για το «μ_otherpoem: μόνο λόγος»: μια Μητέρα, μια Χώρα

 

 

Βασίλης Αμανατίδης

 

Κάτι λόγια 

Το μ_otherpoem: μόνο λόγος γράφτηκε από προσωπική ανάγκη προς συλλογική χρήση. Και γράφτηκε –πώς αλλιώς;– με ψυχικό κόπο, που όμως στόχευε σταθερά προς μια λύτρωση, και, σχεδόν, στην ελευθερία. Αφετηρία είναι: το ατομικό/αυτοβιογραφικό, που μέσα από τη μυθοπλαστική και δραματουργική διαστρέβλωση (απαιτούμενη σε κάθε πράγμα που στοχεύει προς την τέχνη) θα υπαχθεί, κατ’ ευχήν, στη γενίκευση. Ώστε να καταλάβουμε όλοι περί τίνος πρόκειται. Κι ότι το κέντρο του βιβλίου αυτού μπορεί και να μας αφορά, ίσως μάλιστα και να μας καίει. Μήπως, κιόλας, αρκετούς. 

Η «χώρα Μητέρα» και τα συμπλέγματά μας/της γύρω από το Ιερό έμβλημά της είναι το θέμα. Στίχοι όπως: «στην εστία αυτή, ενωμένους μας κρατούν μαζί / οξείες αιχμές από μια έδρα που λείπει» φτιάχτηκαν για να εφαρμόσουν τόσο στον ατομικό-οικογενειακό όσο και στον δημόσιο-συλλογικό χώρο. 

Το βιβλίο είναι ένα σπονδυλωτό ποίημα 60 επιμέρους ποιημάτων. Πέρα από τη δυσκολία της θεματικής, το στοίχημα ήταν να υποστηριχθεί το υλικό κι ως έργο που θα μπορούσε να αναγνωσθεί ή παρασταθεί από την αρχή ώς το τέλος του μπροστά σε κοινό. Να μπορεί δηλαδή και να μιληθεί, απευθυνθεί. 

Νά μερικά βήματα της δραματουργικής του ανέλιξης, όπως τα είχα κατά νου και όπως προέκυψαν:

Ψυχρή και ψύχραιμη διατύπωση της μετά κόπου κατακτημένης απόστασης από τη Μητέρα-Χώρα (προϊόν επεξεργασμένης οδύνης) – καταβύθιση προς το κύκνειο άσμα ενός τελικού θυμού – κορύφωση του θυμού – υποχώρησή του – γενίκευση της κατάστασης – αποδοχή της πραγματικότητας, ένα μόλις βήμα πριν τη συγχώρεση και την οριστική αγάπη.

 

Ένα εξώφυλλo 

Μετά από σκέψη για το ποια θα έπρεπε να είναι η εικόνα του εξωφύλλου, με στοίχειωσε τελικά πλήρως αυτή:

Μία εικόνα γυναίκας στο γύρισμα του 20ού αιώνα. Στο πολύ άγουρο μεταίχμιο μεταξύ λαϊκού και αστικού. Η γυναίκα: με μαύρο δυτικότροπο αυστηρότατο φόρεμα, που ποζάρει πλάι σε μια αδειανή ξύλινη καρέκλα. Ο απών είναι ο νεκρός της άντρας; Το νεκρό παιδί της; Το πρώτο μάλλον, αλλά ας πούμε πως δεν έχει και μεγάλη διαφορά. Ποζάρει αυστηρή, απόκρημνη, πλήρως κεκαλυμμένη, μπροστά από ένα σκοροφαγωμένο χαλί που ως παραπέτασμα μισοκρύβει τα χαλάσματα μιας οικίας, μάλλον της οικίας της. Χαλάσματα η οικία. Αυτό το χαλί έχει τεθεί ως ντεκόρ. Αυτό το ντεκόρ μάλλον τελικά φανερώνει όσα εναγωνίως επιχειρεί να κρύψει. Επιπλέον, η φωτογραφία έχει τυπωθεί από σπασμένη πλάκα: πάνω αριστερά, επικρατεί ένα αλλόκοτο μαύρο μόρφωμα, που εξακολουθεί σαν ράγισμα σε όλο περίπου το μήκος της φωτογραφίας διαγωνίως. Τέμνοντας έτσι και τη γυναίκα. Είναι φωτογραφία του μεγάλου φωτογράφου Λεωνίδα Παπάζογλου, από το καστοριανό αρχείο που για πρώτη φορά μου σύστησε ο Περικλής και η Ντίνα. Είναι συγκλονιστική και, μέσα στο ρεαλισμό της, σχεδόν σουρεαλιστική. Αναδεικνύει δε το «μεσογειακό»-«ελληνικό» στοιχείο του βιβλίου, το οποίο είναι πολύ παρόν, αλλά υπαινικτικά. 

 

Στίχοι-φράσεις που δεν χώρεσαν (αλλά οδήγησαν) 

Ό,τι δεν βρίσκει θέση σ’ ένα βιβλίο μπορεί να έχει ήδη αποδειχθεί με πολλούς τρόπους ακόμη και οδηγός του. Οι ακόλουθοι στίχοι-φράσεις ανήκουν στην κατηγορία αυτή: 

 

«Είμαστε δυο στρατόπεδα θυμάτων που ’χουν ξεμείνει να κοιτούνε το ένα το άλλο».

 

«Αφού εμάς όλος ο κόσμος μας είναι αυτή, εδώ, μόνο αυτή η χώρα».

