το αγόρι που στριγκλίζει

 

Δημήτρης Τανούδης

 

Ήθελα να φύγω λίγο απ’ τα πράγματα˙ αυτό είναι όλο, τίποτα το συγκεκριμένο˙ ήταν όπως τις φορές που δεν έχεις διάθεση και δεν γνωρίζεις το λόγο˙ όπως όταν αρχίζει να σου γίνεται εύκολη η αποδοχή του θανάτου και λες πως δεν θα σε πείραζε. Έτσι. Ήθελα να φύγω απ’ τα πράγματα για να δω αν μπορώ να γυρίσω σ’ αυτά με άλλη ελπίδα. Μπήκα στο παλιό κτίριο του τελωνείου, βαστώντας στο χέρι την τσάντα. Κι είναι ωραία, ξεκινώντας, ν’ ακούς μια άλλη γλώσσα. Αυτό σε προϊδεάζει για τη συνέχεια. Κάτι διαφορετικό, λες, κάτι διαφορετικό περιμένει εκεί που ο κόσμος μιλάει αλλιώς.

Κι ήταν μόνο μια ώρα απόσταση με το καράβι. Αυτή, την άλλη χώρα, μπορούσα να τη βλέπω απ’ το μπαλκόνι του σπιτιού που νοίκιαζα τότε, όταν σπούδαζα σ’ εκείνο το νησί. Έβλεπα μια γκρίζα άγονη γραμμή την ημέρα˙ πολλά αραιά φώτα τη νύχτα. Τόσο αραιές κατοικίες που έφερναν την ιδέα του άδειου˙ όπως, αντίστροφα, η συμπύκνωση φέρνει την ιδέα του γεμάτου, μιας κάποιας ουσίας. Και ήταν έτσι. Περνούσαμε απ’ το κέντρο κι ελάχιστα μαγαζιά, αριστερά-δεξιά, είδη απαραίτητα, είδη πρώτης ανάγκης, έφτιαχναν αυτή τη σπονδύλωση, την τόσο αραιή, μακριά από την ιδέα της ουσίας˙ σαν κάποιο σώμα που τα κόκαλά του έχουν πλέον εξαρθρωθεί.

Σταματήσαμε μόνο για να πάρω καπνό (έχει εκεί ο καπνός τη φήμη πως παρασκευάζεται από υλικά που σε μας βρίσκονται ακόμη στο όριο της νομιμότητας) και φτάσαμε ύστερα στο παραθαλάσσιο μέρος, που μπορεί να θεωρηθεί και τουριστικό θέρετρο˙ αν τουλάχιστον κατέχεσαι από μια ολιγάρκεια˙ αν σου αρκούν ένα απλό δωμάτιο, το παράθυρο, τρεις καναπέδες στο χώρο υποδοχής, το περίπτερο, η εκκλησία, ένα πλακόστρωτο, η παραλία. Ήμουν όμως τυχερός. Κάποιος εορτασμός βρισκόταν σε εξέλιξη και ο πεζόδρομος, κατά μήκος της παραλίας, γέμιζε –με την αραιή έννοια του γεμίσματος– από πλανόδιους μικροπωλητές˙ παιχνίδια, γλυκά, ένα δυο λικέρ αποξηραμένων φρούτων, ο καπνός στο όριο της νομιμότητας.

Ζαλισμένος απ’ αυτό τον καπνό, άρχισα να παρακολουθώ μια οικογένεια˙ την ακολουθούσα καθώς συναντιόταν με μια άλλη οικογένεια, έπειτα με μια τρίτη, ώσπου, προς το απόγευμα, χάθηκαν σ’ ένα σπίτι, κοντά στην παραλία –ανδρόγυνα και τα παιδιά τους–, απ’ όπου ξαναβγήκαν λίγες ώρες μετά, φορώντας όλοι τα μαγιό τους, κρατώντας τις εκδρομικές τσάντες. Ακουγόταν πάντα το στρίγκλισμα. Εγώ κάπνιζα υπομονετικά. Έβλεπα συνέχεια τον δεμένο τράγο. Δεν ήταν παραίσθηση – θα μπορούσε, αλλά δεν ήταν. Υπήρχε πράγματι ένας τράγος, δεμένος στον κορμό κάποιου παλιού δέντρου. Πού ήταν; Νομίζω πως τον είδα στην είσοδο του παραθαλάσσιου χωριού, καθώς μπαίναμε με το ταξί, δεμένος εκεί, στους πρόποδες του μικρού βουνού ή σ’ έναν λοφίσκο. Μπορεί να βρισκόταν και σε κάποιο σημείο της πόλης˙ σίγουρα ξανά στον κορμό ενός δέντρου και γύρω του άγονο χώμα. Τον έβλεπα τώρα μπροστά μου. Υπήρχε το σκοινί στο λαιμό και το παλιό δέντρο. Κόκαλα αραιά όπως το φυσικό περιβάλλον όπου ο τράγος επιτρεπόταν να βαδίσει. Κι υπήρχε πάντα το στρίγκλισμα. Ο τράγος και το στρίγκλισμα ταίριαζαν τόσο αρμονικά ώστε, μια σκέψη που έκανα τότε, μπορούσαν να ενωθούν και να γεμίσουν το άδειο – το οποιοδήποτε άδειο, αυτό το άδειο της ζωής μου.

