Το «φάντασμα» του Ανδρέα στην αυγή της Μεταπολίτευσης 

Θα ήταν χρήσιμο εδώ να γυρίσουμε μερικές δεκαετίες πίσω, στην αυγή της μεταπολίτευσης, και να θυμηθούμε πώς άνοιξε η περί λαϊκισμού συζήτηση. Τότε η έννοια θα δεθεί με σχεδόν μονοσήμαντο τρόπο με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Την πρωτοβουλία πήραν κυρίως διανοούμενοι της ανανεωτικής (κομμουνιστογενούς) Αριστεράς, στους οποίους ο λαϊκισμός προσέφερε τη λέξη-κλειδί για την αποκωδικοποίηση της ραγδαίας ανόδου του ΠΑΣΟΚ και την προσωπολατρία που αναπτύχθηκε στο πρόσωπο του «Ανδρέα». Ένα καλό σημείο εκκίνησης λοιπόν για όποια ή όποιον επιθυμεί να ξεκινήσει να ξετυλίγει το μεγάλο κουβάρι της περί λαϊκισμούς συζήτησης στη μεταπολίτευση είναι η ανάλυση των Μάκη Καβουριάρη και Άγγελου Ελεφάντη στις σελίδες του Πολίτη (Οκτώβριος 1977), όπου οι συγγραφείς έθεταν το ερώτημα: «ΠΑΣΟΚ: Λαϊκισμός ή σοσιαλισμός;».

Το άρθρο αυτό θα διαδεχτούν έκτοτε πολυάριθμες παρεμβάσεις, στις οποίες θα συνεισφέρουν διανοούμενοι από όλο το πολιτικό φάσμα εστιάζοντας στον «επικίνδυνα λαϊκιστικό» και δημαγωγικό χαρακτήρα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και τη σημασία του για την εξέλιξη του ελληνικού πολιτικού συστήματος και της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Εξαρχής, η έκρηξη ενδιαφέροντος που παρατηρείται γύρω από την έννοια του λαϊκισμού στη μεταπολίτευση συνδέεται σχεδόν αποκλειστικά με την έκφραση ψόγου, με τη διάγνωση μιας σοβαρής «ανωμαλίας» στο σώμα της δημοκρατίας, αλλά και με τον ηθικό στιγματισμό του αντιπάλου. Ο «λαϊκιστής» για πολλά χρόνια θα παρουσιάζεται ως ένας πολιτικός που ψεύδεται, εξαπατά τον λαό, «νοθεύει» ιδεολογίες και πολιτεύεται ανεύθυνα, ενώ συχνά θα υπονοείται πως πίσω από τον «λαϊκισμό» κρύβεται ο απολυταρχισμός. 

 

Ο «εκσυγχρονισμός» και η γέννηση του αντιλαϊκισμού

Μπορεί όμως το ΠΑ.ΣΟ.Κ. να συγκέντρωσε σχεδόν αποκλειστικά πάνω του από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 τα πυρά των εξ αριστερών ή εκ δεξιών πολέμιων του λαϊκισμού, αλλά τα πράγματα θα αλλάξουν σημαντικά από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και μετά. Τότε ένα από τα κορυφαία στελέχη του κόμματος θα κηρύξει τον πόλεμο ενάντια στον λαϊκισμό και θα αρθρώσει σπερματικά τους ιδιαίτερους ιδεολογικούς κώδικες που αργότερα θα κυριαρχήσουν στον λόγο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. υπό το πρόταγμα του «εκσυγχρονισμού». Αναφερόμαστε βεβαίως στον μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας Κώστα Σημίτη, ο οποίος το 1989 σημείωνε πως η έξοδος της χώρας από τον κύκλο πολιτικής αστάθειας στον οποίο είχε εισέλθει θα έκλεινε μόνο μέσα από την αποφασιστική αναμέτρηση μεταξύ λαϊκιστών και αντιλαϊκιστών. Στο εξής το ΠΑ.ΣΟ.Κ. θα αναδειχθεί σε σφοδρό πολέμιο του λαϊκισμού, τον οποίο θα αναγνωρίζει στους πολιτικούς του αντιπάλους, σε πελατειακές λογικές, σε αυτό που θα ονομάσει «συντεχνιασμό», αλλά και σε διάφορες κοινωνικές κινητοποιήσεις, όπως αυτές των αγροτών, των εργαζομένων στις Δ.Ε.Κ.Ο. ή των μαθητών. Τούτη η αντιλαϊκιστική επιμονή του εκσυγχρονιστικού ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι που έκανε και τον τότε αρθρογράφο του Βήματος Βασίλη Μουλόπουλο να αναφωνήσει σε άρθρο του (15.2.1998): «Ναι, είμαι λαϊκιστής», προσθέτοντας ότι «[σ]τη σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και εργαζομένων στις ΔΕΚΟ είμαι με το μέρος των εργαζομένων». Η αντιλαϊκιστική πρόζα του «εκσυγχρονισμού» θα περάσει έπειτα σχεδόν αυτούσια στο επικοινωνιακό οπλοστάσιο της Νέας Δημοκρατίας του Κώστα Καραμανλή, ως εργαλείο πλέον του πολιτικού ύφους/ήθους που εκπροσωπούσε το στρατηγικό όχημα του «μεσαίου χώρου», και θα καταστεί μέχρι σήμερα ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μοτίβα του ηγεμονικού λόγου.

