το κορίτσι του χασάπη μεγαλώνει

 

Δημήτρης Τανούδης

 

Ένα μηχανικό έμβολο καρφώνεται στον εγκέφαλο του αλόγου. Ακούγεται σαν πυροβολισμός. Το άλογο πέφτει κάτω. Του τρυπούν το λαρύγγι. Κόκκινο ποτάμι. Του ανοίγουν την κοιλιά. Ύστερα το γδέρνουν. Ύστερα στο πιάτο της γυναίκας του χασάπη. Η σάρκα κατεβαίνει στο λαιμό, φτάνει το έμβρυο. Γεννά. Δεν ήθελε κορίτσι. Ο χασάπης διαβάζει το σημείωμα. Είναι σκισμένο. Είναι, του γράφει, αργά. Μη με ψάξεις. 1965.

Το άλογο πάντα σιωπηλό πριν καρφώσουν το μυαλό του. Η γυναίκα έλεγε πως το μωρό χτυπούσε τη μήτρα. Κάθε φορά που μασούσε κρέας αλόγου, το μωρό χτυπούσε τη μήτρα.

Ο χασάπης χτενίζει τα μαλλιά του μωρού. 1967. Ο χασάπης τεμαχίζει ωμή σάρκα αλόγων. 1968. Ίδιοι πελάτες, το μωρό μεγαλώνει. 1969. Κόβει και κόβει. 1971. Ο χρόνος πετάει, ίδια σφαγή. 1973. Το κορίτσι δεν βγαίνει απ’ το σπίτι. 1974. Το κορίτσι καβαλά ένα πλαστικό αλογάκι. 1975. Το κορίτσι μεγαλώνει στη σιωπή. 1976. Το σώμα του αλλάζει και σχηματίζεται. 1977. Παράξενο πια για τον χασάπη να πλένει το κορίτσι στη μπανιέρα.

Περισσότερο του αρέσει να σκουπίζει τις χαραμάδες ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών. Περνά την πετσέτα όπως στα πλευρά των αλόγων. Ύστερα φορά στο κορίτσι την παλιά κιλότα της μαμάς του. Ο Θεός βρίσκεται κάτω απ’ το δέρμα, φωνάζει ένας άντρας στην τηλεόραση. Το φως περιμένει στην έξοδο. Το φως περιμένει στην άλλη όχθη του τούνελ.

Ίδιος καφές, τα ίδια πρόσωπα. Πώς να γίνετε ευτυχισμένοι, διαβάζει μια γυναίκα στην εφημερίδα. Τη γυναίκα αυτή πληρώνει ο χασάπης για να κρατά συντροφιά στο κορίτσι. Πιάνονται απ’ το χέρι όταν περπατάνε στο δρόμο. Φοβάται. Κάθε μέρα ο χασάπης φοβάται το αμίλητο σώμα του κοριτσιού.

Είναι πάντα το άλογο σιωπηλό πριν το έμβολο καρφωθεί στο μυαλό του. Η γυναίκα έλεγε πως το κορίτσι τη δάγκωνε. Όταν εκείνη μασούσε κρέας αλόγου, το κορίτσι δάγκωνε την κοιλιά της.

Τα ίδια πρωινά, οι δρόμοι. Μια χοντρή ματρόνα που ο χασάπης έχει βάλει στο μάτι. Θα την πηδήξω μια απ’ αυτές τις μέρες, σκέφτεται. Το κορίτσι σβήνει την τηλεόραση. Περπατάνε στο δρόμο με τη γυναίκα που του κρατά συντροφιά. Είναι πιασμένες απ’ το χέρι. Συναντούν ένα αγόρι, ανεβασμένο σε πλαστικό αλογάκι. Το κορίτσι σταματά. 1978. Το κορίτσι κοιτάζει. 1978. Το κορίτσι κοιτά και δακρύζει. 1978. Η γυναίκα τραβάει το χέρι του κοριτσιού.

