πολιτική παράλυση την ώρα των δύσκολων αποφάσεων

 

Γιάννης Παπαδάκης

 

Καταρχήν θα ήθελα να σημειώσω ότι θεωρώ πως το σύνολο της Ε.Ε. φέρει ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τα λάθη που έγιναν κατά τη διάρκεια αυτής της επονείδιστης διαδικασίας. Για παράδειγμα, η πρόσφατη δήλωση του Γερμανού υπουργού Οικονομικών κ. Β. Σόιμπλε ότι η Κύπρος έγινε δεκτή στην Ε.Ε. με την ελπίδα να τιμήσει τη δέσμευσή της ως προς την αποδοχή του Σχεδίου Ανάν, είναι μια δήλωση την οποία ερμηνεύω ως έκφανση εκδικητικότητας παρά ως ορθολογιστική σκέψη με στόχο ένα θετικό αποτέλεσμα. Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει πολλά άλλα παραδείγματα τα οποία προκάλεσαν δυσφορία στην πλειονότητα των υπόλοιπων χωρών-μελών της Ε.Ε.: λ.χ., κατηγορίες ότι οι Ελληνοκύπριοι έσπασαν την ευρωπαϊκή συνθήκη παλιότερα κατά την περίοδο Μιλόσεβιτς και πρόσφατα σε ό,τι αφορά τη Συρία, ενώ φλερτάρουν τακτικά με τους Ρώσους (όπως στην περίπτωση του πρόσφατου δανείου, αντί να κάνουν τις απαραίτητες οικονομικές μεταρρυθμίσεις), καθώς επίσης και την επιθετική ρητορική του προηγούμενου προέδρου κ. Δ. Χριστόφια στα συμβούλια οργάνων της Ε.Ε. με παράπονα και κατηγορίες εναντίον του συνόλου αυτών.

Εδώ εστιάζω στην ελληνοκυπριακή κοινωνία με την οποία είμαι πιο εξοικειωμένος. Αυτό που έδειξε η κρίση σε ό,τι αφορά την ελληνοκυπριακή πολιτική είναι μια γενικευμένη παράλυση όταν ήρθε η ώρα να ληφθούν δύσκολες αποφάσεις. Επιπλέον, υπέδειξε μια λανθασμένη ανάγνωση και ερμηνεία των τεκταινομένων στην πολιτική σκηνή της Ε.Ε.

Ξεκινώντας από το δεύτερο ήταν πάντα ξεκάθαρο ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μία περίπτωση μονοθεματικού κράτους στην Ε.Ε., που ενδιαφέρεται για το πώς θα δυσκολέψουν κι άλλο τα πράγματα για την Τουρκία ώστε να υποχωρήσει στο Κυπριακό. Αυτός (και το θέμα ασφάλειας) ήταν ο βασικός λόγος που οι Ελληνοκύπριοι ήθελαν να μπουν στην Ε.Ε.: ως αντιστάθμισμα απέναντι στην Τουρκία προκειμένου το Κυπριακό να λυθεί με πιο ευνοϊκούς όρους. Δεν υπήρξε ποτέ κάποιος σοβαρός εσωτερικός διάλογος σχετικά με τα συν και τα πλην της Ε.Ε. ή οποιαδήποτε άλλη συζήτηση συσχετιζόμενη με τις ευρύτερες ευρωπαϊκές αναζητήσεις για πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά θέματα.

