η ασφαλής διέλευση: κρίσιμο ζητούμενο, το οποίο συνεχώς απομακρύνεται

 

«Γυμνοί άνθρωποι»: σκέψεις για μια δικαιοκρατική προσέγγιση του προσφυγικού

 

Κωστής Τσιτσελίκης

(Το κείμενο αυτό αποτελεί επικαιροποιημένη εκδοχή εκείνου που δημοσιεύτηκε στις Θέσεις, τ. 134, Ιαν.-Μαρ. 2016)

 

Η προσφυγική κρίση στην Ευρώπη έφερε στη δημόσια συζήτηση καίρια ζητήματα που τέμνουν ευαίσθητα και αδύναμα σημεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Έφερε στην ευρωπαϊκή ατζέντα με επιτακτικό τρόπο την ανάγκη για αποτελεσματική αντιμετώπιση κάθε πλευράς ενός προβλήματος που μοιάζει με τον κύβο του Ρούμπικ: κάθε στοιχείο έχει τέσσερις όψεις που συναρτώνται με το επόμενο στοιχείο-πλευρά του προβλήματος μεταξύ τους με έναν μόνο τρόπο, αποκλείοντας ταυτόχρονα κάθε άλλη δυνατότητα επίλυσης. Αυτές τις δύσκολα συναρμολογούμενες πλευρές σε ενιαία λύση θα συζητήσουμε παρακάτω. 

Η προσφυγική κρίση συνδέεται με τη διόγκωση των μεγεθών, των «ροών» όπως συνηθίζονται να αποκαλούνται οι μετακινήσεις ανθρώπων, είτε έχουν δικαίωμα στο άσυλο είτε αναζητούν εργασία και διαμονή. Οι ροές αυτές είναι πάντα μικτές, δηλαδή εν μέρει αποτελούνται από ανθρώπους και των δύο κατηγοριών, αν (απο)δεχτούμε το νομικό, σκληρό σύνορο μεταξύ του πρόσφυγα και του μετανάστη. Η συζήτηση για τον διαχωρισμό αυτό είναι πολύ ενδιαφέρουσα και προκλητική αλλά στο κείμενο αυτό θα επικεντρωθούμε στην προσφυγική κρίση. Η κρίση λοιπόν, όπως γίνεται αντιληπτή από την ευρωκεντρική σκοπιά, εδράζεται και στο γεγονός ότι το ποσοστό των δυνάμει δικαιούχων ασύλου είναι για πρώτη φορά πολύ μεγαλύτερο από τους οικονομικούς μετανάστες. Άνθρωποι εκδιωγμένοι από πόλεμο έχουν βάσιμες αξιώσεις να αποκτήσουν το καθεστώς του πρόσφυγα, όπως επίσης, αν δεν το καταφέρουν, να μην επιστραφούν/απελαθούν στη χώρα τους. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό που έχει σχέση με την ευρωκεντρική οπτική (μας) είναι ότι στην Ευρώπη αναζητά καταφύγιο μόνο μικρό μέρος των ανθρώπων που μετακινούνται για να αποφύγουν τις πολυμέτωπες ένοπλες συρράξεις και την αδιάκριτη βία στη Μέση Ανατολή (και όχι μόνο). Μέχρι σήμερα, περίπου 800.000 άνθρωποι διέσχισαν την Ελλάδα στο δρόμο αναζήτησης ασφάλειας εντός του ευρωπαϊκού εδάφους, ενώ άλλα 4,5 εκατομμύρια περιμένουν σε Τουρκία, Λίβανο, Ιορδανία και Αίγυπτο τον, όχι και τόσο πιθανό, τερματισμό του πολέμου για να επιστρέψουν(1).

Τα ένοπλα χτυπήματα τυφλού θανάτου στο Παρίσι και η κήρυξη πολέμου(;) μεταξύ τζιχαντιστών και ΕΕ, ύστερα από την θεαματική –ίσως απλά συμβολική– επίκληση του άρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης της ΕΕ στις 17 Νοεμβρίου 2015 για την συνδρομή όλων των κρατών μελών προς τη Γαλλία και η απόφαση 2249 (2015) του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, δίνουν μια νέα διάσταση η οποία δεν αφορά το προσφυγικό ως τέτοιο αλλά το επιβαρύνει διπλά: πρώτον, γιατί ο πολλαπλασιασμός των στρατιωτικών επιχειρήσεων επί του εδάφους που ελέγχει το Ισλαμικό Κράτος σε Συρία και Ιράκ θα διευρύνει τον αριθμό των εκτοπισμένων πληθυσμών. Δεύτερον, γιατί στην ευρωπαϊκή ακροδεξιά και ξενοφοβική ρητορική οι μουσουλμάνοι κάθε είδους, ακόμα και οι πρόσφυγες, αυτομάτως εντάσσονται στο φάσμα του εχθρού, ρίχνοντας άφθονο λίπασμα σε κάθε είδους ξενοφοβικές σκέψεις, βλέψεις και πράξεις, σε κάθε είδους πολιτική πελατεία στην Ευρώπη. Η ρητορική αυτή κερδίζει έδαφος και στα ευρωπαϊκά σαλόνια: ήδη στα συμπεράσματα του Συμβουλίου της ΕΕ τον Φεβρουάριο 2016, οι «πρόσφυγες» εξαφανίστηκαν (ως όρος) και μετατράπηκαν σε «μετανάστες» που μάλιστα «διασχίζουν παράνομα τα σύνορα»(2).

