όταν η τράπουλα της συγγένειας ξαναμοιράζεται

 

Νέες εννοιολογήσεις του συγγενικού δεσμού.
Σημειώσεις για το βιβλίο της κοινωνικής ανθρωπολόγου Ειρήνης Τουντασάκη Το παιδί που μεγαλώνει μέσα σου θα πάρει κι από σένα: Δωρεά ωαρίων, μητρότητα και συγγένεια.

Δήμητρα Γκέφου-Μαδιανού

 

Τι είδους ανθρώπους φτιάχνει η νέα τεχνολογία, και τι είδους κοινωνία φτιάχνει η νέα συγγένεια; Στα τελευταία 30 χρόνια η βιοτεχνολογία έχει αμφισβητήσει τον τρόπο που εμείς, οι χρήστες της, προσλαμβάνουμε την κοινωνία και τον τρόπο με τον οποίο φανταζόμαστε τις σχέσεις μεταξύ μας. Η νέα γενετική και οι εξελίξεις της βιολογίας στο γονιδίωμα δημιουργούν νέες δέσεις και συνδέσεις, οι οποίες μπορεί να δημιουργήσουν παράδοξες εκπλήξεις: οι άνθρωποι μπορεί να βρεθούν να συγγενεύουν με απροσδόκητους τρόπους διαπιστώνοντας αυτό που εύστοχα επισημαίνει η Μ. Strathern,1 ότι «οι συγγενείς είναι πάντα μια έκπληξη». Εάν, λοιπόν, συχνά ξαφνιαζόμαστε με αυτά που οι συγγενείς μας κάνουν, τότε μπορεί να ξαφνιαστούμε ακόμη περισσότερο με αυτά που οι συγγενικές σχέσεις μας επιτρέπουν να σκεφτούμε για τον κόσμο στον οποίο ζούμε. 

Με το βιβλίο Το παιδί που μεγαλώνει μέσα σου θα πάρει κι από σένα: Δωρεά ωαρίων, μητρότητα και συγγένεια (Σειρά «Ανθρωπολογικοί Ορίζοντες», Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2015), η Ειρήνη Τουντασάκη, μας υποχρεώνει να αναστοχαστούμε πάνω σ’ αυτά τα ερωτήματα. Πρόκειται για έργο θεωρητικά πλήρες και εθνογραφικά διεισδυτικό, γραμμένο στην άψογη και περιεκτική γλώσσα που μας έχει συνηθίσει και από προηγούμενα κείμενά της η συγγραφέας, με υποδειγματικό υπομνηματισμό, και πλήρως ενημερωμένο βιβλιογραφικά˙ έργο πυκνό, έργο που προκαλεί θετικά τον αναγνώστη με το άριστο στήσιμό του και τη συνολική εξαιρετική επιμέλεια και φροντισμένη έκδοση.

Αρχίζω από το εξώφυλλο: καλαίσθητο, λιτό και ταυτόχρονα προκλητικό και ελκυστικό μαζί. Έργο του ζωγράφου Γιώργου Σαλταφέρου, ειδικά φιλοτεχνημένο για το συγκεκριμένο βιβλίο. «Δυο γυναίκες, μια μητέρα», ο τίτλος του έργου, που αποδίδει θαυμάσια και με απόλυτη ακρίβεια όσα θα ακολουθήσουν. Στην πάνω δεξιά γωνία του κάδρου –και στο εμπροσθόφυλλο– η μια γυναίκα, η δότρια, με πρόσωπο να μας κοιτάζει με φανερή ικανοποίηση, άνετη στάση και χαλαρά χαρακτηριστικά. Το φόντο πίσω της καθαρό, φωτεινό, με απαλά χρώματα, παράθυρο με ριγέ τέντα σε ανοιχτό κόκκινο. Όλα δείχνουν χαλαρά, ειδυλλιακά, σχεδόν τέλεια. 