Να μην έχει πολύ λίπος, λέει ο πελάτης στον χασάπη. Καθόλου δεν έχει. Είναι το μόνο κρέας που μπορείς να φας και ωμό. Το τρώω κάθε μέρα, μόνο αυτό τρώω εγώ. Μπαίνει το κορίτσι. Το φιλάει, το αγκαλιάζει. Κρέας αλόγου, το βράδυ, μπροστά στην οθόνη. Αλλά το κορίτσι δεν τρώει κι ο χασάπης σηκώνει ψηλά το πιρούνι. Στην οθόνη ένας μασκοφόρος παλαιστής που κρατάει λεπίδα. Σατανά, φωνάζει, θα σε καταστρέψω. Είναι το κορμί μου που προστάζει να το κάνω. Σπρώχνει ο χασάπης το πιρούνι στο στόμα του κοριτσιού. Του ανοίγει τα χείλη. Θα το φας, του λέει, θα φας. Το κορίτσι τρώει το άλογο και το χωνεύει. 1978.

Κρεμασμένο ραδιόφωνο απ’ το τσιγκέλι του χασάπικου. Ερωτικό τραγούδι. Ο χασάπης χαμογελά. Η γυναίκα καθαρίζει το σπίτι. Το κορίτσι σιωπηλό στο μπαλκόνι. Έχει το ένα χέρι κρεμασμένο. Ερωτικό τραγούδι σ’ όλη τη γειτονιά. Ο χασάπης ξύνει τον πάγκο και τον σκουπίζει. Βγαίνει, περπατά, χαιρετά έναν άντρα. Ο άντρας τον βρίζει πίσω απ’ την πλάτη. Καινούργιο φόρεμα πάνω στο σώμα του κοριτσιού. Όταν δεν μπορείτε να βρείτε το φως, η ζωή σας πάει χαμένη, λέει ο άντρας στην τηλεόραση. Θα πεθάνετε. Κι όλα θ’ αρχίσουν ξανά στο τέλος του χρόνου.

Χάνεται το σήμα, χιόνια τρεμοπαίζουν. Τα πόδια της, σκέφτεται ο χασάπης, τα πόδια της αλλάζουν. Και κοιτά το κορίτσι που κοιμάται με το νέο του ρούχο.

Κάτω απ’ αυτό το ρούχο υπάρχει ένα δέρμα που κρύβει το δικό μου αίμα, σκέφτεται. Κι αυτό το αίμα θα γίνει αίμα γυναίκας. Μια πραγματική γυναίκα με τη δική μου σάρκα και το δικό μου αίμα.

Το πρώτο αίμα κυλά ανάμεσα στα πόδια του κοριτσιού. Βγαίνει τρέχοντας απ’ το σπίτι, προχωρά, φτάνει στο πλαστικό αλογάκι. Ένας άντρας κάθετ’ εκεί. Θέλεις, ρωτάει, να καβαλήσεις το αλογάκι; Ρίχνει το κέρμα στο μηχάνημα. Το κορίτσι ανοίγει τα πόδια και το αλογάκι κουνιέται. Ακούγονται κρόταλα στον αέρα. 17 Ιανουαρίου 1979. Το τέλος του πρωινού.