 

Ο πρόσφυγας, η αχίλλειος πτέρνα των δικαιωμάτων

Τα δικαιώματα του ανθρώπου οικοδομήθηκαν σε μια λογική παροχής έννομης προστασίας στο άτομο απέναντι στην αυθαιρεσία της κρατικής εξουσίας. Η παροχή της προστασίας γίνεται από το κράτος, ενίοτε και με την επιστασία διεθνών οργάνων. Προϋπόθεση της παροχής προστασίας είναι η αναγνώριση της υπόστασης του υποκειμένου προστασίας από το ίδιο το κράτος, υπόσταση που γίνεται ορατή μέσα από την ιθαγένεια, δηλαδή από το νομικό δεσμό του ανθρώπου με το κράτος, οποιοδήποτε κράτος, είτε ως πολίτης του κράτους που παράσχει την προστασία είτε ως αλλοδαπού. Ο πρόσφυγας, κυνηγημένος από το ίδιο του το κράτος, σε αγωνιώδη αναζήτηση ασύλου, δηλαδή ασφάλειας, απεκδυόμενος από το δεσμό αυτό, είναι γυμνός. Ακόμα και η δυνατότητα να έχει δικαιώματα, επαφίεται στο κράτος να αναγνωρίσει μια εξαιρετική κατάσταση που θα μπορέσει να υπαχθεί σε κάποιο καθεστώς προστασίας, εύθραυστο και προσωρινό. Εδώ γίνεται φανερή η αδυναμία ή το όριο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, καθώς αδυνατούν να συμπεριλάβουν τον άνθρωπο καθεαυτό, αν συμβεί να μην ανήκει σε κάποια κοινότητα πολιτών: όπως έγραφε το 1951 η Χάννα Άρεντ (ταυτόχρονα με την ανάδυση του νέου διεθνούς συστήματος προστασίας των προσφύγων), «η έννοια των δικαιωμάτων του ανθρώπου, βασισμένη στην υποτιθέμενη ύπαρξη κάποιου ανθρώπινου όντος καθεαυτού, κατέρρευσε σε κομμάτια μόλις εκείνοι που την διακήρυσσαν βρέθηκαν για πρώτη φορά αντιμέτωποι με ανθρώπους που είχαν πραγματικά χάσει κάθε άλλη συγκεκριμένη ιδιότητα και δεσμό εκτός από το γεγονός ότι ήταν ακόμη άνθρωποι»(3).

Ο Αγκάμπεν, 40 χρόνια αργότερα, διατυπώνει με σαφή οξύτητα αυτή την αδυναμία: «Εάν, στο σύστημα του έθνους-κράτους, ο πρόσφυγας συνιστά ένα τόσο ανησυχητικό στοιχείο, αυτό συμβαίνει πάνω από όλα επειδή, σπάζοντας την ταύτιση μεταξύ ανθρώπου και πολίτη, μεταξύ γέννησης και εθνικότητας, ο πρόσφυγας βυθίζει σε κρίση την πρωταρχική πλασματική εξομοίωση της κυριαρχίας»(4). Οι σημερινοί πρόσφυγες αντιμετωπίζουν ακριβώς αυτή την κατάσταση με την είσοδό τους στην Ευρώπη. Έχοντας χάσει κάθε ενεργό νομικό δεσμό με οποιοδήποτε κράτος, έχουν ουσιαστικά απολέσει το δικαίωμα στα δικαιώματα. «Γυμνοί άνθρωποι», αποκλεισμένοι από την παγκόσμια πολιτική κοινότητα, καθώς γίνονται ορατοί ως το απόλυτο σύμβολο της καθαρής ετερότητας του «ξένου». Από την άλλη πλευρά, το καθεστώς του πρόσφυγα είναι το ύστατο καταφύγιο, που βέβαια δεν εγγυάται με πολιτικούς και νομικούς αυτοματισμούς την αναγνώριση της ανθρώπινης κατάστασης ως δεκτικής αναγνώρισης δικαιωμάτων. Τουλάχιστον, όμως, το καταφύγιο αυτό υφίσταται, όσο ατελές και αν κατοχυρώνεται από το προσφυγικό δίκαιο. Για όσους δεν είναι δυνατή η υπαγωγή σε αυτό, ο δρόμος είναι ακόμα πιο επικίνδυνος και σκοτεινός. 

 

Το προσφυγικό καθεστώς. Νομικές παραδοχές

Επιστρέφοντας στο σχολιασμό της επικαιρότητας, θα πρέπει να διατυπωθεί με σαφήνεια το στοιχειώδες: ότι οι εθνικές και ευρωπαϊκές πολιτικές επί της προσφυγικής κρίσης οφείλουν να εναρμονίζονται με τα όσα προβλέπονται από το προσφυγικό δίκαιο (δηλαδή τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951), καθόσον οι κρίσιμες ρυθμίσεις αφορούν το δίπολο ασφαλής διέλευση - ασφαλής εγκατάσταση. Στον πρώτο πόλο βρίσκονται όσοι θα μπορούσαν να καταθέσουν αίτημα ασύλου. Στον δεύτερο πόλο βρίσκονται όσοι έχουν καταθέσει αίτημα και κυρίως όσοι έχουν το καθεστώς του πρόσφυγα. Η ασφαλής διέλευση απορρέει από την αρχή του non-refoulement – την υποχρέωση μη απώθησης των εισερχομένων παράτυπα αλλοδαπών. Επίσης, από το αναγνωρισμένο δικαίωμα να καταθέσει αίτημα ασύλου όποιος/-α το επιθυμεί, με ασφάλεια, μέσα από δίκαια διαδικασία, ενώπιον των εθνικών αρχών που έχουν την αρμοδιότητα εξέτασης του αιτήματος. Η ασφαλής εγκατάσταση, τέλος, υπαγορεύει στα κράτη να μεριμνούν για τα στοιχειώδη της διαβίωσης σε όσους έχουν εκκρεμές αίτημα και σε όσους έχει απονεμηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα. 

