ο μαιτρ της αποκάλυψης

 

Ο πόλεμος της ιστορίας, ο εσωτερικός πόλεμος και η θανάσιμη απειλή του υπαρξιακού κενού
στο μυθιστόρημα Πόλεμος και πόλεμος. Εισαγωγή στον Ούγγρο συγγραφέα Λάσλο Κρασναχορκάι

Ιωάννα Αβραμίδου

 

Μπορεί ο Κρασναχορκάι να είναι Ούγγρος υπήκοος και να τοποθετεί ορισμένες από τις ιστορίες του στην Ουγγαρία, δεν είναι όμως ένας Ούγγρος, αλλά ένας οικουμενικός συγγραφέας, δεδομένου ότι τα θέματα που πραγματεύεται σε όλο το έργο του κι όχι μόνο στο Πόλεμος και πόλεμος (Πόλις), είναι οντολογικής φύσης και αφορούν την ανθρώπινη κατάσταση σ’ έναν κόσμο στον οποίο τα υποκείμενα, παγιδευμένα μέσα στον ιστό της ιστορίας και ερριμμένα σ’ έναν κόσμο δίχως θεμέλιο, είναι ανίκανα να αντιμετωπίσουν την παράνοια ενός πολιτισμού, ο οποίος, εδραιωμένος σε συνεχείς πολέμους, σφαγές και καταστροφές, κάνει τον βίο ανυπόφορο, άσκοπο και μάταιο, απομακρύνει τον άνθρωπο από τον αυθεντικό του εαυτό και τον καθιστά ανασφαλή ως προς την επιβίωσή του.

Ο Κρασναχορκάι στο Άλογο του Τορίνο, αλλά και στην Έλευση του Ησαΐα, εκφράζοντας μια αρνητική θεολογία, καθιστά τον Θεό εξίσου υπεύθυνο για την καταστροφή του κόσμου: «Εμείς καταστρέψαμε τον κόσμο και σ’ αυτό συνέβαλε κι ο Θεός», εφόσον, όπως αναφέρεται στη Βίβλο, «ο Θεός δημιούργησε τα πάντα και χωρίς αυτόν τίποτε δεν έγινε από όσα έχουν γίνει». Ο συγγραφέας ξύνει στα έργα του μια πολύ πιο βαθιά πληγή που υπήρχε, υπάρχει, και θα συνεχίσει πάντα να υπάρχει, ανεξάρτητα από πολιτικές ιδεολογίες ή πολιτικά καθεστώτα. 

Οι πολιτικές του απόψεις εκφράζονται στα κείμενά του τόσο συγκαλυμμένα, όπως και η φωτιά ενός ηφαιστείου που μαίνεται υπόγεια: σε μια από τις συνεντεύξεις του για το Τανγκό του Σατανά το οποίο αποτελεί μια εποποιία της πτώσης του κομμουνισμού στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, το διευκρινίζει: «Το μυθιστόρημα αυτό, λέει, μπορεί να λειτουργήσει και σήμερα δίχως να χρειάζεται να κάνω μεγάλες αλλαγές, διότι η ουσία δεν έχει αλλάξει – ο κόσμος, το κοινωνικό σύστημα και η ανθρώπινη ζωή, κατά βάθος, δεν έχουν αλλάξει στο ελάχιστο». Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να αναπαραστήσει μια ιστορική εποχή ή έναν συγκεκριμένο χώρο, αλλά μια πιο ουσιαστική οντολογική κατηγορία, ένα μάγμα που στάζει από ένα βαθύτερο στρώμα και μέσα στο οποίο μοιραία βαλτώνει ο άνθρωπος. Την Ιστορία, σε αντίθεση με την επίσημη ιστοριογραφία για την οποία λέει πως, και ως προς τις πηγές της και ως προς τον στόχο της, είναι μόνο μια κυνική καταγραφή ενός κράματος από αναμνήσεις, γνώσεις και παραστάσεις του παρελθόντος, λάθη, ψεύδη, υπερβολές, γενικεύσεις, ακρίβεια ή ανακρίβεια των χρονολογιών και των αριθμητικών δεδομένων, σωστές ή εσφαλμένες ερμηνείες, υποδείξεις, υποκειμενικότητα, την Ιστορία λοιπόν, την αντιμετωπίζει ως μελέτη βίου και ερμηνεία της συμπεριφοράς των ανθρώπων μέσα στον χρόνο, σε συγκεκριμένους πολιτισμούς-σύμβολα κατά τη διάρκεια των οποίων συνέβησαν κοσμογονικές αλλαγές που καθόρισαν τη ζωή και τη μοίρα τους.