Η άλλη γυναίκα, η λήπτρια όπως υποθέτουμε, ή η υποψήφια μητέρα, στην πίσω αριστερή γωνιά (στο οπισθόφυλλο του βιβλίου). Αντίθετα από την πρώτη, μοιάζει να κρύβεται, να αποφεύγει την έκθεση και τη βλεμματική επαφή. Φανερώνει μόνο ένα μικρό μέρος του σώματός της, το πρόσωπο κρυμμένο, το κεφάλι γυρτό προς τον άνδρα/σύντροφό της, μοιάζει να του μιλά, να του εξηγεί με τρόπο συνωμοτικό. Κι εκείνος, με γυρισμένη την πλάτη, φιγούρα σκοτεινή, απροσπέλαστη, αμέτοχη. Γίνεται ένα με το σκούρο –το σχεδόν μαύρο– της κολόνας του τοίχου δίπλα του. Το ζευγάρι, απομακρυσμένο από τη δότρια όσο πιο πολύ γίνεται, αποσυρμένο στη γωνιά, σχεδόν έξω από το κάδρο, μοιάζει να θέλει να κρυφτεί, σαν να μη θέλει να βρίσκεται εκεί, σαν να μην το αφορά αυτό που διαμείβεται στη σκηνή. Η πίσω εικόνα, σκούρα και θολή, σκηνικό που αποπνέει ένταση. Και μόνο κάτω από το διάφανο τραπέζι, η κόκκινη τέντα στην αντανάκλασή της μοιάζει να λιώνει, να γίνεται ρευστό υγρό, σαν αίμα, που αθόρυβα, σιωπηλά, μυστικά σχεδόν, ενώνει τα δύο ζωντανά άκρα του κάδρου: εκεί όπου το βιολογικό με το κοινωνικό ανταμώνουν. 

Ακριβώς έτσι και η Ειρήνη Τουντασάκη προσεγγίζει τη συγγένεια ως ρευστή κατηγορία˙ ως μια δυναμική, πολύπλοκη διαδικασία υπό συνεχή διαμόρφωση που επιτρέπει την εκ νέου σημασιοδότηση του βιολογικού και του κοινωνικού: της θεωρούμενης βιολογικής και κοινωνικής συγγένειας, που συμπλέκονται σε ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο και δυναμικό σχήμα με απρόσμενες, όπως θα δούμε, διαστάσεις. 

Παρακολουθώντας συστηματικά για μεγάλο χρονικό διάστημα συνεδρίες του Σωματείου Υποστήριξης Γονιμότητας «ΚΥΒΕΛΗ» και συμμετέχοντας ποικιλοτρόπως στη ζωή ομάδας γυναικών που είχαν απευθυνθεί σε Μονάδα Υποβοήθησης Αναπαραγωγής για να τεκνοποιήσουν με τη μέθοδο «δωρεάς ωαρίων», η κοινωνική ανθρωπολόγος Ειρήνη Τουντασάκη καταγράφει και αναλύει στο βιβλίο αυτό τους τρόπους μέσω των οποίων οι γυναίκες αυτές διαπραγματεύονται τη συγγενειακότητα τόσο στο πλαίσιο της οικογένειάς τους όσο και στο ευρύτερο συγγενικό και φιλικό περιβάλλον. 

Η έρευνά της εξακτινώθηκε και στον οικιακό χώρο των γυναικών αυτών, αλλά και αλλού, και συμπεριέλαβε πολλά άλλα άτομα που εμπλέκονταν σε αυτή την επίπονη και μακροχρόνια στις περισσότερες περιπτώσεις διαδικασία: σύζυγοι/σύντροφοι, γιατροί, ψυχολόγοι, και άλλο επιστημονικό ή τεχνικό προσωπικό, καθώς και μέλη νομοπαρασκευαστικών επιτροπών, μέλη του παραπάνω σωματείου, καθώς και δίκτυα υπογόνιμων γυναικών στο διαδίκτυο. Οι ευέλικτες αυτές μορφές μεθοδολογικού πλουραλισμού καθιστούν την έρευνά της μια πρότυπη πολυτοπική κατά George Marcus εθνογραφία, αλλά και μια πολυεστιακή μελέτη που προσεγγίζει με ευαισθησία τα συνεχώς μεταβαλλόμενα πεδία της κοινωνικής ζωής. 