Τα παραπάνω κάμπτουν την αρχή της κρατικής κυριαρχίας ως προς την αποτροπή της εισόδου, δηλαδή περιορίζουν το περιεχόμενο του ελέγχου που διενεργεί το κράτος στη μετακίνηση των ανθρώπων από τα σύνορά του: δεν μπορεί να αποτρέψει την είσοδο, μπορεί να τους καταγράψει και να τους εντάξει άμεσα στις διαδικασίες εξέτασης αιτημάτων ασύλου. Εν τέλει, το κράτος οφείλει να υποδείξει ή και να επιβάλει την εγκατάσταση και μετακίνηση εντός της χώρας ή της ΕΕ, και να μεριμνήσει για την επιστροφή στη χώρα καταγωγής όταν αυτό προβλέπεται. Στο ευρωπαϊκό περιβάλλον το δίπολο «ασφαλής διέλευση - ασφαλής εγκατάσταση» κινείται σε ένα μεταβαλλόμενο χώρο μεταξύ δύο ειδών συνόρων: των εξωτερικών κατά Σέγκεν και των εθνικών κρατικών συνόρων. Μάλιστα, στην περίπτωση της βαλκανικής οδού, παρεμβάλλονται και μη ΕΕ σύνορα. Το σύνορο, λοιπόν, από γραμμή μετατρέπεται σε ζώνη εντός της οποίας η διαδρομή από την «είσοδο» μέχρι την «εγκατάσταση» υπόκειται όχι σε ένα ενιαίο δίκαιο, αλλά στις επιμέρους, συχνά αντικρουόμενες εκφάνσεις του. Το δίκαιο εδώ καθορίζεται από τις διακεκομμένες γραμμές, όπου η κρατική κυριαρχία μεταβάλλει περιστασιακά το περιεχόμενό του. Το πολλαπλό ευρωπαϊκό σύνορο λοιπόν παίζει καίριο ρόλο στην εφαρμογή του προσφυγικού δικαίου, που θα έπρεπε να έχει ομοιόμορφη και οικουμενική εφαρμογή. Όπως το θέτει εύστοχα ο Balibar, 

Europe conceived itself as developing borders of its own, but in reality it has no borders, rather it is itself a complex 'border': at once one and many, fixed and mobile, internal and external. To say it in plainer English, Europe is a Borderland.(5)

Οι πρόσφυγες οι οποίοι θα καταφέρουν να φτάσουν στην πολυπόθητη γη της Κεντρικής-Βόρειας Ευρώπης έχουν να αντιμετωπίσουν μια πονηριά του ευρωπαϊκού δικαίου: την επιστροφή του αιτούντα άσυλο στη χώρα πρώτης εισόδου (βλ. Ελλάδα, Ιταλία, Μάλτα, Κύπρο, Ισπανία). Οι ευρωπαϊκές χώρες δηλαδή, σε μία άνευ προηγουμένου επίδειξη έλλειψης επιμερισμού των βαρών, στέλνουν τους πρόσφυγες στην περιφέρεια, επιβραβεύοντας τους πιο ικανούς, για τους οποίους δεν μπορεί να αποδειχτεί σε βάρος τους το σημείο εισόδου. Ωστόσο, ο Κανονισμός Δουβλίνο ήδη έχει από το 2013 (Dublin III) αναπροσαρμοστεί στις συνθήκες που υπαγόρευσε η πραγματικότητα και την αδυναμία –κυρίως– της Ελλάδας να προσφέρει συνθήκες «ασφάλειας» στους αιτούντες άσυλο, ύστερα από πλήθος αποφάσεων εθνικών δικαστηρίων της Ολλανδίας, Γερμανίας, Νορβηγίας, Ην. Βασιλείου κ.ά., που απέτρεψαν τις επιστροφές προς την Ελλάδα ορισμένων αιτούντων άσυλο που κατόρθωσαν να διασχίσουν παράτυπα τα σύνορα και να φτάσουν στη Βόρεια Ευρώπη. Κυρίως ύστερα από την απόφαση M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας (όπως και F.H. κατά Ελλάδας και κυρίως Sharifi και άλλοι κατά Ιταλίας και Ελλάδας) του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (6). Η «εκτίμηση κινδύνου» από το κράτος τελικής εγκατάστασης μπορεί να αναστείλει την επιστροφή στο κράτος πρώτης εισόδου εφόσον η τελευταία κρίνεται ως «μη ασφαλής» (βλ. Ελλάδα). 

Δεν θα ήταν άστοχο να υποστηριχθεί ότι οι πολιτικές αποτροπής βλάπτουν σοβαρά το δημοκρατικό σχέδιο της εμπέδωσης του ευρωπαϊκού κεκτημένου των δικαιωμάτων(7). Αν σήμερα δεν ασκούνται συστηματικά τουλάχιστον πρακτικές επαναπροώθησης, το να αφήνουμε τη φουρτουνιασμένη θάλασσα (όπως παλαιότερα τα ναρκοπέδια στον Έβρο) να κάνει τη «βρόμικη δουλειά», αποτελεί το ισοδύναμο ενός «παθητικού refoulement». Πόσο μάλλον οι περιπολίες του ΝΑΤΟ. Επίσης, ο σχεδιασμός και η αρχιτεκτονική της συνοριακής επιτήρησης στην Ευρώπη (Frontex και το υπό κατασκευή «ευρωπαϊκό λιμενικό»), εκφεύγει από τις διαδικασίες λογοδοσίας και υπαγωγής στους βασικούς κανόνες προστασίας των δικαιωμάτων,(8) δημιουργώντας τεράστια ερωτηματικά για τη διασύνδεση της εδραιωμένης πλέον αγοράς της ασφάλειας με τις γκρίζες ζώνες της προσφυγικής-μεταναστευτικής πολιτικής, αναφορικά με τη θερμή ζώνη της «πρώτης επαφής» και τις πραγματικές ανάγκες απώθησης ενός ανύπαρκτου εχθρού. 