Άγρυπνος απέναντι στα καυτά θέματα της ανθρώπινης κατάστασης, στις ανησυχίες της καλλιτεχνικής δημιουργίας, με βαθιά κοινωνική και πολιτική συνείδηση και ικανότητα φιλοσοφικών συλλογισμών, δημιουργεί μέσω της συναρμολόγησης ένα πανόραμα πραγματικών, ιστορικών, μυθολογικών, προσωπικών και λογοτεχνικών αναφορών που παραπέμπουν στην τεχνική του Δόκτορα Φάουστους του Τόμας Μαν. Οι μακροπερίοδοι προτάσεις του (ακόμα και πέντε σελίδων καμιά φορά), δίχως τελεία και με την καταχρηστική χρήση του κόμματος, σαν να θέλει να αφήσει τον ασθμαίνοντα αναγνώστη να πάρει μια ανάσα πριν προχωρήσει, παραπέμπουν στις μακράς διάρκειας σεκάνς του Μπέλα Ταρ. Το μη πραγματικό συμπλέκεται με το πραγματικό, έχουμε τη φανταστική ζωή του αντι-ήρωα του βιβλίου, του Κόριμ, αλλά και περιγραφές πραγματικών ανθρώπων, φίλων του συγγραφέα, όπως ο μουσικός των ταινιών του Μπέλα Ταρ, ο Μιχάλι Βιγκ, καθώς και ένα πραγματικό έργο ενός αληθινού καλλιτέχνη της άρτε πόβερα του Μάριο Μερτζ, ένα ιγκλού –αρχετυπικό σύμβολο μιας προστατευμένης ζωής– που βρίσκεται στο Μουσείο του Σαφχάουζεν μέσα στο οποίο ο συναισθηματικός Κόριμ θέλει να αφήσει –πριν αποσυρθεί οικειοθελώς από τον κόσμο κατακτώντας μ’ αυτόν τον τρόπο την υπέρτατη ελευθερία την οποία διακαώς ποθούσε– τους τέσσερις ήρωες του χειρογράφου που μονοπωλούν τον νου και την καρδιά του. Στα ιστορικά γεγονότα που περιγράφει, τα πραγματικά ιστορικά ονόματα, τα γεγονότα και τα τοπωνύμια διαπλέκονται με την ιστορία των τεσσάρων φανταστικών ηρώων του χειρογράφου που ακόμα και τα ονόματά τους, με την παράξενη ηχητική, παραπέμπουν σ’ έναν κόσμο χαμένο για πάντα. Το φθινοπωρινό φύλλο που το παρασέρνει ο άνεμος, αποτελεί ευθεία αναφορά στην παρωχημένη κατά τον συγγραφέα ποίηση των συμβολιστών και συγκεκριμένα στον Βερλαίν.

Ο Κρασναχορκάι τοποθετείται μ’ αυτόν τον τρόπο δίπλα στους μεγάλους στοχαστικούς συγγραφείς όπως ο Ντοστογέφσκι, ο Τόμας Μαν, ο Ρόμπερτ Μούζιλ, ο Μέλβιλ, ο Μπέκετ, ο Τόμας Μπέρνχαρντ. Είναι σαφές ότι έχει αφομοιώσει όλη τη λογοτεχνική και φιλοσοφική παράδοση της Δύσης κι έχει βρει το δικό του προσωπικό ύφος, μέσα από την πολύ ιδιαίτερη χρήση της γλώσσας καθώς και την παράδοξη θεματική του. Η γραφή του εναντιώνεται στον έλλογο χαρακτήρα της, την απελευθερώνει από τα περιοριστικά δεσμά της και εξωθεί την έκφρασή της μέχρι τα ακρότατα όριά της, δημιουργώντας μια νέα οπτική πάνω στην αισθητή πραγματικότητα και την Ιστορία. Εξωθεί τη γλώσσα σε σημείο που να αδυνατεί πλέον να εκφράσει τα συναισθήματα του ήρωα, κι αυτό το διαπιστώνουμε από την αλεξιθυμία του Κόριμ ο οποίος πολλές φορές στο κείμενο ψάχνει τις λέξεις για να εκφράσει επακριβώς αυτό που θέλει να πει, συναντούμε πολλές φορές την έκφραση «πώς να το πω;», «πώς να το εκφράσω;». Τονίζει το άλογο και άνευ νοήματος στοιχείο μιας ατομικής ή συλλογικής εμπειρίας, εγχείρημα που εάν χρησιμοποιούσε τις γραμματικές και συντακτικές δομές της συμβατικής γλωσσικής έκφρασης, θα παρέμενε ατελές αν όχι αδιέξοδο. Εμβαθύνοντας στον εσώτερο πυρήνα των όντων με τη χρήση μεταφορών, αποκτά μια νέα εποπτεία του εαυτού στη σχέση του με τον σύμπαντα κόσμο. Τοποθετώντας φαινομενικά αυθαιρέτως, αλλά ουσιαστικά εντελώς συνειδητά, τους τέσσερις ήρωες του χειρογράφου σε διάφορες ιστορικές περιόδους κατά τις οποίες ο ανθρώπινος πολιτισμός γνώρισε το απόγειο της ακμής και στη συνέχεια παράκμασε και εξαφανίστηκε, καταργεί τον γραμμικό χωρόχρονο, καταργεί τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ παρελθόντος παρόντος και μέλλοντος και αφηγείται την απόγνωση και την απελπισία της τρωτής και ευάλωτης ανθρώπινης κατάστασης διαμέσου των αιώνων, από την οποία δεν υπάρχει καμία θύρα εξόδου, παντού επικρατεί πόλεμος και πόλεμος, ο πόλεμος της ιστορίας και ο εσωτερικός πόλεμος με τον διαρκή και απροσδιόριστο φόβο και τη θανάσιμη απειλή του υπαρξιακού κενού που επικρέμαται πάνω από το κεφάλι του ανθρώπου.