Το βιβλίο αναπτύσσεται σε πέντε κεφάλαια και παράρτημα, όπου αναλύεται μια σειρά από θεωρητικά και επιστημολογικά ζητήματα που αφορούν τις παλαιότερες και τις πιο πρόσφατες εννοιολογήσεις της συγγένειας όπως αυτές προκύπτουν από τα ολοένα αυξανόμενα εθνογραφικά δεδομένα, καθώς αυτά επιβεβαιώνονται ή/και τροποποιούνται από τα ευρήματα της πρόσφατης δικής της έρευνας. Σημαντικό στοιχείο του βιβλίου: η συγγραφέας αφήνει το λόγο των γυναικών-συνομιλητριών της απλόχερα να «μιλήσει». Τα αποσπάσματα από το λόγο των γυναικών είναι εξαιρετικά και μαρτυρούν το βάθος της έρευνάς της. Απόδειξη ότι η καλή εθνογραφία παράγει θεωρία. 

Στην ελληνική σκηνή θα λέγαμε ότι οι έρευνες όπως αυτή συγκροτούν ένα νέο πεδίο στην ανθρωπολογία που ονομάζουμε «νέες μελέτες για τη συγγένεια» ή «νέες πρακτικές συγγένειας» (βλ. και το προηγούμενο βιβλίο της για τις Ανθρωπολογικές Θεωρήσεις της Συγγένειας κατά τον 20ό Αιώνα, Πατάκης, 2011). Εδώ η συγγραφέας μας εξοικειώνει με τις νέες θεωρητικές προσεγγίσεις, στο πεδίο αυτό, που έχει δημιουργηθεί από τη μελέτη των Νέων Τεχνολογιών Αναπαραγωγής (ΝΤΑ), και τις σοβαρές μετατοπίσεις που αυτές έχουν επιφέρει στις βιολογικές όψεις της συγγένειας, καθώς και στις κοινωνικές εννοιολογήσεις του όρου αυτού. Η Ειρήνη Τουντασάκη εξετάζει εμβριθώς όλα τα νέα, αμφίσημα και αδιαφοροποίητα ακόμη πεδία στα οποία έχουν εμπλακεί οι έννοιες «συγγένεια» και «οικογένεια», που από φυσικοί δεσμοί έχουν μετατραπεί σε περίπλοκες έννοιες που χρήζουν κοινωνικών και νομικών διευθετήσεων. Έτσι και η φύση χάνει τη σημασία της ως θεμελιωτική βάση της κοινωνίας και του κοινωνικού. Παύει πλέον να είναι δεδομένη, αλλά γίνεται πεδίο ανθρώπινης δράσης, ανήκει επομένως και στον πολιτισμό. Όπως το θέτει η γνωστή βρετανίδα ανθρωπολόγος Marilyn Strathern: «Οι ΝΤΑ βοηθούν τη ζωή να αναπαραχθεί και να λειτουργήσει, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούν και μια νέα κατηγορία σχέσεων και εννοιών που ακροβατούν ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό».2

Το συναρπαστικό αυτό παιχνίδι με τις έννοιες και τις εννοιολογήσεις η Τουντασάκη το περιγράφει πυκνά στο βιβλίο της και καταλήγει να θεωρεί τη συγγένεια «ούτε της φύσης ούτε του πολιτισμού», αλλά ως σφαίρα πρακτικών που συγκροτούνται και συναρθρώνονται σε ένα πολύπλοκο και πλουραλιστικό σύστημα δεσμών, όπου η βιολογία (βλέπε γονίδια), ο νόμος (βλέπε γάμος ή συμβίωση), αλλά και τα συναισθήματα μπορεί να κατέχουν εξίσου σημαντικές θέσεις. 