Η ασφαλής μετακίνηση και η εξασφάλιση ασφαλούς εγκατάστασης αποτελεί ίσως και το πιο δυσεπίλυτο ζήτημα καθώς απαιτεί μακροπρόθεσμη πολιτική ανάλυση αναγκών και εξασφάλιση των μέσων για υποδοχή και μέριμνα διαβίωσης, αλλά και μακροπρόθεσμων ενταξιακών πολιτικών, στο βαθμό που η διεθνής κοινότητα (άρα και η ΕΕ) παραμένει ανίκανη να αμβλύνει ή να συμβάλει στον τερματισμό των πολεμικών συρράξεων στη Μέση Ανατολή. Η πλημμελής αδράνεια της ΕΕ να συμβάλει στον τερματισμό του πολύπλευρου πολέμου σε Συρία-Ιράκ επιτείνει την ανάγκη και εν τέλει την υποχρέωση να εγγυηθεί τη δημιουργία ενός «ασφαλούς διαδρόμου» μέχρι την εξέταση του αιτήματος για εγκατάσταση σε «ασφαλές έδαφος». H πρόταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου προς την Τουρκία, που συνοδεύεται από χρηματοδότηση ύψους τουλάχιστον 3 δις ευρώ, εξετάζεται από την Τουρκία αφήνοντας πλήθος εκκρεμοτήτων ανοιχτές και βέβαια πλήθος ανθρώπων να υποχρεώνονται να χρησιμοποιήσουν τα περάσματα του θανάτου στο Αιγαίο και αλλού. Η εμπλοκή του ΝΑΤΟ με περιπολίες στο Αιγαίο ασφαλώς προσδίνει μία νέα διάσταση στην αντίληψη σχετικά με το περιεχόμενο των δικαιωμάτων των προσφύγων.

 

Η σύγχυση: ασφάλεια των ανθρώπων - ασφάλεια των συνόρων

Σε πλήθος κειμένων, εθνικού και κυρίως ενωσιακού χαρακτήρα, γίνεται λόγος για την ασφάλεια των συνόρων και την περιφρούρησή τους. Η ενίσχυση του ελέγχου των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ και των εθνικών συνόρων του κάθε κράτους πηγάζει από τη συνθήκη του Σένγκεν και κάθε θεμελιακής αρχής από την οποία πηγάζει και εδράζεται η κρατική κυριαρχία. Η διατύπωση των αρχών αυτών αλλά και η κανονιστική επιβεβαίωση του ελέγχου βρίσκεται σε όλα τα κείμενα οργάνων της ΕΕ που σχετίζονται με την προσφυγική κρίση αλλά επιπρόσθετα και με τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας(9). Η έννοια της «ασφάλειας» λαμβάνει ένα αμφίσημο πρόσημο: α. για τους πρόσφυγες, ειδικά ως προς τη διαδικασία διάσωσης, αλλά και της ασφαλούς διόδου και β. για τα σύνορα, με μια σειρά επιχειρήσεων και ειδικών οργάνων που δημιουργήθηκαν με στόχο την επιτήρηση -κυρίως των θαλάσσιων- συνόρων, νότια και νοτιοανατολικά (βλ. επιχείρηση Poseidon και Sophia, σώμα Frontex και ομάδες Rabit, EU NAVFOR, ΝΑΤΟ) με συνεχή αύξηση των σχετικών ευρωπαϊκών κονδυλίων. Η σύγχυση για το περιεχόμενο της ασφάλειας έχει άμεσες αρνητικές συνέπειες στους αποδέκτες των πολιτικών, καθώς είναι προφανές ότι τα εθνικά και ευρωπαϊκά σύνορα δεν απειλούνται, αλλά διαπερνώνται μαζικά από ανθρώπους που έχουν βάσιμους λόγους υποβολής αιτήματος ασύλου(10). Η επίμονη αναφορά στα ευρωπαϊκά κείμενα υπέρ της ασφαλειοποίησης των συνόρων νομιμοποιεί πρακτικές αποτροπής απέναντι στην προσφυγική μετακίνηση. Αντίστροφα, απονομιμοποιεί και συσκοτίζει στην κοινή γνώμη τα δικαιώματα(11), όχι ηθικής φύσης αλλά θετικού δικαίου, που απορρέουν από το προσφυγικό δίκαιο. 

Ο πόλεμος κατά των διακινητών έχει και αυτός μια στρεβλή ratio. Αποσκοπεί στην καταπολέμηση του διεθνούς εγκλήματος, χωρίς όμως να μεριμνά εξαρχής για την ασφαλή διέλευση των ανθρώπων που είναι τα θύματα των διακινητών. Στην πραγματικότητα οι «διακινητές» λειτουργούν ως «διευκολυντές» της μετακίνησης (εκτός περιπτώσεων ακραίας εκμετάλλευσης και εγκληματικής δράσης), καθώς εν τέλει δεν προσφέρεται καμία άλλη εναλλακτική λύση σε όσους από τους πρόσφυγες/μετανάστες θέλουν να συνεχίσουν τη διαδρομή τους μέχρι το πολυπόθητο «ασφαλές έδαφος». Κατά των διακινητών στρέφεται η προσοχή των κρατών με υπερβάλλοντα ζήλο, σε αντιπαραβολή με την απόλυτη αδράνεια από κάθε ενέργεια εγγύησης ασφαλούς διόδου που θα ακύρωνε κάθε μορφή εκμετάλλευσης σε βάρος των μετακινούμενων ανθρώπων. Τον Οκτώβριο 2015 δόθηκε το πράσινο φως για στρατιωτική επέμβαση στην ΕΕ από τα Ηνωμένα Έθνη, μόνο για τη θαλάσσια ζώνη μεταξύ Λιβύης-Μάλτας-Ιταλίας, μέσω ναυτικών μόνο επιχειρήσεων αλλά και με τη χρήση βίας. Επίσης, και το κρισιμότερο, διατυπώνεται η υποχρέωση διάσωσης και μεταφοράς σε ευρωπαϊκό έδαφος των θυμάτων διακίνησης(12). Δεν συζητείται όμως, ούτε επιλύεται στη ρίζα του, το ζήτημα της ασφαλούς μετακίνησης από τα μη ασφαλή εδάφη, βλ. Λιβύη. Ούτε τίθεται το ερώτημα ποια εφαρμογή έχει η υποχρέωση καταπολέμησης της παράνομης διακίνησης αλλά και διάσωσης των μεταναστών/προσφύγων στις υπόλοιπες θαλάσσιες ζώνες (π.χ. του Αιγαίου). Η απόφαση του ΝΑΤΟ για παρουσία στο Αιγαίο με σκοπό την πληροφόρηση των τουρκικών και ελληνικών αρχών για τα πλεούμενα των προσφύγων, με στόχο την επιστροφή τους στην Τουρκία, παραβιάζει την υποχρέωση για μη επαναπροώθηση σε μη ασφαλή χώρα. Στην ουσία όχι μόνο δεν εγγυάται ασφαλή διέλευση αλλά καθόλου διέλευση.