Οι ιστορικές περίοδοι που επιλέγει ο Κρασναχορκάι δεν είναι αυθαίρετες, παρά τις μεγάλες τους διαφορές, διαθέτουν και πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τη σημερινή εποχή, με κυριότερο τον τρόπο της οικονομικής ανάπτυξης και τον παγκόσμιο και οικουμενικό ρόλο που έπαιξαν ως κέντρα οικονομικής εξουσίας και εμπορικοί κόμβοι της εποχής τους. Η Ρώμη, η Βενετία και η Γένοβα, το Μιλάνο και η Κολωνία με το χανσεατικό εμπόριο, ήταν οι πόλεις η αριστοκρατική τάξη των οποίων έθεσε τις βάσεις του οικονομικού και τραπεζικού συστήματος που μοιραία οδήγησε στη σημερινή κατάσταση. Ένα νέο πνεύμα άρχισε να κυριαρχεί – το πνεύμα του υλισμού και της εμπορευματοποίησης. Ακόμα και η τέχνη σταδιακά έγινε εμπόρευμα, και τα υποκείμενα μέσα σ’ αυτές τις κοινωνίες γίνονται μαριονέτες όπως λέει ο Μπύχνερ στο Θάνατο του Δαντόν των δυνάμεων που κινούν τα νήματα τους και εξουσιάζουν το πεπρωμένο τους. Ωστόσο, ενώ ο άνθρωπος έχει συνείδηση της δικής του φθαρτής και πεπερασμένης ύπαρξης, αλλά και των δημιουργημάτων του, η προμηθεϊκή φωτιά που καίει μέσα του και είναι συνυφασμένη με τη φύση του, τον ωθεί σε νέες εξορμήσεις, σε νέες ανακαλύψεις, σε νέα ξεκινήματα, ακόμα κι αν πολλές φορές χρειάζεται να ακροβατεί στο χείλος μιας θανάσιμης αβύσσου. Δημιουργεί έργα που υπερβαίνουν τον εαυτό του και τείνουν προς το θείο. 

Ο Κρασναχορκάι αναπτύσσει το μυθιστόρημά του σε δύο επίπεδα: πρώτον, στην ιστορία ενός ασήμαντου αρχειοφύλακα, του Γκιόργκι Κόριμ, ο οποίος ζει με τη διαρκή αγωνία ότι θα αποκολληθεί το κεφάλι του από το σώμα του (μια υπέροχη μεταφορά για την αγωνία του Δυτικού ανθρώπου ο οποίος έχει χάσει τον πνευματικό του προσανατολισμό και το μεταφυσικό του κέντρο). Ο Κόριμ επιχειρεί μια περιπετειώδη δραπέτευση από τον τόπο που του τάχτηκε να μείνει από γεννησιμιού του, όταν ξαφνικά ανακαλύπτει στο βιβλίο του Γερμανού Όττο Βάλτερ, το κεφάλαιο για τον Ερμή, τον θεό των ορίων, μεσολαβητή μεταξύ του χθόνιου και ουράνιου κόσμου, φωνή των θεών την οποία μεταφέρει στους ανθρώπους και οδηγό όλων εκείνων που χάνονται στα σκοτεινά μονοπάτια της ζωής τους αναζητώντας το νόημά της. Ο Ερμής του δείχνει ότι πίσω από τον αισθητό κόσμο υπάρχει κι ένας άλλος, πιο ερεβώδης και σκοτεινός, στα μονοπάτια του οποίου θέλει να περπατήσει και να τον ερμηνεύσει υπό την καθοδήγηση του Θεού. Δύσκολο να συνοψίσουμε στα περιορισμένα χρονικά όρια αυτής της εκδήλωσης τις περιπέτειες του ήρωα, του Γκιόργκι Κόριμ, τις οποίες αφηγείται ένας ανώνυμος αφηγητής. Πεπεισμένος για την κενότητα των ανθρώπων, βυθισμένος μέσα στην άβυσσο μιας ανίατης κατάθλιψης, διαπιστώνοντας πως δεν κατανοεί πλέον τίποτε από την περιπλοκότητα του κόσμου, η οποία γίνεται όλο και πιο αδιαφανής, και θέλοντας να δώσει ένα νόημα στην άθλια ύπαρξή του, παίρνει μια ξαφνική απόφαση: να θέσει τέρμα στην παλιά του ζωή, να απαλλαγεί από το βάρος της περιουσίας του, για να εγκατασταθεί στο κέντρο του κόσμου, στη Νέα Υόρκη, όπου συμβαίνουν και αποφασίζονται όλα όπως παλιά στη Ρώμη. Μοναδική του αποσκευή, ένα μυστηριώδες χειρόγραφο το οποίο βρήκε «τυχαία» στα σκονισμένα Αρχεία όπου εργαζόταν και έχει θέσει ως σκοπό της ζωής του να το μεταβιβάσει στην αιωνιότητα για να περάσει ο ίδιος στην αθανασία. Αυτό θα είναι το μοναδικό μεγάλο έργο αυτού του ασήμαντου αρχειοφύλακα αλλά και το κύκνειο άσμα του. 

