακών θεωριών που πραγματεύονται την αποικιοποίηση του κοινωνικού φαντασιακού, καθώς και σε μια σειρά μελετών που διερευνούν τις ιστορικές συγκυρίες στο πλαίσιο των οποίων αυτή η πνευματική αποικιοποίηση έλαβε χώρα. Ειδικότερα τον απασχολούν οι αναδιαπραγματεύσεις και οι μεταμορφώσεις των αναπαραστάσεων του Εαυτού και του Άλλου εντός του μεταβαλλόμενου (από το 1989) ευρωπαϊκού και βαλκανικού πλαισίου αναφοράς. Αναλύει λοιπόν τον τρόπο με τον οποίο η σημειολογία της ομοιότητας και της διαφορετικότητας, και κατ’ αντιστοιχία οι ματιές της αναγνώρισης και της απόστασης που διαμορφώθηκαν στην ελληνική κοινωνία στα τέλη της δεκαετίας του ’80, υπαγορεύτηκαν τόσο από τις συνεχείς αλλαγές του περιφερειακού και γεωπολιτικού της πλαισίου όσο και από τις μαζικές μεταναστευτικές εισροές από γειτονικές χώρες. Σε αυτή την ανάλυση, ο Καλότυχος περιλαμβάνει πολιτικές αναφορές καθώς και αναφορές σε δημοφιλή θέματα, στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Οφείλοντας πολλά στον τομέα των πολιτισμικών σπουδών, η οπτική του αποτυπώνει εντέλει μια διεπιστημονική προσέγγιση που εκτός από τα εργαλεία της πολιτισμικής θεωρίας χρησιμοποιεί και εκείνα της συγκριτικής λογοτεχνίας, των κοινωνικών επιστημών και της ανθρωπολογίας, της ιστορίας, των πολιτικών επιστημών και της ψυχανάλυσης.

 

Αντανακλάσεις και αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας

Στα έξι κύρια κεφάλαια του βιβλίου ο συγγραφέας χτίζει την υπόθεσή του αναφορικά με τον επαναπροσδιορισμό της περιόδου του τέλους της δεκαετίας του ’80, ενώ παράλληλα μας ταξιδεύει με αναλυτικό και περιγραφικό τρόπο στον βαθύτερο ιστορικό χρόνο με σκοπό να προβάλει πτυχές της μακροπρόθεσμης προοπτικής και να πλαισιώσει τις παραπάνω αλλαγές σε ευρύτερες αφηγηματικές κατασκευές. 

«Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε»: Η μελέτη ανοίγει με μια επιχειρηματολογία εναντίον της άποψης της Μαρία Τοντόροβα η οποία υποστηρίζει ότι πέρα από το αφηγηματικό κατασκεύασμα των Βαλκανίων πρέπει να λαμβάνουμε ταυτόχρονα υπόψη μας και «τον συμπαγή χαρακτήρα της βαλκανικής ιστορικής εμπειρίας». Με την ανάλυσή του ο Καλότυχος υποστηρίζει την ασταθή αναφορικότητα των Βαλκανίων, «την εσωτερικότητα και την εξωτερικότητά τους, την εγγύτητα των αποστάσεων και την απόσταση της εγγύτητάς τους», που έρχονται σε άμεση αντίθεση με αυτόν ακριβώς τον συμπαγή χαρακτήρα τους. Η θεωρητική του προσέγγιση αναπτύσσεται τόσο σε σχέση με τη σύγχρονη ελληνική και βαλκανική θεωρία όσο και αναφορικά με τις θεωρητικές εργασίες που εκπονήθηκαν κατά τη δεκαετία του ’90 πάνω στην έννοια του «βαλκανισμού».

