Look Twenty

 

«Στείλ’ το στη Νέα Σμύρνη, εκεί δεν θα χαθεί ποτέ»

 

Χρήστος Χρυσόπουλος

Έκθεση φωτογραφίας
Οικία, Αλέξανδρου Δελμούζου, Άμφισσα, 3 - 12 Οκτωβρίου
Επιμέλεια: Αποστόλης Αρτινός

αναδημοσίευση από το www.thesymptomsproject.gr

 

«Επισκέπτομαι το πατρικό μου σπίτι όταν η μητέρα μου λείπει. Νομίζω ότι έτσι μπορώ να καταλάβω καλύτερα το πώς ζει. Γυρίζω στα δωμάτια και κοιτώ προσεκτικά κάθε αντικείμενο που τη συντροφεύει. Αυτά δεν λένε ποτέ ψέματα».

Βρέθηκα στο σπίτι της μητέρας μου εντελώς τυχαία εκείνο το απόγευμα. Δεν είχα σκοπό να φωτογραφίσω. Από την άλλη μεριά, είναι αλήθεια ότι ήθελα από καιρό να προσεγγίσω τη δική μας ενδόμυχη, ανομολόγητη οικογενειακή ιστορία και είχα πολλές φορές ζητήσει από εκείνη να μου παραδώσει το κουτί με τις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες της παιδικής μου ηλικίας. Όμως, η μητέρα μου πάντα έβρισκε μια πρόφαση για να αρνηθεί. Κι εγώ το ξεχνούσα. Κι έτσι έμεινε μόνο μια ανεκπλήρωτη σκέψη. Ούτε έχω γράψει ποτέ για την οικογένειά μας. Είναι κι ότι είμαστε λίγοι: τρεις –οι δυο τους κι εγώ–, και είναι δύσκολο να γράψεις για τόσο λίγους ανθρώπους, αν δεν τους «ξεγυμνώσεις» υπό μία έννοια. Κι αυτό, μάλλον, το φοβόμουν. Τώρα που πλέον μείναμε μόνο οι δυο μας –η μητέρα μου κι εγώ– αυτό είναι μάλλον αδύνατο. Το γράψιμο είναι πλέον ανέφικτο.

Κι έτσι, πήγα εκείνο το απόγευμα να πάρω την αλληλογραφία μου. Α ναι, είναι κι αυτός ο ασυνείδητος δεσμός που δεν τον έκοψα ποτέ. Δίνω πάντα ως ταχυδρομική διεύθυνση το πατρικό μου σπίτι. Ακόμα και τώρα που πέρασα τα σαράντα πέντε. Πότε δεν απέκτησα δική μου μόνιμη ταχυδρομική διεύθυνση. Μόνο κάτι περιστασιακές στο εξωτερικό. Μα, ακόμα και τότε, αν κανείς ήθελε να μου στείλει κάτι, έλεγα: «Στείλ’ το στη Νέα Σμύρνη, εκεί δεν θα χαθεί ποτέ». Ακόμα αυτό προφασίζομαι.

Έχω πάντα μαζί μου τη φωτογραφική μου μηχανή. Εκείνο το απόγευμα η μητέρα μου έλειπε. Άνοιξα τους λογαριασμούς και ένα βιβλίο που με περίμεναν στο τραπέζι της κουζίνας και μετά άρχισα να τριγυρνάω στα δωμάτια. Η πρώτη φωτογραφία προέκυψε αυθόρμητα και μετά ήταν σαν να μου επιβλήθηκε ένας ρυθμός. Να κοιτάς και να φωτογραφίζεις. Να κάνεις μερικά βήματα. Να κοιτάς και να φωτογραφίζεις.

Βλέπεις διαφορετικά μέσα από το προσοφθάλμιο της φωτογραφικής μηχανής. Ή, μάλλον, δεν ξέρω αν το «βλέπεις» είναι το κατάλληλο ρήμα. Παρατηρείς με κάποια ιδιάζουσα ένταση. Το «βλέπω» είναι μάλλον κάτι που ταιριάζει στην a posteriori πραγματικότητα των φωτογραφιών. Κοιτάς τις φωτογραφίες και τότε «βλέπεις» τι είχες μπροστά σου.