Το δεύτερο επίπεδο είναι η ιστορία του μυστηριώδους χειρογράφου, του οποίου ο συγγραφέας και ο χρόνος γραφής του είναι εντελώς άγνωστα, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να ταυτοποιεί το κείμενο. Αποφασίζει, όχι δίχως ενοχή, να το κλέψει και να το μεταγράψει στη μνήμη δισεκατομμυρίων υπολογιστών για τις μελλοντικές γενιές. Η πρώτη ιστορία, εκείνη του Κόριμ, είναι μια ιστορία καθημερινού ζόφου και μοναξιάς μέσα σ’ ένα άθλιο διαμέρισμα μιας ξεφτισμένης πολυκατοικίας της νέας Βαβυλώνας, της Νέας Υόρκης, όπου το μόνο πρόσωπο στο οποίο μπορεί να απευθυνθεί είναι μια κακοποιημένη από τον επίσης Ούγγρο σύντροφό της Πορτορικανή μετανάστρια, η οποία δεν κατανοεί τη γλώσσα του, τα ουγγρικά, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τον Κόριμ να μιλά ακατάπαυστα και να αφηγείται την άλλη ιστορία, την ιστορία του χειρογράφου η οποία εγκιβωτίζεται στην πρώτη, τη δική του, όπως είναι ραμμένο το τσεπάκι στη φόδρα του παλτού του όπου είχε κρυμμένο ό,τι πολυτιμότερο του έχει απομείνει: τα χρήματα που θα του επέτρεπαν να φύγει και να υπηρετήσει τον σκοπό του, και το πολύτιμο και μυστηριώδες χειρόγραφο. Η ιστορία του χειρογράφου ξεκινά από το 3ο κεφάλαιο του βιβλίου, μετά την περιπετειώδη φυγή του Κόριμ από την Ουγγαρία και την εγκατάστασή του στη Νέα Υόρκη. Το κεφάλαιο αυτό αφηγείται το ναυάγιο των τεσσάρων ουράνιων αγγέλων, του Κάσερ, του Μπεγκάντζα, του Φάλκε και του Τοότ, στα παράλια της μινωικής Κρήτης. Δεν αναφέρει από πού έρχονται οι τέσσερις αυτοί σύντροφοι και ποιος ήταν ο προορισμός τους πριν ναυαγήσουν, σίγουρα όμως το ναυάγιο αποτελεί μια μεταφορά για έναν κόσμο ο οποίος είχε ήδη ναυαγήσει, ίσως ο κόσμος της Βαβυλώνας; Δεν μας το λέει ο συγγραφέας, μόνο από κάποιους υπαινιγμούς του συνάγεται, όπως ότι στον Κομμό της Κρήτης, η κοινή γλώσσα επικοινωνίας τους που τη μιλούσαν και οι δύο πλευρές άσχημα, ήταν τα βαβυλωνιακά. Το σίγουρο είναι ότι δραπέτευσαν από έναν ναυαγισμένο κόσμο και το ίδιο θα κάνουν και στη συνέχεια καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους, όπως σίγουρο είναι και ότι όπου κι αν πάνε, θα συναντούν πάντα την αινιγματική και τρομακτική φιγούρα του Μάστεμαν που στα εβραϊκά σημαίνει Σατανάς και συμβολίζει το πνεύμα του κακού.