Θα σταθώ, εν συντομία, σε μερικά βασικά σημεία του βιβλίου:

Η ιατρικοποίηση της αναπαραγωγής

Η προσφυγή στις νέες τεχνικές υποβοήθησης της υπογονιμότητας έχει δημιουργήσει μια σειρά από ζητήματα, κυριότερο από τα οποία είναι η πλήρης ιατρικοποίηση της ανθρώπινης αναπαραγωγής. Πράγματι, τις τελευταίες δεκαετίες, και μετά τη γέννηση του λεγόμενου «πρώτου παιδιού του σωλήνα» (1978), η αδυναμία τεκνοποίησης έχει αναχθεί σε καθαρά βιοϊατρικό πρόβλημα, με αποτέλεσμα την πλήρη παθολογικοποίησή του. Η Ειρήνη Τουντασάκη προβληματοποιεί το ζήτημα αυτό εντάσσοντας την ανάλυσή της στη φουκωική έννοια της βιοεξουσίας και αντλώντας από αυτήν, καθώς και από τη θεωρία της κοινωνικής κατασκευής (κονστρουκτιβισμού), εντάσσει την υπογονιμότητα στις πολύπλοκες διαδικασίες και στους μηχανισμούς μέσω των οποίων συντελείται η επιτήρηση, ο έλεγχος και εντέλει η ιατρικοποίηση του ανθρώπινου σώματος. 

Η φεμινιστική κριτική, άλλωστε, έχει από νωρίς επισημάνει τους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν από τις ΝΤΑ, οι οποίες παρεμβαίνουν στο γυναικείο σώμα μετατρέποντάς το σε αντικείμενο και σε τόπο βιο-ιατρικών τεχνολογικών «δοκιμών», αναπαράγοντας έτσι, παράλληλα με τα μωρά, και πειθαρχικά, εξουσιαστικά μοντέλα.

Η μη-κανονικότητα

Η μητρότητα, όπως είναι γενικά γνωστό, και όπως υποστηρίζεται από την ελληνική εθνογραφία, είναι ένας έντονα υπογραμμισμένος κοινωνικός θεσμός. Για τις γυναίκες, η συγκρότηση της έμφυλης ταυτότητάς τους, όπως θεωρείται από πολλούς, συναρτάται άμεσα με τη μητρότητα. Συχνά, η γυναίκα που δεν μπορεί να συλλάβει/τεκνοποιήσει με «φυσικό» τρόπο βιώνει από τον οικογενειακό και κοινωνικό της περίγυρο πίεση, κριτική ή και απόρριψη. Η ικανότητα για τεκνοποίηση εκλαμβάνεται ως «φυσική ιδιότητα», ενώ ο κατεξοχήν σκοπός του γάμου θεωρείται η τεκνοποίηση. Μερικές γυναίκες, ωστόσο, βιώνουν την ανάγκη για την απόκτηση παιδιού ως βαθιά εσωτερική προσωπική τους επιθυμία. 

Αυτό συνειρμικά μου φέρνει στο νου το έργο του δανού σκηνοθέτη Lars von Trier Χορεύοντας στο Σκοτάδι, όπου η ηρωίδα (την υποδύεται η Bjork), φτωχή τσέχα μετανάστρια, εργάζεται σκληρά σε εργοστάσιο παρότι τυφλώνεται σταδιακά, αφού πάσχει από κληρονομική εκφυλιστική νόσο, που την οδηγεί στην πλήρη τύφλωση. Αποταμιεύει ό,τι κερδίζει για μια σοβαρή εγχείρηση του γιου της, η οποία θα μειώσει τον κίνδυνο της προσβολής του από την κληρονομική πάθηση που η ίδια του μετέδωσε. Όταν ρωτήθηκε γιατί έκανε παιδί αφού την είχαν προειδοποιήσει ότι και αυτό κινδυνεύει να τυφλωθεί, απάντησε αυθόρμητα αλλά και αποστομωτικά: «γιατί ήθελα να κρατήσω ένα μωρό στην αγκαλιά μου».