Επιπλέον, ένα σημαντικό μέρος των πολιτικών πρακτικών στην Κυπριακή Δημοκρατία είναι προσωποπαγές και βασίζεται σε ένα προσωποκεντρικό σύστημα πελατειακών σχέσεων. Αυτό οδηγεί εύκολα σε μια προβολή όπου οι Ελληνοκύπριοι θεωρούν ότι η πολιτική στο σύνολό της, π.χ. στον ευρύτερο κόσμο, της Ε.Ε. συμπεριλαμβανομένης, λειτουργεί επίσης με αυτόν τον τρόπο. Τόσο ο τωρινός όσο και οι προηγούμενοι πρόεδροι χρησιμοποιούσαν διαρκώς τον όρο «οι φίλοι μας» (με τον νυν να αναφέρεται σε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ οι τέως στους Ρώσους), έναν όρο που δεν διευκολύνει τον πολιτικό στοχασμό, αντί του όρου «οι σύμμαχοί μας» που περιγράφει μια πραγματιστική σχέση δούναι και λαβείν. Γι’ αυτό και οι Ελληνοκύπριοι συχνά παραπονιούνται για «προδοσία εκ μέρους των φίλων». Το μικρό πληθυσμιακό μέγεθος της Κύπρου επιτείνει αυτή την τάση, καθώς πρόκειται όντως για μια κοινωνία όπου είναι συγκριτικά ευκολότερο να γνωρίζεις προσωπικά ανθρώπους σε θέσεις εξουσίας. Έχει υπάρξει επίσης μια εξιδανίκευση της έννοιας «Ευρώπη». Στις καθημερινές συζητήσεις καθετί «ευρωπαϊκό» συνδέεται αυτομάτως με θετικές έννοιες (δημοκρατία, τάξη, ευμάρεια, ακόμα και καθαριότητα), σε αντίθεση με τη μειωτική έκφραση «τριτοκοσμικό» (αυταρχικότητα, φτώχεια, αταξία και βρομιά). Το ότι πολλά πράγματα αποφασίζονται στην Κύπρο εκτός δημοκρατικών και διαφανών διαδικασιών οδηγεί επίσης τους Ελληνοκυπρίους να προβάλλουν αυτή την πρακτική στο εξωτερικό, με τη μορφή πιστεύω για θεωρίες συνωμοσίας, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει πως και εκτός Κύπρου τα πράγματα είναι πάντα δίκαια και διάφανα.

Πώς εξηγείται η πολιτική παράλυση όταν έρχεται η ώρα των δύσκολων αποφάσεων; Η άποψή μου είναι ότι η ελληνοκυπριακή κοινωνία διέπεται από μια πολιτική κουλτούρα που έχει αποφύγει να παίρνει δύσκολες αποφάσεις, φροντίζοντας να τις κληροδοτεί στην εκάστοτε μελλοντική κυβέρνηση ή απλώς αγνοώντας τες – ένα κοινό χαρακτηριστικό των πολιτικών παντού, αλλά περισσότερο έντονο στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η δημόσια σφαίρα έχει κυριαρχηθεί, σε βαθμό δύσκολα αντιληπτό από κάποιον μη Κύπριο, από συζητήσεις για το Κυπριακό που όμως –με την εξαίρεση του 2004– δεν οδήγησε ποτέ σε καμία σημαντική απόφαση. Αντιθέτως, οι Ελληνοκύπριοι έχουν περάσει τα τελευταία σαράντα χρόνια διαπραγματευόμενοι και συζητώντας αναμεταξύ τους, ενώ το 2004 θα μπορούσε κανείς επίσης να ερμηνεύσει το «όχι» σαν αναβολή μιας τέτοιας απόφασης. Οι σοβαρές και δύσκολες νομικές μεταρρυθμίσεις έγιναν υποχρεωτικά προκειμένου να διευκολυνθεί η είσοδος στην Ε.Ε., ενώ –όπως γνωρίζουν όλοι όσοι ζουν εδώ– υπάρχει μια απόσταση μεταξύ του τι λέει ο νόμος και του τι εφαρμόζεται. Αυτή η μονοθεματική εσωτερική συζήτηση για το Κυπριακό εξηγεί επίσης τη σχετική έλλειψη ενδιαφέροντος για άλλα ζητήματα, είτε γεωπολιτικής είτε κοινωνικής φύσης, ή και άλλα  ζητήματα που απασχολούν την ίδια την Ε.Ε.

Μετάφραση: Δανάη Σιώζιου

> ENGLISH ORIGINAL VERSION

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

ΧΡΟΝΟΣ, τεύχος ΜΗΔΕΝ, σελ. 39 < προηγ. σελίδα     |     επόμ. σελίδα >