Το κεφάλαιο για την Κρήτη το οποίο είναι εξαιρετικής ομορφιάς και υψηλής ποιητικής δύναμης, περιγράφει τον παράδεισο επί της γης ο οποίος αφανίζεται από μια καταστροφή η οποία δεν κατονομάζεται. 

Ο Κόριμ ουσιαστικά επιδίδεται σε έναν ατελείωτο μονόλογο και τα λόγια του, εκεί μέσα στην κουζίνα, πέφτουν στο κενό. Ο Κόριμ μιλάει, μιλάει από έναν απροσδιόριστο φόβο, είναι ο φόβος του ανθρώπου που έχει συνειδητοποιήσει και δεν τρέφει πια αυταπάτες πως στον σύγχρονο κόσμο δεν υπάρχει πλέον ούτε θεότητα ούτε μύθοι που σε όλη την ιστορία του πολιτισμού η λειτουργία τους ήταν ζωτικής σημασίας για τον άνθρωπο που επιδίωκε να βρει την απόλυτη ελευθερία και το μεταφυσικό του κέντρο το οποίο είχε απολέσει μετά την έκπτωσή του από τον παράδεισο. Η μόνη άμυνα που αναπτύσσει απέναντι σ’ αυτόν τον φόβο είναι να μιλά ακαταπαύστως. Ο χειμαρρώδης λόγος του με τις συνεχείς παρεκβάσεις ο οποίος προσιδιάζει σ’ έναν μηχανισμό μαγικής σκέψης, θεμελιώνει το μυθιστόρημα. Είναι ένας εσωτερικός μονόλογος πυκνής μακρηγορίας, με επαναλήψεις και ανακεφαλαιώσεις με τον τρόπο ενός Μπέρνχαρντ, που μας επιτρέπει να μπούμε και να κατανοήσουμε τους μαιάνδρους της σκέψης του Κόριμ και του άγνωστου συγγραφέα του χειρογράφου, αλλά και να μας παγιδεύσει μέσα στις περιελίξεις μιας γλώσσας σαγηνευτικής και ταυτοχρόνως δίχως καμία εκζήτηση και φιλαρέσκεια.

Χρησιμοποιεί πότε πότε κάποιες αγγλικές λέξεις τις οποίες τονίζει με σκοπό να τραβήξει μάταια την προσοχή της νεαρής γυναίκας και να μοιραστεί μαζί της το περιεχόμενο του αινιγματικού χειρογράφου, το οποίο, απ’ ό,τι λέει, δεν έχει άλλο σκοπό από το να μεταβιβάσει στον αναγνώστη μόνο την απαράμιλλη ομορφιά του κειμένου. Μέσα από τον μονόλογό του για την ομορφιά και τη γλώσσα του κειμένου, ο Κρασναχορκάι διά στόματος Κόριμ επαναπροσδιορίζει το τι είναι λογοτεχνία σήμερα και διαλύει εντελώς το μήνυμα που θέλει να μας μεταφέρει, μέσα στην ιλιγγιώδη μορφή του, σε σημείο που περιεχόμενο και μορφή να είναι ένα και το αυτό.

Ο συγγραφέας κατασκευάζει μια ιστορία με ανθεκτικά υλικά απέναντι στον χρόνο, με λέξεις και ονόματα που είναι ισχυρότερα από τα επιτεύγματα του μινωικού πολιτισμού, από τον καθεδρικό της Κολωνίας, από τη δύναμη της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, από το Τείχος του Αδριανού ή τις κατακτήσεις του σενιόρ Κολόμπο. Ισχυρότερες οι λέξεις, ισχυρότερα τα ονόματα, ακόμα πιο ισχυρή η πράξη της γραφής, επειδή όλα αυτά αποκτούν ξανά υπόσταση εμβαπτιζόμενα στον παρόντα χρόνο, τίποτε δεν χάνεται λοιπόν, όπως συνειδητοποιεί ο Κόριμ εκεί στην όχθη του ποταμού Κέρες όπου καταφεύγει θλιμμένος για να διαλογιστεί γύρω από την ανθρώπινη συνθήκη και τις χαμένες αξίες όπως η ευγένεια, το καλό και το μεγαλειώδες και για την ανθρώπινη ύπαρξη που, αποχωρισμένη από τη φύση, βυθίζεται μέσα στις ψυχρές και απάνθρωπες νέες Βαβυλώνες οι οποίες αφαιρούν από τα υποκείμενα το νόημα της ζωής. Και θέτει ως σκοπό της ζωής του, εφόσον αυτή δεν έχει πια κανένα νόημα, να φτιάξει μια κιβωτό-κείμενο για να εγκαταστήσει μέσα της τους τέσσερις αυτούς περιπλανώμενους ουράνιους αγγέλους που αναζητούν απεγνωσμένα τη διαρκή ειρήνη και την αγάπη. Αλλά σ’ έναν κόσμο δίχως θεούς και δίχως Θεό, δεν υπάρχει θύρα εξόδου προς την πλανητική σωτηρία, δεν υπάρχει σωτηρία ούτε στη μεσσιανική ούτε στην κοινωνικοπολιτική εκδοχή της, είμαστε εγκλωβισμένοι στο κέντρο ενός κύκλου μέσα στον οποίο στροβιλιζόμαστε τυφλοί από τη στιγμιαία λάμψη ενός διαφημιστικού σποτ για διαμάντια, το οποίο σφυροκοπά, με την ανελέητη μορφή της επανάληψης, τον υπνωτισμένο εγκέφαλο του θεατή, πως δεν υπάρχει τίποτε πέρα από τον ορατό κόσμο ο οποίος αφέθηκε να παγιδευτεί σαν αθώα Κοκκινοσκουφίτσα μέσα σ’ έναν πολιτισμό που έφτιαξαν ερήμην του οι κυρίαρχοι αυτού του κόσμου. 