Σύμφωνα με την έκθεση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου(13),

Η απόφαση αυτή εγκαινιάζει τη μεγαλύτερη επιχείρηση συλλογικής επαναπροώθησης προσφύγων σε μια υποτιθέμενα ασφαλή τρίτη χώρα, χωρίς εξατομικευμένη κρίση, κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης(14), όπως αυτή κατοχυρώνεται ρητά στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, και χωρίς να υπάρχει κανένας έλεγχος από όργανα επιτήρησης των δικαιωμάτων του ανθρώπου.(15) Στις 19 Φεβρουαρίου 2016, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έθεσε ως βασικό στόχο της ευρωπαϊκής πολιτικής, κάτω από τον τίτλο «μετανάστευση», την προστασία των εξωτερικών συνόρων, την ανακοπή των μεταναστευτικών ροών, τη μείωση της παράνομης μετανάστευσης και την ακεραιότητα της ζώνης Σέγκεν. Το Συμβούλιο χαιρέτησε τη νατοϊκή παρέμβαση, επικύρωσε τη συμφωνία με την Τουρκία, κάλεσε τα κράτη μέλη της ΕΕ να συνεργαστούν, όπως και την FRONTEX, με στόχο την επιτήρηση (βλ. αποτροπή) των «παράνομων διασχίσεων», καθώς αιτούντες άσυλο δεν θα γίνονται δεκτοί από τα κράτη μέλη (βλ. Ελλάδα) εφόσον είχαν την ευκαιρία να το πράξουν σε άλλη χώρα (βλ. Τουρκία). Επίσης, αναφέρθηκε στην ανάγκη υλοποίησης του προγράμματος της μετεγκατάστασης των αιτούντων άσυλο και στις διαδικασίες υποδοχής και φιλοξενίας με βάση τα δικαιώματα του ανθρώπου. Δήλωσε επίσης ρητά ότι «οι πρόσφυγες δεν έχουν δικαίωμα να επιλέγουν το κράτος μέλος στο οποίο θα ζητούν άσυλο»(16).

Η ασφαλής διέλευση ως πολιτικός και κανονιστικός στόχος αποτελεί κρίσιμο ζητούμενο, το οποίο συνεχώς απομακρύνεται. Οι φράχτες (στον Έβρο, Καλαί, Βουλγαρία, Ουγγαρία) έκλεισαν συγκεκριμένα σημεία μετακίνησης, και συχνά διοχέτευσαν αλλού τη ροή μετακίνησης, μεταθέτοντας τους κινδύνους(17). Το άνοιγμα των συνόρων (βλ. Ειδομένη), ακόμα ως κατ’ αρχάς παραβίαση της Συνθήκης του Σέγκεν, διευκολύνει ευεργετικά την ασφαλή μετακίνηση, μέσα από μια πρωτοφανή διακρατική και άρρητη συνεργασία. Ωστόσο, αυτή από μόνη της δεν μπορεί να εξασφαλίσει την ασφαλή εγκατάσταση, διευκολύνοντας μόνο ευκαιριακά τη διέλευση στην εσωτερική ζώνη των ευρωπαϊκών συνόρων. Το παράδειγμα του ολοκληρωτικού σφραγίσματος των συνόρων της Ουγγαρίας στις 16 Οκτωβρίου 2015 είναι εύγλωττο για την επισφάλεια των αποσπασματικών ενδοευρωπαϊκών πολιτικών. Η απαγόρευση διέλευσης σε όσους δεν είναι Σύριοι-Ιρακινοί-Αφγανοί από τη Σλοβενία και τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη στις 19 Νοεμβρίου 2015, οι περιορισμοί που επέβαλε η Αυστρία και η απαγόρευση διόδου στους Αφγανούς, η απαίτηση κατοχής διαβατηρίου ή άλλου επίσημου εγγράφου, υπενθύμισαν το πόσο εύθραυστες είναι αυτές οι συνεννοήσεις (Φεβρουάριος 2016). Το άνοιγμα των συνόρων σε μια ολοκληρωμένη διαδρομή προς ασφαλή σημεία-χώρες υποδοχής, θα πρέπει να είναι το προϊόν ολοκληρωμένου σχεδίου μιας ευρωπαϊκής πολιτικής, με τη συμμετοχή των πρώτων κρατών-υποδοχέων του κύριου μεταναστευτικού όγκου – βλ. Λίβανος, Ιορδανία και Τουρκία. Η απευθείας μετάβαση από εκεί στις χώρες προορισμού (στην ΕΕ και αλλού) θα ακύρωνε την ανάγκη αναζήτησης ασφαλούς διόδου. 