Δεν γνωρίζω προσωπικά αν αυτή η βαθιά επιθυμία είναι της «φύσης» ή του «πολιτισμού», ή και των δύο, ή αν, ακόμη, δεν ανήκει σε καμιά από τις δύο κατηγορίες – ούτε και έχει σημασία, άλλωστε. 

Αυτό που σίγουρα γνωρίζουμε, και μας το δείχνει ξεκάθαρα η Ειρήνη Τουντασάκη, είναι ότι η προσφυγή στις ΝΤΑ, παρότι προσφέρει «σανίδα σωτηρίας», δημιουργεί και μια σειρά από ρωγμές και ανατροπές στον οικογενειακό και συγγενικό ιστό, αφού η διαπίστωση της υπογονιμότητας βιώνεται από το ζευγάρι, και κυρίως από τη γυναίκα, ως προσωπική αποτυχία ή και αναπηρία και επομένως ως διατάραξη της κανονικότητας. 

Προς επίλυση και αποκατάσταση της διαταραχθείσας αυτής κανονικότητας, και προκειμένου να διαχειριστούν και να διαπραγματευτούν τα καινούργια και «ξένα» γι’ αυτούς βιολογικά δεδομένα, τα υπογόνιμα ζευγάρια καταφεύγουν σε ποικίλες, ευφυείς και ευφάνταστες πρακτικές, καθορίζοντας τα ίδια κάθε φορά, εκ νέου, τη σημασία των συγγενικών δεσμών τους. Επινοούν στρατηγικές ικανές ώστε να ξεπεραστεί το αδιέξοδο που προκαλείται από το διχασμό ανάμεσα στις βιολογικές και κοινωνικές προσλήψεις της συγγένειας. 

Ανωνυμία – μυστικότητα ή εξαφανίζοντας τη δότρια

Πρώτα απ’ όλα, η επιθυμία και η απαίτηση του ζευγαριού να κρατηθεί η όλη διαδικασία της δωρεάς ωαρίων «μυστική». Η λήψη ξένου γενετικού υλικού συρρικνώνεται σε μια απλή εμπορική συναλλαγή. Η δότρια, που ούτως ή άλλως είναι άγνωστη (και εκ του νόμου), αποξενώνεται ακόμη περισσότερο από το ζευγάρι καθώς το γενετικό της υλικό αποπροσωποποιείται, χάνει την ανθρώπινη προέλευσή του και μετατρέπεται σε ένα απλό «γιατρικό», σε κάποιο φάρμακο που οι ίδιοι παίρνουν για να θεραπεύσουν την υπογονιμότητά τους. 

Φροντίζουν έτσι όχι μόνο να αποσιωπήσουν, συνωμοτικά σχεδόν, την παρουσία της δότριας, αλλά μεθοδευμένα επιχειρούν να απαλείψουν κάθε στοιχείο που θα μαρτυρούσε την παρουσία του ξένου γενετικού υλικού (πιστοποιητικά, αποδείξεις πληρωμών, παραπεμπτικά, ιατρικές εξετάσεις, συνταγές φαρμάκων). Προσπαθούν με κάθε τρόπο να ξεχάσουν οι ίδιοι, αλλά και να αποκρύψουν από όλους και διά παντός, τον τρόπο τεκνοποίησής τους, στοχεύοντας έτσι στην πλήρη φυσικοποίηση της αναπαραγωγικής τεχνολογικής παρέμβασης. 

Ουσιαστικά εδώ κινητοποιείται ο μηχανισμός της απώθησης και της πλήρους απάρνησης με όρους ψυχαναλυτικούς. Η προσφυγή στη χρήση «ξένου» γενετικού υλικού αποσιωπάται, σβήνεται από τη μνήμη και από τον οικογενειακό και συγγενικό χάρτη, η απόσταση από τη δότρια μεγιστοποιείται, και τελικά απωθείται και χάνεται στο ασυνείδητο. 