Η μόνη ύστατη άμυνα απέναντι στην παράνοια και τη φρενίτιδα της ζωής είναι η φρενιτιώδης γραφή ενός γραφιά, ο οποίος ακροβατεί πάνω στο νήμα που χωρίζει τον Λόγο από την τρέλα, για να προφητέψει ως άλλος, σύγχρονος, ταπεινός, μέθυσος και ρέμπελος Ησαΐας, τη συντέλεια αυτού του παρακμασμένου και διεφθαρμένου κόσμου, αλλά και τον συμβολικό θάνατο του συγγραφέα στα κράσπεδα του έργου του. Στο αυτόνομο κείμενο «Η έλευση του Ησαΐα» το οποίο κλείνει το μυθιστόρημα, οι κατάρες που εξαπολύει ο Κόριμ με την εμφάνιση του ζητιάνου εναντίον των ισχυρών της γης, φέρνουν στον νου του αναγνώστη τον μονόλογο του έκπτωτου βασιλιά Ληρ ο οποίος μόνο εκθρονισμένος και απογυμνωμένος από τα σύμβολα της εξουσίας του και μέσα από την αγάπη της κόρης του Κορδέλια αρχίζει να κατανοεί την ανθρώπινη ψυχολογική κατάσταση. Κερδίζει τη σοφία και την αυτογνωσία χάνοντας τα λογικά του, όπως και ο Κόριμ που, βαθύτατα θλιμμένος και σχεδόν τρελός, προφητεύει την κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού οι εσώτερες δομές του οποίου έχουν διαβρωθεί από την απληστία, τη διαφθορά και τη δίψα της εξουσίας. Οι κατάρες του, πολύ περισσότερο από την πολιτική εξουσία, εξαπολύονται εναντίον όλων εκείνων που δημιουργώντας ένα πνευματικό Imperium στα μέτρα τους, απορρόφησαν και διέλυσαν κάθε μορφή επαναστατικής σκέψης.. 

Ενώ λοιπόν ο Κόριμ μας αφήνει μετέωρους ως προς την προέλευση και την ταυτότητα των τεσσάρων ηρώων του χειρογράφου, από την άλλη περιγράφει τη ζωή και τους χαρακτήρες τους κατά τρόπο ώστε να γίνονται φορείς όλων εκείνων των αξιών που έχουν χαθεί και τις οποίες συμμερίζεται ο συγγραφέας. Περιγράφει τη σχέση φιλίας που συνδέει αυτούς τους μυστηριώδεις ουράνιους αγγέλους που απηχεί την αριστοτελική άποψη περί φιλίας. Είναι μια σχέση συλλογικής ζωής, προγενέστερη της τεχνοκρατικής και ατομιστικής κοινωνίας μας, μια μορφή κοινωνικότητας μέσα από το αίσθημα μέθεξης, αλληλεγγύης και ενσυναίσθησης του άλλου. Μια κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την απόλυτη μοναξιά του Κόριμ και alter ego του συγγραφέα που ζει στη σύγχρονη εποχή και κατατρύχεται περισσότερο από μια σοπενχαουερική απόγνωση και απελπισία που θα τον οδηγήσει στον φυσικό του θάνατο διότι η βαθιά λύπη που νιώθει δεν πρόκειται να θεραπευτεί με την απόκτηση εκείνου που θεωρεί ως υπέρτατο αγαθό, την απόλυτη ελευθερία, που εκεί στα σκονισμένα Αρχεία της Ουγγαρίας ποθούσε διακαώς. Γιατί, ενώ πιστεύει πως την αποκτά πηγαίνοντας στο κέντρο του κόσμου, ήδη από την άφιξή του στο αεροδρόμιο έρχεται αμέσως αντιμέτωπος με τη σκοτεινή πλευρά αυτού του Κέντρου: τη βία και τη μοναξιά, την αδιαφορία και τη δυστυχία, την απληστία και την παράνοια. Η συνειδητοποίηση της απώλειας αξιών από τον κόσμο όπως η φιλία και η ευγένεια γίνεται τότε πηγή νέας δυστυχίας.