Τέλος, πέρα από τον χαρακτηρισμό της Ελλάδας, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. παραπάνω), ως μη ασφαλούς χώρας για τους αιτούντες διεθνούς προστασίας εντός της Ε.Ε., η Οδηγία 2013/32/ΕΕ (όπως και η προηγούμενη 2005/85) ορίζει με συγκεκριμένα κριτήρια τις προϋποθέσεις της ασφαλούς χώρας καταγωγής και ασφαλούς τρίτης χώρας στο ενωσιακό δίκαιο(18). Παρ’ όλα αυτά, η έννοια ασφαλής χώρα χρησιμοποιείται πλέον από τα ευρωπαϊκά όργανα και την ελληνική κυβέρνηση ολοένα και περισσότερο ως εργαλείο, όχι για να εγγυηθεί την ασφάλεια των προσώπων, αλλά για να αιτιολογήσει πολιτικές επαναπροώθησης και αποκλεισμού.

Από την άλλη πλευρά, τα κράτη μέλη της ΕΕ αντί να συζητούν τη ριζική αναθεώρηση του Δουβλίνου, προσφέρουν «μετεγκατάσταση» (relocation) και μάλιστα σε τόσο μικρούς αριθμούς (εντός περιόδου δύο ετών, 66.400 αιτούντες θα μετεγκατασταθούν από την Ελλάδα, 39.600 από την Ιταλία και 54.000 από την Ουγγαρία), που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να μειώσουν το βάρος που καλούνται να σηκώσουν οι χώρες εισόδου(19). Η απόφαση αυτή, σε εφαρμογή του άρθρου 78 παρ. 3 της Ενοποιημένης Συνθήκης ΕΕ(20), εξυπηρετεί την ανάγκη για ασφαλή εγκατάσταση, η οποία υπό προϋποθέσεις μπορεί να εγγυηθεί και ασφαλή δίοδο με την έννοια ότι θα παρακαμφθούν οι κίνδυνοι στην αναζήτηση διόδου. Όμως αφορά πολύ μικρό τμήμα του πληθυσμού και εν τέλει δεν εφαρμόζεται (βλέπε στάση Τσεχίας, Σλοβακίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας). Ήδη η Γερμανία είχε απορροφήσει τη συντριπτική πλειοψηφία των αιτούντων άσυλο, οι οποίοι είχαν διασχίσει τουλάχιστον επτά σύνορα μικρότερης ή μεγαλύτερης επικινδυνότητας, διαμηνύοντας εμμέσως πλην σαφώς ότι η δυνατότητα «απορροφητικότητας» έχει ένα τέλος και ότι το κλείσιμο των συνόρων θα σημάνει και το τέλος της Ευρώπης(21). Στο σημείο αυτό ανακύπτει το κεντρικό ερώτημα της όλης συζήτησης, από την πλευρά της Ευρώπης: ότι υπάρχει ένα συνεχώς μετακινούμενο όριο στην υποδοχή «ξένων», ανεξάρτητα από την προσφυγική ή τη μεταναστευτική τους ιδιότητα και ανεξάρτητα από τις αντικειμενικές δυνατότητες «απορροφητικότητας» ή «ενσωμάτωσης». Φαίνεται ότι το κατώφλι της αποδοχής κινείται μεταξύ του βαθμού απορρόφησης του αναγκαίου ανειδίκευτου και φθηνού εργατικού δυναμικού και της εδραίωσης ριζοσπαστικών ξενοφοβικών πρακτικών. 

 

Η τελική ερώτηση: ποιες πολιτικές σε ποια (δικαιοκρατική) λογική;

Η συνέχεια των παραπάνω διαπιστώσεων και σκέψεων δεν μπορεί να είναι άλλη από τη διερεύνηση μιας συνεκτικής πρότασης για την αντιμετώπιση ή, καλύτερα, για την εφαρμογή του προσφυγικού δικαίου στη δύσκολη, ομολογουμένως, συγκυρία. Καταρχάς η ΕΕ οφείλει να θέσει σε εφαρμογή μηχανισμούς κεντρικής και συνεπούς πολιτικής. Να καταρτίσει δεσμευτικό σχεδιασμό πολιτικών και δικαίου απέναντι στα κράτη μέλη προσβλέποντας σε αποτελεσματική παρέμβαση σε τέσσερις άξονες: 

α. τη γενεσιουργό αιτία του προσφυγικού, δηλ. με τη διαμεσολάβηση για τον τερματισμό του πολέμου σε Συρία-Ιράκ,
β. την παραμονή, στις καλύτερες δυνατές συνθήκες, των προσφύγων στις πλησιέστερες χώρες υποδοχής,
γ. τη «νομιμοποίηση» των ροών με την εγγύηση ασφαλούς διόδου,
δ. τη μετεγκατάσταση εντός της ΕΕ με δικαιοκρατικά κριτήρια και επιμερισμό των βαρών.

Αν λάβει κανείς υπόψη του τα σενάρια για τις μετακινήσεις με βάση τα γεγονότα που αναμένονται κατά τη διάρκεια του χειμώνα(22) σε αντίστιξη με τις αποσπασματικές πολιτικές ορισμένων κρατών (διευκόλυνση / παρεμπόδιση μετακίνησης), το μέγεθος της μετακίνησης, τις αντιδράσεις στο εσωτερικό των κρατών, τις καιρικές συνθήκες, τις αποφάσεις των οργάνων της ΕΕ και την κατάσταση στο θέατρο των συγκρούσεων (ιδιαίτερα μετά την εμπλοκή ΕΕ, Ρωσίας και ΗΠΑ στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας) μπορεί να διατυπώσει προτάσεις δράσης για το προσφυγικό. Τέτοιες έχουν διατυπωθεί από την Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου(23).