 

«Πάνω σε ποια απώλεια χτίζεται το μετά μας;»

 

«Δεν είναι ν’ απορείς που στέκει διά βίου μπρος μου υπερμεγέθης

ο κάθε άλλος ως φαλλός απροσπέλαστος».

 

«Κάποιος πρέπει να τερματίσει και στα γρήγορα τη στρεβλή αυτή ανάληψη ανευθυνοτήτων. Ποιος;»

 

«Μεγαλώνεις παιδί μόνο ξέροντας πώς να πεθαίνεις».

 

«Η γκρίζα ενδιάμεση ζώνη είναι στο εξής μέλημά μου. Η αναγνώριση του συμπλεκτικού χώρου, η αντοχή της ήρεμης ζώνης».

 

«Αντιμετωπίζοντας τη ζωή σαν δυσανάγνωστο εγχειρίδιο για την κατασκευή ενός οχυρού που είναι και γέφυρα».

 

«Είχα κι άλλα να πω. Μόνο που δεν βρίσκω τα λόγια. Μόνο που δεν βρίσκω τον λόγο».

 

«Μητέρα. Σε καίω για να σε αναστήσω». 

 

Ποιήματα που δεν μπήκαν, μα υπάρχουν 

Φυσικά και πρέπει να «σκοτώσεις πολλά αγαπημένα σου» για να λειτουργήσει η σύνθεση ενός βιβλίου. Μα κάποια από αυτά τα αγαπάς μια ιδέα παραπάνω, και θες να τους δώσεις λίγο φως. Νά τρία από τα αρκετά ποιήματα που δεν χώρεσαν στο βιβλίο, όμως χωρούν στον εαυτό τους. Ας διαβαστούν ως ένα μικρό έξτρα επίμετρο στο μ_otherpoem: μόνο λόγος:

  

1. [ φαντασμαγορία ]

Είμαι είκοσι χρονώ ή σαράντα ή εξήντα δύο ή ογδόντα ενός, αλλά φορώ ακόμη παντελονάκια με τιράντες μιας πολύ παλιάς μου ηλικίας. Μου τα φορούσε πάντα η υπηρέτρια-μαμά μου. Τη θυμάμαι να αγκομαχά να με ντύνει κάθε πρωί πριν το σχολείο. Την ταπείνωνα καθημερινά. 

Το βασικό της πρόβλημα: δυσκολευόταν να βολέψει επαρκώς τη στύση μου μες στο παντελόνι. Ήθελε να την καταστήσει αθέατη. Την προβλημάτιζαν τα σκανδαλισμένα βλέμματα του οδηγού του σχολικού, των υπόλοιπων παιδιών και υπηρετριών-μαμάδων, προπάντων των δασκάλων. 

Στο σχολείο κάθε ώρα είχαν πατριδογνωσία. Μπουμπουλίνα, Κολοκοτρώνης, εδώδιμα πτηνά, Φειδίας, φύση του Τυρνάβου, Βόρεια Ήπειρος, πολεμούν στην Αλβανία, κομμένα αγάλματα, και άλλα, όλα κομμάτια, όλα μισά. Εμένα πολύ μου άρεσαν, αλλά ονειρευόμουν και μια ηλεκτροπληξία. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί παρά να συνδέεται με το φαινόμενο της αδιάλειπτης στύσης μου.

Από τα επτά μου, η στύση αυτή είναι εγκληματικά μεγάλη για την εκάστοτε ηλικία μου, είναι μια στύση μυθική, που διαρκώς απειλεί να εκσπερματώνει. Στα εκατό μου, η στύση θα έχει περιτυλίξει πια ολόκληρο το σπίτι σαν κουρασμένος κροταλίας.

 

2. [εγώ] 

Μητέρα, να με αγαπάς θέλω.

Αλλά να με αγαπάς όπως θα ήθελα.

Να μ’ αγαπάς για μένα.

Όχι ως ελπίδα καμιάς δικής σου άνοιξης

Αλλά ως γλυκύτατον έαρ ολόκληρου του εαυτού μου.

 

Και ας ηρεμήσει τώρα ο λόγος.

Πιο ψύχραιμα.

Πιο ψύχραιμα.

 

Πιο ψύχραιμα.

 

 

3. [ θεσσαλονίκη ]

Ω, ξείν’ εσύ, αγγέλλειν

Ότι η πόλη έχει μεγάλη ιστορία

Χρόνια ελληνιστικά, ρωμαϊκά, μεσαιωνικά χρόνια,

Τουρκοκρατία, απελευθέρωση από κάτι,

υποδούλωση σε κάτι,

Νεότερη, νεότατη

ιστορία

 

Και όχι αναγκαστικά με αυτή τη σειρά

 

Και ότι η πόλη έχει ακόμη

μεγαλύτερη ιστορία από όλα αυτά

 

Ότι αυτά είναι μόνο ένα κομμάτι της

–αυτό είναι προφανές–

Ένα κομμάτι τής

μητέρας της μητέρας (της μητέρας

της μητέρας της μητέρας

της μητέρας)

 

μου.

 

Που ’χε και εκείνη δυο αδερφές

μα κι έναν μικρό αδερφό χαϊδεμένο,

που πέθανε άξαφνα από το συκώτι του μες σ’ ένα μήνα

πρώτος

και τήδε τώρα κείμεθα μαζί του κι οι τέσσερις

 

Τοις τίνων ρήμασι πειθόμενοι 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 12 (04.2014)