Βγήκαν με φασαρία από το σπίτι. Πέρασαν τις ανάκατες πλάκες, έσυραν τα κοντάρια με τις ομπρέλες, καταλάβαινες ότι παραπονιούνταν για τον ήλιο που έκαιγε τα γυμνά τους πέλματα. Άντρες με τριχωτά στέρνα και καμπυλωτά στομάχια, ενδείξεις κάποιας επιβολής που ρίζωνε στο σώμα. Γυναίκες που έδιναν την εντύπωση ότι κάποτε υπήρξαν όμορφες˙ αυτή η ομορφιά, σκεφτόμουν, που προορίζεται για να παραδοθεί˙ αυτή η εξουσία που σκοπός της καλλιέργειάς της ήταν να γοητεύσει εκείνους στους οποίους αργότερα, ίσως κοφτά, μέσα σε μια νύχτα, θα παραδινόταν. Κρατούσαν τα παιδιά στην αγκαλιά ή έσπρωχναν τις πλάτες τους με το χέρι, καθορίζοντας τα επόμενα βήματα. Ρούχα μιας αναχρονιστικής μόδας. Φτηνή μυρωδιά, ο ιδρώτας των ανδρών. Και πάντα το στρίγκλισμα˙ το αγόρι που δεν σταματούσε να στριγκλίζει. Και ο τράγος. Αυτά τα πελώρια κέρατα, τα άλλοτε μεγαλειώδη. Αξιολύπητα τώρα και κούφια μέσα στον κύκλο της περιφοράς του. Κατάλαβα πως αυτός ο κύκλος ήταν τα μάτια μου. Τους ακολουθούσα από μακριά. Το ζώο περιφερόταν γύρω γύρω στο ασπράδι. Ήταν σαν το αγόρι να του έδινε φωνή.

Μου ήρθε να μιλήσω εκ μέρους του, να βγάλω εκ μέρους του έναν λόγο. Εκεί, μπροστά τους, ανεβασμένος σ’ ένα βράχο, μια επίσημη ομιλία. Επιζητούμε την ουσία, επιζητούμε το γέμισμα. Γι’ αυτό και φωνάζουμε. Θα άρχιζα έτσι. Θα το ’λεγα με βλέμμα στραμμένο στις γυναίκες. Θα κοίταζα ανάμεσα στα πόδια τους. Αλλά αυτό δεν θα προκαλούσε τη ζήλια των ανδρών, γιατί είναι κάτι που μας αφορά όλους. Άνθρωποι μας περικυκλώνουν κι εμείς συμμετέχουμε σε ομάδες που κυκλώνουν άλλους ανθρώπους. Το ίδιο πράγμα ψάχνουμε και πάντα υπάρχει ένα παιδί για να το θυμίζει με τις φωνές του. Δεν πρέπει να είναι έναρθρες φωνές. Τίποτα καθαρό δεν πρέπει να λέγεται. Το στρίγκλισμα έρχεται από μέσα. Δεν απευθύνεται πουθενά και δεν λέει τίποτα. Τους έβλεπα να χειροκροτούν, να παρασύρονται, μαζί να πηγαίνουμε στον τράγο για να τον ελευθερώσουμε – και μαζί, ελευθερώνοντάς τον, να λυτρωθούμε. Δεν θα υπάρχει κανένα είδος εξουσίας που θα προέρχεται από τα γεννητικά όργανα. Όλες οι ουσίες που μας κάνουν να επιθυμούμε τον θάνατο θα γέμιζαν τη ραχοκοκαλιά ενός μόνο πλάσματος. Και το αγόρι θα έπαυε να στριγκλίζει.

Το έβλεπα όμως τώρα, καθισμένος στην πετσέτα, ευθεία μπροστά μου, στα ρηχά. Προσπαθούσαν να το βυθίσουν ολόκληρο στη θάλασσα˙ εκείνο δεν ήθελε, αύξανε τη φωνή του. Άλλος του έβρεχε την πλάτη, άλλος του μιλούσε παρηγορητικά, άλλος με νεύρο. Έβλεπες τη συγκατάβαση στα πρόσωπα των συγγενών και των φίλων. Ήξεραν την κατάσταση αυτού του αγοριού. Μια σιωπηλή ντροπή πίσω απ’ τα πρόσωπα των γονιών του. Η μητέρα πιο τρυφερή, ο πατέρας πιο υποκριτικός. Η κατάσταση του αγοριού που εκ γενετής στριγκλίζει είναι κάτι που μας αφορά όλους. Το βιάζουν, σκεφτόμουν, το σπρώχνουν και το βιάζουν, το σκοτώνουν, αυτό το παιδί το σκοτώνουν. Αλλά οτιδήποτε είναι αραιό θ’ αντιστέκεται πάντα στο τελειωτικό του άδειασμα. Και θα στριγκλίζει.

Όλοι εμείς, γυμνοί, φτάνοντας στο δέντρο του τράγου. Πεσμένοι στα γόνατα, μπουσουλώντας. Ν’ απλώνουμε τα χέρια στα ούρα και στα σάλια και πάνω στο σπέρμα του. Να τα μαζεύουμε στις χούφτες. Να τα σηκώνουμε και ν’ αλέθουμε από αυτά το χώμα. Να τον βλέπουμε ξαφνικά να γυρνά προς το μέρος μας. Και να ’ναι άδεια η κοιλιά του. Να φαίνεται ένα κοίλωμα από άντερα και σωθικά. Ένας ένας να πηγαίνουμε στο σώμα του και να δίνουμε. Να γεμίζουμε το σώμα του με υγρά. Και να παύει τότε το στρίγκλισμα. Να παύει. Η φωνή δεν ακούγεται.

 

 

 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 08 (12.2013)