Εν αναμονή της (ακόμα μεγαλύτερης) όξυνσης της κρίσης, και πέρα από τη «διαχείριση» των αιτούντων άσυλο και όσων θα υπαχθούν στο καθεστώς του πρόσφυγα στα hotspots και στα κέντρα φιλοξενίας (βλ. Διαβατά, Σχιστό), ένα μεγάλο ερωτηματικό αφορά το πλεόνασμα εκείνων που δεν θα μπορέσει τελικά να μετεγκατασταθεί, απλούστατα γιατί δεν θα τους δέχονται τα ευρωπαϊκά κράτη, αλλά και τους «χωρίς χαρτιά» που θα παραμείνουν εγκλωβισμένοι. Συχνά χωρίς δυνατότητα επιστροφής, καθώς ο μεγαλύτερος αριθμός θα είναι πρακτικά μη επιστρέψιμος στις χώρες ιθαγένειας(24). Τα προβλήματα είναι γνωστά αλλά η διόγκωσή τους θα επηρεάσει τοπικές κοινωνίες και πολιτικές ισορροπίες και θα θρέψει ξενοφοβικά αντανακλαστικά. Οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν στο παρελθόν χρησιμοποιήσει τεχνάσματα για την πρόσκαιρη ικανοποίηση της κοινής γνώμης, που εν τέλει φούσκωσαν το ακροδεξιό τέρας. Επιχειρήσεις σκούπες και στρατόπεδα κράτησης(25) οδήγησαν στο πουθενά μία κενή μεταναστευτική πολιτική. Ήδη οι αντιδράσεις στα Διαβατά και την Κω δείχνουν τι μπορούμε να περιμένουμε. Από την άλλη πλευρά, χρειάζεται άμεση εξορθολογικοποίηση διαδικασιών με ορατές και εφικτές διεξόδους. Για παράδειγμα, τι νόημα έχει η εγχείριση του σημειώματος από την Αστυνομία σε μετανάστη χωρίς χαρτιά ότι έχει υποχρέωση να εγκαταλείψει τη χώρα σε Χ ημέρες αν είναι νομικά αδύνατο να το πράξει ακόμα και αν το επιθυμεί; Πώς είναι δυνατόν να παραμένουν στη νομική αφάνεια χιλιάδες σκληρά εργαζόμενοι, όταν το προϊόν του μόχθου τους καταλήγει νόμιμα στις κουζίνες της ελληνικής κοινωνίας; (βλ. εργασιακή εκμετάλλευση και κοινωνική περιθωριοποίηση τύπου Μανωλάδας) 

Οι «χωρίς χαρτιά - μη πρόσφυγες» θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με δικαιοκρατικά κριτήρια, με στόχο τη σύννομη επιστροφή τους στη χώρα ιθαγένειας (βλ. χώροι και χρόνοι κράτησης, ανέφικτη επιστροφή, εργασιακή εκμετάλλευση, νομιμότητα) ή την παραμονή τους με ειδικό καθεστώς (π.χ. εξαιρετικοί λόγοι για τη χορήγηση άδειας παραμονής)(26). Στο πνεύμα αυτό θα πρέπει να αμβλυνθούν οι σκληρές γραμμές αποκλεισμών και οι συνεχείς παλινδρομήσεις της εννοιοδότησης του «νόμιμου» και του «παράνομου» και των πολιτικών τύπου «θα τους κάνουμε τον βίο αβίωτο», που ενδεχομένως εμφιλοχωρούν σε θύλακες της διοίκησης και της αστυνομίας.

Τέλος, και ίσως το σημαντικότερο, είναι η ανάγκη απο-εργαλειοποίησης της ίδιας της έννοιας της νομιμότητας της μετανάστευσης (βλ. προϋποθέσεις εισόδου και παραμονής). Οι ρηχές πολιτικές νομιμοποίησης το μόνο που κατάφεραν και καταφέρνουν είναι να ενισχύουν το ανερχόμενο κύμα ξενοφοβίας και ρατσισμού. Τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν αποτύχει να εμπεδώσουν μια πολιτική κουλτούρα σύμφωνα με την οποία οι «γυμνοί άνθρωποι» θα μπορούσαν να αποκτήσουν την ιδιότητα και ικανότητα πρόσβασης στα δικαιώματα και την ικανότητα ένταξης. Εν τέλει, τα ξενοφοβικά αντι-ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα (Γαλλία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ελλάδα, Ην. Βασίλειο), επικαλούμενα την αποτυχία των μεταναστευτικών πολιτικών συστηματικά, απονομιμοποιούν την ίδια την ΕΕ και τα δικαιοκρατικά και δημοκρατικά της θεμέλια. Οι ευρωπαϊκές μεταναστευτικές πολιτικές έπεσαν θύμα της διεύρυνσης των ταξικών διαφορών, που ευνόησαν την ζεύξη του εθνικού-θρησκευτικού κοινοτισμού με τον κοινωνικό αποκλεισμό και την εργασιακή εκμετάλλευση. Η σκλήρυνση των ευρωπαϊκών και των επιμέρους εθνικών προγραμμάτων και η συμπίεση πολιτικών ενσωμάτωσης μπορεί να οδηγήσουν σε οξύτερη ακόμα κρίση, με απρόβλεπτες συνέπειες αποσάθρωσης, θεσμικής και κοινωνικής. Τελικά θα αποτελούν το μέτρο της αποξένωσης της Ευρώπης από τα δικά της καταστατικά συστατικά στοιχεία και τους δικαιοπολιτικούς της στόχους, που ολοένα ξεθωριάζουν: την ισότητα και την ελευθερία όλων των ανθρώπων.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Για όλα τα σχετικά στοιχεία για το προσφυγικό στην Ελλάδα βλ. Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες, Γραφείο Αθήνας (https://www.unhcr.gr/).

2. http://www.consilium.europa.eu/en/press/press-releases/2016/02/18-euco-conclusions-migration/

3. Χάννα Άρεντ, στο 9ο κεφάλαιο του έργου της Οι ρίζες του ολοκληρωτισμού, με τίτλο «Η παρακμή του έθνους κράτους και το τέλος των δικαιωμάτων του ανθρώπου», στο P. Baeher (επιμ.-εισ.), The Portable Hanna Arendt, Penguine, London 2000, σ. 41.