Ο αντιλαϊκισμός του κυρίαρχου λόγου θα γνωρίσει τις πιο ένδοξες στιγμές του (στα όρια της υστερίας) την τελευταία τριετία των μνημονίων και των πολιτικών της τιμωρητικής λιτότητας. Ο αναβαπτισμένος στα νάματα της έκτακτης ανάγκης αντιλαϊκισμός της κρίσης θα λειτουργήσει πλέον για μια σειρά πολιτικών, δημοσιογράφων και διανοουμένων ως ιδιότυπο «εργαλείο» πειθάρχησης της δημόσιας σφαίρας. Ο ιδεότυπος του αντιλαϊκιστή δημοσιολόγου μπορεί να ιδωθεί επομένως και με αλτουσεριανούς όρους ως βραχίονας των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους. Η παραμικρή έκφραση αμφισβήτησης, αντίθεσης ή διαφωνίας επιφέρει άμεσα το στίγμα του λαϊκισμού και μαζί με αυτό κάθε λογής άλλες αρνητικές συνδηλώσεις. Αρκεί κάποιος να διαφωνήσει για να βαπτιστεί αυτοστιγμεί ανεύθυνος ή επικίνδυνος «λαϊκιστής». Ακόμα και «αντεθνικώς δρων». Ενδεικτικό τούτης της λογικής, όπως έχει υποδείξει ο Γιάννης Σταυρακάκης, είναι ότι ακόμα κι ο εισηγητής του αντιλαϊκισμού στην Ελλάδα, ο Κώστας Σημίτης, βρέθηκε εσχάτως κατηγορούμενος για λαϊκισμό όταν τόλμησε να ασκήσει κριτική στο μνημόνιο.

Αναδεικνύεται λοιπόν ξεκάθαρα σήμερα και η ανάγκη θεωρητικής και αναλυτικής αποτίμησης του «αντιλαϊκισμού» ως ιδιαίτερου ρεπερτορίου στον πολιτικό λόγο. Μια πρώτη ενδιαφέρουσα ανίχνευση του πεδίου μπορεί κανείς να αναζητήσει στο πολύ πρόσφατο βιβλίο των Νικόλα Σεβαστάκη και Γιάννη Σταυρακάκη με τίτλο Λαϊκισμός, αντιλαϊκισμός και κρίση.

 