«Ονόματα, διαφορές»: Το δεύτερο κεφάλαιο πραγματεύεται την κρίση του «Μακεδονικού» και τον τρόπο με τον οποίο αυτή επηρέασε την ταυτότητα και τις αυτο-αναπαραστάσεις της κοινωνίας. Η διαμάχη για το Μακεδονικό τοποθετείται χρονικά στο θυελλώδες και πολύσημο πλαίσιο της δεκαετίας του ’90, που χαρακτηρίστηκε από ένα διεθνές κλίμα υπό το οποίο προπαγανδίστηκε το ήθος της πολυπολιτισμικότητας, η ένοπλη διαμάχη στη Γιουγκοσλαβία, ο επαναπροσδιορισμός των σχέσεων Ανατολής και Δύσης μετά το 1989 όπως είχε περιγραφεί σε έργα όπως η Σύγκρουση των πολιτισμών του Σάμιουελ Χάντινγκτον, και τέλος η αναβίωση των παλαιών στερεοτύπων που αφορούσαν τα Βαλκάνια κατά τη διάρκεια των γιουγκοσλαβικών πολέμων. Ο Καλότυχος προχωρεί σε μια πολιτισμική ανάγνωση αφενός των κοινωνικών και ιστορικών εξελίξεων (κατάρρευση των εννοιών Αριστεράς και Δεξιάς, μαζικές μεταναστεύσεις πληθυσμών, αύξηση του εθνικισμού, ενίσχυση του ρόλου της Εκκλησίας κτλ.) που σηματοδότησαν μια κρίση της ελληνικής ταυτότητας, και αφετέρου του τρόπου με τον οποίο οι παραπάνω αλλαγές επηρέασαν με τη σειρά τους την τοποθέτηση της Ελλάδας απέναντι σε μια πολυπολιτισμική και υπερεθνική Ευρώπη.

«Επανάληψη, διαμεσολάβηση»: Στη συνέχεια ο συγγραφέας εξερευνά το γενικότερο ζήτημα του ιστορικού τραύματος εξετάζοντας τρεις εμβληματικές κινηματογραφικές ταινίες της δεκαετίας του ’90: Το βλέμμα του Οδυσσέα του Θόδωρου Αγγελόπουλου, Underground του Εμίρ Κουστουρίτσα και Πριν τη βροχή του Μίλτσο Μαντσέφσκι. Ο Καλότυχος προχωρεί πέρα και πίσω από το επανεμφανιζόμενο σχήμα της επανάληψης και την κυκλική δομή των ταινιών αυτών. Σε αντίθεση με άλλες αναγνώσεις (Ντ. Ιορντάνοβα), σύμφωνα με τις οποίες οι παραπάνω ταινίες αναπαράγουν στερεότυπα και μοιρολατρικά μοτίβα, ο Καλότυχος υποστηρίζει ότι αυτές οι ταινίες αναφέρονται η καθεμιά με διαφορετικό τρόπο στο ζήτημα της ευθύνης και της υποχρέωσης εκείνης που υπαγορεύει στο άτομο να παρεμβαίνει στο παρόν του.

 

Προσεγγίσεις, όρια και προοπτικές

«Γεφύρια, μεταφορές»: Προκειμένου να εξερευνήσει τη σχέση των «εντός» και των «ξένων», ο Καλότυχος εστιάζει στην έννοια του γεφυριού όπως αυτή χρησιμοποιείται μεταφορικά στη βαλκανική λαϊκή παράδοση, στο βαλκανικό μοντέρνο και μεταμοντέρνο μυθιστόρημα (Ίβο Άντριτς, Ισμαήλ Κανταρέ, Άρης Φακίνος) και στον κινηματογράφο (Θόδωρος Αγγελόπουλος). Και στο τέταρτο κεφάλαιό του καταλήγει σε μια ενδιαφέρουσα διαπίστωση: ότι το γεφύρι, με τη μεταφορική του έννοια, παρουσιάζεται όχι ως παράγοντας που ενώνει αλλά ως παράγοντας που χωρίζει. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει με βάση το γεγονός ότι η χρήση της συγκεκριμένης μεταφοράς στον βαλκανικό χώρο συνδέεται με την αντίληψη της ξένης επέμβασης ή της εισαγωγής ξένων στοιχείων που σκοπό έχουν να αναδιοργανώσουν τη σκέψη, τον λόγο και τη συμπεριφορά.