Ο άντρας προσπαθεί να φιλήσει το κορίτσι, εκείνο αντιστέκεται. Κάποιος κοιτάζει από μακριά. Κάποιος τραβά το κορίτσι απ’ το χέρι. Βρήκα την κόρη σου μ’ έναν εργάτη, δεν ξέρω τι μπορεί να συνέβη. Ο χασάπης κοιτά τη σταγόνα πάνω στο ρούχο. Κόκκινη στρογγυλή κηλίδα. Πιάνει το μαχαίρι. Μικρό κόκκινο ποτάμι. Όχι αυτό, σκέφτεται. Τρέχει, φτάνει στην οικοδομή, ένας εργάτης καπνίζει στο τσιμέντο, βλέπει τη ματωμένη ποδιά του χασάπη. Αυτό ακριβώς, σκέφτεται ο χασάπης, αυτό είπαν στ’ ορφανοτροφείο, ο νόμος του ισχυρού. Και καρφώνει στο στόμα τον άντρα. Το τσιγάρο πέφτει μες στο λαρύγγι. Ο χασάπης στρίβει το μαχαίρι. Καμιά φορά, σκέφτεται, το μαχαίρι είναι πιο αδύναμο απ’ τις γροθιές. Ναι, χρειάζονται οι γροθιές όταν το μαχαίρι δεν κάνει τη δουλειά του. Άφησέ τον, φωνάζει εκείνος που θέλησε να φιλήσει το κορίτσι. Δεν φταίει αυτός, είναι αθώος. Αλλά ο χασάπης κόβει το πρόσωπο του άντρα. Είσαι όσα έχω, θέλω να σε φιλήσω, είμαι ο πατέρας σου. Κόβει και κόβει. Εσείς; Είστε τόσο σίγουροι εσείς πως ελέγχετε τα πάντα; Όλα μπορούν να χαθούν στη στιγμή. Κάποια πάθη είναι ισχυρότερα απ’ οτιδήποτε. Συγχώρεσε, γλυκιά μου, την απουσία μου. Στο μέλλον θα μπορούσαμε να πάμε σ’ ένα καλύτερο και πιο καθαρό μέρος. Ίσως σ’ ένα βουνό, οι δυο μας, ίσως σε κάποιο βουνό.

Τα περισσότερα μωρά πιάνονται κατά τύχη. Κάθε γυναίκα θέλει ένα στόμα να τη βυζαίνει και μετά να την προστατεύει. Νιώθουν πως η ζωή τους σημαίνει κάτι. Λες και μπορεί να υπάρχει άλλο νόημα εκτός απ’ την επιβίωση. Αλλά ο κόσμος είναι εγωιστής. Για εννιά δευτερόλεπτα οργασμού, ένα παιδί πρέπει να ιδρώνει σ’ όλη τη ζωή του, ακριβώς όπως το άλογο. Σιωπηλό το άλογο καθώς τρυπούν το μυαλό του. Η σιωπή του στο κρέας της μητέρας. Η σιωπή του στο στόμα. Η σιωπή στο κορίτσι. 1981.

Ας με έλεγε μπαμπά μόνο μια φορά. Μια φορά μόνο να μιλούσε. Οι διάβολοι είναι παντού. Βοηθήστε με, βοηθήστε. Αλλά εκείνο που ήθελα δεν θα συμβεί ποτέ. Είσαι η σάρκα, το αίμα μου. Ξέρω τα πάντα για σας. Ξέρω ότι δεν είσαστε μόνοι. Θέλετε να σπείρετε μια επιδημία πάνω στη γη, μ’ ακούς σατανά, φωνάζει τώρα ο μασκοφόρος παλαιστής στην τηλεόραση. Δεν θα μ’ αφήσουν να σε δω. Αλλά θα σε πάρω πίσω μια μέρα. Ελπίζω να σε φροντίζουν εκεί. Ελπίζω να σ’ αφήνουν να βλέπεις τηλεόραση. Οι πόρτες της κόλασης είναι ορθάνοιχτες, φωνάζει. Οι διάβολοι είναι παντού. Βοηθήστε με. Βοηθήστε με. Ξέρω πόσο σ’ αρέσει να βλέπεις τηλεόραση. Φαντάζομαι πως είσαι πιο ψηλή τώρα. Έχουμε τώρα κι οι δυο μας το ίδιο ύψος.

 

*Το κείμενο αποτελεί λογοτεχνική ανάπλαση της μικρού μήκους ταινίας Carne (Gaspar Noé, 1991)

 

 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 08 (12.2013)