Αυτό το κενό των αξιών κατευθύνει την πένα του Κρασναχορκάι, αυτό τον ωθεί να έρθει σε ρήξη με τη λογοτεχνική παράδοση μέσα στη μήτρα της οποίας αφήνει το δικό του στίγμα και επαναπροσδιορίζει το τι είναι λογοτεχνία σήμερα και ποιους σκοπούς υπηρετεί. Αναπτύσσει το δικό του μοναδικό ύφος μέσα στο οποίο είναι αναγνωρίσιμες οι επιρροές του: ο ήρωάς του ο Κόριμ είναι μια μπεκετική φιγούρα αλλά και ντοστογεφσκική, η δε ιερεμιάδα που ως άλλος προφήτης Ησαΐας εξαπολύει εναντίον των ισχυρών του κόσμου, αυτής της μυστικής αστυνομίας που κινεί τα νήματα της Ιστορίας προς όφελός της και εις βάρος των υποκειμένων που διαφθείροντάς τα, πότε με ολοφάνερα κυνικό τρόπο και πότε ύπουλα και υπογείως, εξουσιάζει τη ζωή και τη μοίρα τους, παραπέμπει στον Μπέρνχαρντ. Αυτή την απελπισία και την απόγνωση τις ελαφρύνει κάπως περιγράφοντας, με την καταχρηστική χρήση της επανάληψης, κάποιες κωμικές καταστάσεις στις οποίες εμπλέκεται ο ήρωας και διαγράφουν ένα χαμόγελο στα χείλη του αναγνώστη.

Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς τη μαγεία που αναβλύζει από το έργο αυτό στο οποίο τις φωτεινές περιγραφές του χειρογράφου διαδέχεται η ομιχλώδης ατμόσφαιρα και η κάθετη δομή της Νέας Υόρκης, την αισιόδοξη αποφασιστικότητα του Κόριμ να μεταγράψει το χειρόγραφο στη μνήμη δισεκατομμυρίων υπολογιστών με την πίστη ότι έτσι θα αφυπνίσει τις εν υπνώσει συνειδήσεις, η άθλια καθημερινότητά του. Η δύναμή του, κατά την άποψή μου, αναβλύζει από την τέχνη της αφήγησης η οποία μας μεταφέρει εκτός του συμβατικού χωρόχρονου, δημιουργώντας μία κατάσταση όπου παρελθόν και μέλλον συμπλέκονται σε μια στιγμή του παρόντος, τη στιγμή της γραφής κατά την οποία ο γράφων και ο προσεκτικός αναγνώστης, μοιραία, ανακαλύπτει το εσωτερικό κενό και συνειδητοποιεί ότι η μόνη διέξοδος για να συνεχίσει τη ζωή του και να προσπαθήσει να κρατηθεί με κάθε τρόπο από τα εύθραυστα κλαριά της ευάλωτης ύπαρξής του, είναι να αποδεχτεί με νηφαλιότητα την ανθρώπινη συνθήκη του, με τον πόλεμο να μαίνεται μέσα του πάντα στα σκοτεινά.

Ο Κρασναχορκάι γράφει τις ιστορίες του από την οπτική των ασήμαντων και κοινών ανθρώπων, των δυστυχισμένων και απόκληρων, των αφημένων στη μοίρα τους, των ηττημένων και των θυμάτων που ζώντας μέσα στις νέες ψυχρές Βαβέλ, όπου η ζωή τους εξουσιάζεται από αόρατα κέντρα εξουσίας τα οποία του αφαιρούν κάθε δυνατότητα επικοινωνίας, κι έτσι μοιραία οδηγούνται στη μοναξιά ή στην παράνοια. Ο πολιτισμός που δημιουργούσε κάποτε ο άνθρωπος, ζώντας σε αρμονία με τη φύση, πετάχτηκε από τον φεγγίτη εξαερισμού μιας άθλιας πολυκατοικίας, σαν άδειο κονσερβοκούτι που πέφτοντας αφήνει έναν τελευταίο θόρυβο, έναν επιθανάτιο ρόγχο που μόνο ο απόηχός του φτάνει μέχρι τ’ αυτιά των δυστυχισμένων ενοίκων αυτού του διαμερίσματος οι οποίοι επαναλαμβάνουν καθημερινά τις ίδιες μηχανικές κινήσεις, που δεν προσδίδουν κανένα νόημα στη ζωή τους.