«Όρια, συνύπαρξη»: Η μελέτη εξετάζει επίσης τις σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων και τον τρόπο με τον οποίο οι αφηγήσεις της συνύπαρξής τους έχουν επαναπροσδιοριστεί μέσα από την επιστροφή του ιστορικού μυθιστορήματος στο ελληνικό προσκήνιο. Ωστόσο παρότι τα ελληνικά μυθιστορήματα (και οι ταινίες) της δεκαετίας του ’90 φαινομενικά προσπάθησαν να προβάλουν μια πιο εκλεπτυσμένη και σύνθετη αναπαράσταση του οθωμανικού παρελθόντος, παρέμειναν και αυτά παγιδευμένα σε συγκεκριμένα ταμπού. Οι στερεότυπες αναφορές στον θρησκευτικό προσηλυτισμό, στην υποταγή και στους φόβους αναφορικά με τη σεξουαλική επαφή που γίνεται αντιληπτή ως μίασμα, παρουσιάζονται ως σταθερά μοτίβα στην αφήγηση της ελληνοτουρκικής συνύπαρξης. Στην πραγματικότητα, εξηγεί ο συγγραφέας στο πέμπτο κεφάλαιο, όλες αυτές οι αφηγήσεις εκφράζουν μια τάση απόρριψης της διαφορετικότητας, ακριβώς τη στιγμή εκείνη που η συνύπαρξη τείνει να υφίσταται πραγματικά και που οι συνθήκες για τον παραμερισμό των διαφορών είναι οι πλέον κατάλληλες. 

«Μεταναστεύσεις, προοπτικές»: Η βαλκανική διάσταση του φαινομένου της μετανάστευσης προς την Ελλάδα αναδεικνύεται σε τούτη τη μελέτη μέσα από την ανάλυση κινηματογραφικών ταινιών (του Σωτήρη Γκορίτσα, του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, του Θάνου Αναστόπουλου, του Φίλιππου Τσίτου) και λογοτεχνικών έργων (του Μένη Κουμανταρέα, του Σωτήρη Δημητρίου, του Άρη Φακίνου) του ’90 που αναφέρονται στο ζήτημα της μετανάστευσης από την Αλβανία και στα περιθώρια και τις προοπτικές ενσωμάτωσης ή/και εκμετάλλευσης των μεταναστών. Το έκτο αυτό κεφάλαιο διερευνά μέσα από το πλαίσιο του φύλου, της τάξης και της εθνικότητας το πώς εισέρχεται το σώμα πλέον στη νέα αυτή οικονομία της ανταλλαγής.

«Επίλογος. Επιστροφή στα Βαλκάνια»:Το βιβλίο κλείνει σχολιάζοντας τους ελληνικούς φόβους για μια πιθανή «επιστροφή στα Βαλκάνια» εξαιτίας της παρούσας οικονομικής κρίσης. Με αφετηρία την καινούρια πραγματικότητα όπου οι παλαιότερες γενιές μεταναστών στην Ελλάδα που προέρχονταν από τα Βαλκάνια αντικαθίστανται από νέα μεταναστευτικά κύματα από την Ασία και την Αφρική, ο Καλότυχος αναλύει τη χαμένη ευκαιρία μιας «βαλκανικής προοπτικής» που υφίστατο τη δεκαετία του ’90 και που θα μπορούσε να είχε προσφέρει τότε το νομικό, κοινωνικό και θεωρητικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ρευμάτων προς την Ελλάδα. Ωστόσο, την ώρα που η κρίση μοιάζει «να έχει γυρίσει την Ελλάδα πίσω στα Βαλκάνια», ταυτόχρονα έχει ενεργοποιήσει μια ακόμα πιο ισχυρή αφηγηματική γεωγραφία η οποία τοποθετεί την Ελλάδα και ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο στην έρημη χώρα μιας παραβατικής ευρωπαϊκής περιφέρειας. Έτσι η ελληνική προοπτική εμφανίζεται πλέον ως «παγκόσμια πρόκληση» με την έννοια της «δυνατότητας να αναπτυχθεί και να οργανωθεί μια αντίσταση μέσω πολιτικών σχημάτων με μαχητικό προφίλ».

Η δύναμη αυτού του βιβλίου έγκειται στην ποικιλία των θεματικών και των ζητημάτων που πραγματεύεται, καθώς και στην ικανότητα του συγγραφέα να προσφέρει μια διαφορετική και φρέσκια ανάγνωση των κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών διαδικασιών, μέσω μιας συνθετικής χρήσης της διεπιστημονικότητας και της μεταποικιακής θεωρίας. Το βιβλίο του Καλότυχου προσφέρει μια τεκμηριωμένη και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αφήγηση αναφορικά με την ελληνική θέση τόσο σε σχέση με τα Βαλκάνια όσο και ανεξάρτητα από αυτά. Τα καταφέρνει μέσω μιας συστηματικής αναζήτησης των καλλιτεχνικών και λογοτεχνικών έργων μέσω των οποίων η διαφορετικότητα αναπαράγεται και αφομοιώνεται.

-> ENGLISH TEXT

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 04 (08.2013)