Ένα εξαιρετικά σύνθετο πεδίο

Όμως τι είναι τελικά ο «λαϊκισμός»; Στη σχετική διεθνή βιβλιογραφία ο λαϊκισμός έχει συνδεθεί συχνά με το ιδιαίτερο κοινωνικοπολιτικό και ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου προκύπτει. Στις πρώτες μελέτες λοιπόν, που αφορούσαν τους λεγόμενους και «ιστορικούς λαϊκισμούς» (Η.Π.Α. και Ρωσία τέλη του 19ου αιώνα), ο λαϊκισμός παρουσιάστηκε συχνά ως ιδεολογία μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης και δη των αγροτών. Ενώ αργότερα, μπροστά στην εκρηκτική ανάπτυξη διαφόρων λαϊκιστικών κινημάτων στη Λατινική Αμερική –με κορυφαία ίσως στιγμή αυτή του περονισμού στην Αργεντινή–, ο λαϊκισμός θα ιδωθεί ως υποπροϊόν των «κρίσεων εκσυγχρονισμού» σε μεταβατικές κοινωνίες. Τα πράγματα γύρω από την εννοιολογική πρόσληψη και ανάλυση του λαϊκισμού θα περιπλακούν ακόμα περισσότερο κατά τη δεκαετία του ’90, όταν η Ευρώπη έρχεται αντιμέτωπη με την άνοδο των νεολαϊκιστών της Ακροδεξιάς, με γνωστότερα ίσως παραδείγματα τον Ζαν-Μαρί Λεπέν στη Γαλλία και τον Γαιργκ Χάιντερ στην Αυστρία. Εδώ πιο πειστικές φάνηκαν οι αναλύσεις που συνέδεαν την απήχηση των ακροδεξιών λαϊκιστών με τη μεταπολιτική στροφή των δυτικών κοινωνιών και την εξάπλωση σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας ενός απολίτικου κυνισμού. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και μετά, το ενδιαφέρον επανέρχεται στη Λατινική Αμερική και την «επιστροφή της Αριστεράς» που σήμανε η εντυπωσιακή άνοδος και διατήρηση στην εξουσία προσωπικοτήτων όπως ο Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα και ο Έβο Μοράλες στη Βολιβία· κάτι που ορισμένοι μελετητές δεν διστάζουν να αποκαλέσουν και «θρίαμβο της πολιτικής». Σαν να μην έφτανε αυτή η αλυσίδα ριζικά διαφορετικών και αντιφατικών περιπτώσεων οι οποίες κατηγοριοποιούνται ως «λαϊκισμοί», οι σύγχρονες κινητοποιήσεις της λεγόμενης «Αραβικής Άνοιξης», αλλά και οι «Αγανακτισμένοι» του ευρωπαϊκού Νότου μαζί με τους καταληψίες της Γουώλ Στρητ, που πρόβαλαν εμφατικά το αίτημα για μια καλύτερη δημοκρατία καυτηριάζοντας τον ρόλο των ασύδοτων «αγορών» και των τραπεζών στις σύγχρονες παγκοσμιοποιημένες κοινωνίες, έχουν επίσης περιγραφεί σαν λαϊκιστικά κινήματα.

Μια συνοπτική παράθεση των ποικίλων εκδηλώσεων του λαϊκιστικού φαινομένου, όπως η παραπάνω, αρκεί εδώ για να αφοπλίσει προκαταβολικά κάθε απλουστευτική εξήγηση που συνδέει τον λαϊκισμό με συγκεκριμένα ιδεολογικά περιεχόμενα, κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά και πολιτικούς χρωματισμούς. Όπως και αφοριστικές αποφάνσεις του τύπου ο λαϊκισμός «είναι η ιδεολογία της άρνησης», ότι «στερείται εναλλακτικών», ότι «αποτελεί παιδική αρρώστια της αντιπολίτευσης» και «δεν αντέχει στην εξουσία». Αλήθεια, στη βάση ποιων τεκμηρίων να υποστηρίξει κανείς πως οι Ρώσοι ρομαντικοί επαναστάτες σοσιαλιστές του 1860-1870, ο Περόν στην Αργεντινή του 1940-1950, ο Λεπέν στη σύγχρονη Γαλλία και οι διαδηλωτές της Γουώλ Στρητ πατάνε στην ίδια ιδεολογία, το ίδιο προγραμματικό πλαίσιο ή τα ίδια κοινωνικά στρώματα; Πόσο μάλλον ότι έχουν τις ίδιες ή έστω εφάμιλλες στάσεις απέναντι στη δημοκρατία ή την ίδια σχέση με την εξουσία. Είναι λοιπόν μεθοδολογικά άστοχο και ίσως πολιτικά ανεύθυνο να υποστηρίζει κανείς πως όλοι οι λαϊκισμοί είναι ίδιοι και απαραιτήτως επικίνδυνοι για τη δημοκρατία και να τους καταδικάζει «απ’ όπου κι αν προέρχονται», όπως το συνηθίζουν αρθρογράφοι και δημοσιολόγοι το τελευταίο διάστημα. Όπως θα ήταν εξίσου άστοχο να θεωρεί κανείς τον λαϊκισμό ως εκ φύσεως αναζωογονητική δύναμη για τη δημοκρατία. Τα πράγματα είναι αρκετά πιο περίπλοκα απ’ ό,τι θα επέτρεπαν τέτοιου είδους απλουστευτικές «προγραφές» ή εξιδανικεύσεις.

 

σελ. 2 (από: 3) ΧΡΟΝΟΣ 01 (05.2013) < προηγ. σελίδα     |     επόμ. σελίδα >