Κοιτώντας τώρα αυτές τις φωτογραφίες, δεν θέλω να πω εγώ τι ήταν αυτό που είδα. Ας το κρίνουν οι άλλοι. Ο φωτογράφος, άλλωστε, βλέπεται και εκείνος ως αυτός που κοιτάει. Υπό μία έννοια, οι φωτογραφίες είναι αποτυπώσεις της δικής του ταυτότητας. Αυτό, νομίζω, βλέπει κανείς μέσα από το έργο ενός φωτογράφου. Δεν είναι τα αντικείμενα αυτά που αποτελούν το βασικό του υλικό. Το θέμα του δεν είναι αυτό που βλέπεται. Το αντικείμενο και το βασικό θέμα του είναι το υποκείμενο που βλέπει.

Ας πω μόνο αυτό για το ίδιο το έργο: το «My mother’s silence» εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα που το ονομάζω LOOK TWENTY και αποτελεί το δεύτερο μέρος του. Το πρώτο μέρος ονομάζεται «Hotel rooms» και είναι, ξανά, μια φωτογραφική απεικόνιση του εσωτερικού χώρου (ψυχολογικού και κυριολεκτικού).

Αυτό που με ενδιαφέρει γενικότερα είναι η διερεύνηση των ποικίλων μορφών που μπορεί να πάρει η αφήγηση. Αυτή η επικέντρωση στην αφηγηματικότητα πιστεύω ότι είναι μια συνθήκη που με ακολουθεί σε κάθε δραστηριότητα (λογοτεχνία, φωτογραφία, περιπλάνηση…).

Στην περίπτωση του LOOK TWENTY επιδιώκω να κατασκευάσω μια αφηγηματική φόρμα με σαφή δομικά χαρακτηριστικά. Η βάση είναι κάθε φορά 20 φωτογραφίες και ένα βίντεο συνολικής διάρκειας 8-10 λεπτών με ισόχρονη διαδοχή των φωτογραφιών και μουσική υπόκρουση. Κάθε εκδοχή του προγράμματος αυτού φιλοξενείται στο ηλεκτρονικό περιοδικό karouzo.com και εξετάζει μια προσωπική και ενδοστρεφή, ίσως και λίγο φορμαλιστική, προσέγγιση της τέχνης. Όλες αυτές οι διαφορετικές εκδοχές θέλω να είναι παρούσες στο LOOK TWENTY.

Πιστεύω ότι φωτογραφίζοντας επιδιώκω κάποιου είδους αποκατάσταση της μνήμης. Είναι ο δικός μου τρόπος να σχετίζομαι με τον κόσμο, με τους άλλους γύρω μου και με την προσωπική μου ζωή. Και επειδή την ίδια στιγμή φέρω και την ιδιότητα του συγγραφέα, οφείλω να κάνω μια διάκριση ανάμεσα στους δύο αυτούς αφηγηματικούς ρόλους: του συγγραφέα και του φωτογράφου. Η λογοτεχνία είναι για μένα μια διερευνητική μέθοδος ανοικείωσης της πραγματικότητας. Η φωτογραφία, αντιστοίχως, είναι μια διεργασία εξερεύνησης των σημείων επαφής ανάμεσα στο υποκείμενο (εμένα) και στον κόσμο. Εντέλει, ίσως η φωτογραφία να αποτελεί μια ύστατη επιδίωξη συνδιαλλαγής με τη ζωή. Ίσως να είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο απέκτησε σημασία τώρα. Ήδη στα σαράντα πέντε μου. Τη στιγμή που όλα γύρω μου μοιάζουν να γίνονται λίγο πιο ενδόμυχα. Ακόμα και η γραφή...

Ευχαριστώ τον Αποστόλη Αρτινό για τη φιλία και την ενθάρρυνση, αυτή η έκθεση γίνεται επειδή εκείνος τη θέλησε. Αλλά και τον Κώστα Χριστόπουλο, συνδιοργανωτή της πλατφόρμας The Symptom Projects. Επίσης, τον Περικλή Δουβίτσα για τη συμπόρευση και τον καλό φίλο και «συναυτουργό» Γιώργο Καρουζάκη. Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους.

Ο κατάλογος της έκθεσης θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Νεφέλη.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

ΧΡΟΝΟΣ (2014)