Αν ο Τζόυς κατακερμάτιζε το γλωσσικό σύστημα, ο Κρασναχορκάι αντιθέτως, προβαίνει σε μια μέχρι παραλογισμού συμπύκνωση μιας πρότασης, στοιβάζοντας μέσα της ετερόκλητα μεταξύ τους στοιχεία, αντικείμενα, αισθήματα, λεπτομερείς και επαναλαμβανόμενες σκηνές της καθημερινότητας του ήρωα αλλά και των τόπων και των συμβάντων απ’ όπου περνούν οι τέσσερις ήρωες του χειρογράφου, σφυροκοπώντας με αυτόν τον τρόπο το μυαλό του αναγνώστη μέχρι να χαραχτεί μια για πάντα το μήνυμα που τόσο απελπισμένα θέλει να μεταβιβάσει στην αιωνιότητα και για τις μελλοντικές γενιές: ότι στο μέλλον δεν θα υπάρχει ούτε το καλό αλλά ούτε και το κακό, ούτε Θεός ούτε κι ο Σατανάς, θα είναι ένας κόσμος μέσα στον οποίο ο άνθρωπος, έχοντας χάσει το μεταφυσικό του κέντρο, θα κυκλοφορεί μόνο σαν σκιά, η μόνη την οποία δεν μπορεί να ελέγξει καμία εξουσία.

Απέναντι σ’ αυτή την πεσιμιστική εικόνα του μέλλοντος, μια εικόνα βίας και πλήρους αποδιάρθρωσης της ζωής, ο συγγραφέας αγωνίζεται να σώσει από τα ερείπια τουλάχιστον τη λογοτεχνία. Παλεύοντας με τις λέξεις του, εξαπολύει τον δικό του πόλεμο ενάντια στον ζοφερό κόσμο που διαγράφεται μπροστά μας, για να σώσει και να επιστρέψει σ’ εμάς, τους απλούς αναγνώστες, την ομορφιά, την ευγένεια και την αξιοπρέπειά μας. Το βιβλίο δεν φιλοδοξεί να αποκαλύψει το νόημά του, αφήνει τον αναγνώστη να χαθεί μέσα στο παράξενο δάσος της γραφής του. Πότε πότε, μας αφήνει να διαβλέψουμε τη φωτεινότητα του ουρανού μέσα στα ξέφωτα του πυκνόφυλλου κειμένου που μας πνίγει και συνάμα μας αναζωογονεί.

Είπαν πως ο Κρασναχορκάι είναι ο μαιτρ της Αποκάλυψης και τον συνέκριναν με τον Μέλβιλ και τον Γκόγκολ. Οι αναφορές στην Αποκάλυψη του Ιωάννη και στη Βίβλο είναι όντως πολλές αλλά ενσωματωμένες με απόλυτα συγκαλυμμένο τρόπο στο κείμενο, τα επτά παιδιά που επιτίθενται στον ήρωα συμβολίζουν τις επτά σφραγίδες της Αποκάλυψης, (κι εδώ ας θυμηθούμε την ταινία του Μπέργκμαν στην οποία ο ήρωας, παίζοντας σκάκι με τον θάνατο, καταφέρνει να πάρει μόνο προσωρινά αναβολή από το αναπόφευκτο τέλος) ή το λιοντάρι το οποίο τρεκλίζοντας έρχεται να πεθάνει στη μέση της πλατείας και εν μέσω των ανθρώπων και συμβολίζει την ψυχή του Δυτικού ανθρώπου ο οποίος, ασπαζόμενος την ύλη και απομακρυνόμενος από το πνεύμα, οδηγείται μοιραία στην καταστροφή του. 

Τελειώνοντας θα προσθέσω μόνο, παραφράζοντας έναν Γάλλο κριτικό, ότι το Πόλεμος και πόλεμος είναι ένα βιβλίο σε αναζήτηση της γαλήνης και της ειρήνης μέσα σ’ έναν ερεβώδη και βίαιο κόσμο. Το σύμπαν μας είναι μια βιβλιοθήκη, η ζωή μας ένα μπερδεμένο χειρόγραφο και το συγκεκριμένο βιβλίο μια θρυαλλίδα που μπορεί να πυροδοτήσει τη σκέψη μας, να μας βγάλει από τον εφησυχασμό μας και να μας αναγκάσει να θέσουμε στον εαυτό μας θεμελιώδη ερωτήματα αφήνοντας πίσω μας καθιερωμένες πεποιθήσεις.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 25 (05.2015)