4. G. Agamben, «Πέρα από τα δικαιώματα του ανθρώπου», στο: Εμείς οι πρόσφυγες (επιμ. Ν. Κούρκουλος), Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2015, σ. 44.

5. É. Balibar, «Borderland Europe and the challenge of migration», OpenDemocracy, 8 Σεπτεμβρίου 2015, στο: https://www.opendemocracy.net/can-europe-make-it/etienne-balibar/borderland-europe-and-challenge-of-migration με αναφορά στου ιδίου «Europe as Borderland», Society and Space, Volume 27, Number 2 April 2009.

6. K. Τσιτσελίκης, «Το μεταναστευτικό ως μεταβλητή γεωμετρία δικαιωμάτων και αποκλεισμών», στην ιστοσελίδα του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» (http://www.constitutionalism.gr/site/tsitselikis...)

7. Α. Τάκης, «Πρόλογος: Μετανάστευση, ασφάλεια, δημοκρατία, Ευρώπη», στο: Απ. Φωτειάδη, Έμποροι των συνόρων, Ποταμός, Αθήνα 2015, σ. 19.

8. Για την ασφαλειοποίηση των συνόρων όπως αυτή επιτελείται μέσα από έναν γιγαντιαίο και ανέλεγκτο μηχανισμό επιτήρησης βλ. Απ. Φωτειάδη, ό.π.

9. Βλ. απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2015 των υπουργών δικαιοσύνης της ΕΕ να ενδυναμώσουν τους ελέγχους στα κατά Σένγκεν εξωτερικά σύνορα της ΕΕ και για τους ευρωπαίους πολίτες, και βέβαια για τους κάθε είδους υπόπτους για τρομοκρατία, ακόμα και με την συνδρομή των ομάδων ταχείας επέμβασης (RABIT).

10. Για τους αριθμούς αφίξεων βλ. http://data.unhcr.org/mediterranean/country.php?id=83

11. Β. Παπαστεργίου & Ελ. Τάκου, Η μετανάστευση στην Ελλάδα. Έντεκα μύθοι και περισσότερες αλήθειες, Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, Αθήνα 2015.

12. Βλ. απόφαση 2240 (2015) του Συμβουλίου Ασφαλείας, 8.10.2015, στο www.un.org/press/en/2015/sc12072.doc.htm

13. http://www.hlhr.gr/?MDL=pages&SiteID=1195

14. Βλ. διαβεβαίωση της υπουργού Άμυνας της Γερμανίας ότι δεν θα επιχειρείται η επαναπροώθηση των σκαφών που θα έχουν πρόσφυγες, αλλά ότι όσοι πρόσφυγες διασώζονται θα επιστρέφονται στην Τουρκία, βλ. BBC Migrant crisis: Nato deploys Aegean people-smuggling patrols, http://www.bbc.com/news/world-europe-35549478

15. Σημειωτέο ότι είχε προηγηθεί η Απόφαση 2240 (2015) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, με την οποία εξουσιοδοτήθηκε η ΕΕ να ασκήσει ένοπλη βία στην κεντρική Μεσόγειο κατά των διακινητών, χωρίς καμία μέριμνα για την ασφάλεια των διακινούμενων μεταναστών και προσφύγων.

16. http://www.consilium.europa.eu/en/press/press-releases/2016/02/18-euco-conclusions-migration/

17. Ο εξής χάρτης δείχνει τα στατιστικά των μετακινήσεων και τις μεταβολές τους κατά το τελευταίο τρίμηνο που ρυθμίζονται από τα κλεισίματα ή τα ανοίγματα των περασμάτων (βλ. Έβρος/Ειδομένη/Ουγγαρία): http://data.unhcr.org/mediterranean/country.php?id=502. Επίσης: Κ. Τσιτσελίκης, «Το προσφυγικό στη γεωγραφία του θανάτου», Αυγή, 8.11.2015 (www.avgi.gr/article/6007407/to-prosfugiko-sti-geografia-tou-thanatou)

18. Steve Peers and Emmanuela Roman, The EU, Turkey and the Refugee Crisis: What could possibly go wrong?, στο http://eulawanalysis.blogspot.co.uk/2016/02/the-eu-turkey-and-refugee-crisis-what.html.

19. Βλ. Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601 του Συμβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 2015 για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας. Η απόφαση ορίζει ότι για κάθε πρόσωπο που θα μετακινείται, το κράτος που το δέχεται θα λαμβάνει 6.000 ευρώ.

20. European Commission, Facts sheet, 22.9.2015, http://europa.eu/rapid/press-release_MEMO-15-5698_el.htm.

21. Μπίνοϋ Κάμπμαρκ (μετφρ.Γιάννης Χατζηδημητράκης), «Ο Τουρκικός ελιγμός της Μέρκελ», Ενθέματα, Αυγή, 24.10.2015, https://enthemata.wordpress.com/2015/10/24/kampmark/ και δηλώσεις του Αυστριακού καγκελάριου Φάιμαν, www.skai.gr/news/world/article/299507/faiman-to-prosfugiko-den-prepei-na-sugheetai-me-tin-tromokratia/, 26.11.2015.

22. Για μια τεκμηριωμένη προβολή των πιθανών σεναρίων εξέλιξης του προσφυγικού στην Ευρώπη βλ. Scenarios: European Asylum-Seeker Crisis.

23. http://www.hlhr.gr/?MDL=pages&SiteID=1195

24. K. Tsitselikis, ‘Greece’, Transnational Migration in Transition: State of the Art Report on Temporary Migration, Collected Working Papers from the EURA-NET project (P. Pitkänen and S. Carrera, eds.) www.uta.fi/edu/en/research/projects/eura-net/publications/State-of-the-art_EURA-NET.pdf.

25. Δ. Χριστόπουλος, Στο ρίσκο της κρίσης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2013, σ. 87.

26. Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Μια (άλλη) στρατηγική για το μεταναστευτικό, www.hlhr.gr/index.php?MDL=pages&SiteID=800.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 35 (3.2016)