Άλλο ένα στοιχείο που διευκολύνει αυτήν τη διαδικασία της απώθησης είναι και η φυλετικοποίηση της αναπαραγωγικής τεχνικής, το γεγονός δηλαδή ότι οι περισσότερες δότριες είναι, ή θεωρούνται από τις λήπτριες, μετανάστριες που πουλούν τα ωάριά τους για καθαρά οικονομικούς λόγους. 

Το «ομοούσιο» ως αναλυτική κατηγορία

Αντίθετα με την αποσιώπηση της δωρεάς και την αποξένωση της δότριας, η σύλληψη, η κύηση και ο τοκετός, καθώς και αργότερα ο θηλασμός, υπερτονίζονται από τις γυναίκες ως τα κατεξοχήν «φυσικά» και άρα βιολογικά φαινόμενα. Το αίμα, ο πλακούντας και το γάλα της μητέρας την συνδέουν βιολογικά με το παιδί, αποκαθιστώντας με αυτόν τον τρόπο τη ρωγμή που είχε δημιουργηθεί από την αδυναμία της να τεκνοποιήσει με δικό της γενετικό υλικό. Οι γυναίκες έτσι, μέσα από την κυοφορία και το θηλασμό, ταυτίζονται με το παιδί και κατασκευάζουν τη μητρική τους σχέση με όρους βιολογικής συνέχειας. 

Η ανάλυση της Ειρήνης Τουντασάκη μας προσφέρει εδώ το κλειδί για να προσεγγίσουμε τη «νέα συγγένεια», μια συγγένεια «διά του σώματος» (σελ. 295). Το αναλυτικό εργαλείο που εισηγείται, «το ομοούσιο», αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, και το εύρημα του βιβλίου. Το ομοούσιο των σωμάτων μητέρας-παιδιού που κατασκευάζεται από τη μεταφορά μητρικών ουσιών (αίμα, γάλα) στο παιδί (έμβρυο και βρέφος) και το μοίρασμα των κοινών αυτών ουσιών στη συνέχεια αποτελούν και τη βάση της «φυσικής», και άρα βιολογικής σχέσης που δημιουργείται ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί. Ο συγγενικός δεσμός που δημιουργείται μέσω των ουσιών αυτών, οι οποίες επενδύονται από τις γυναίκες με ιδιαίτερα μεγάλο συμβολικό βάρος, καθώς και μέσα από τη φυσιογνωμική ταύτιση, θεωρείται εξίσου «βιολογικός», και άρα ισχυρός, αν όχι και ισχυρότερος από τα ίδια τα γονίδια. Εξού και ο ευρηματικός τίτλος του βιβλίου: Το παιδί που μεγαλώνει μέσα σου θα πάρει κι από σένα... Εδώ η φύση ορίζεται με κοινωνικούς και πολιτισμικούς όρους και τανάπαλιν, ο πολιτισμός με όρους φυσικούς και βιολογικούς, για να θυμηθούμε τον Paul Rabinow.3 «Tο κοινωνικό με το γενετικό μπερδεύονται», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Μυρσίνη, γυναίκα-συνομιλήτρια της συγγραφέως (σελ. 307) .

Ουσιαστικά πρόκειται για μια νέα και υβριδική πρόσληψη του «βιολογικού» που υπόκειται στις συνθήκες και στις ανατροπές της δράσης. Το εθνογραφικό υλικό από την έρευνα της συγγραφέως δείχνει ότι τα όρια μεταξύ βιολογικής και κοινωνικής συγγένειας κάθε άλλο παρά ξεκάθαρα είναι. Έτσι, και τα όρια ανάμεσα στις έννοιες «φύση» και «πολιτισμός» αλλάζουν και εναλλάσσονται, γίνονται παιχνίδι στρατηγικής για τις γυναίκες αυτές, ένα παιχνίδι που παίζεται με όρους που εκείνες με τους συντρόφους τους, αποκλειστικά, καθορίζουν. Και είναι οι πρακτικές και η δράση των κοινωνικών υποκειμένων που καθορίζουν πλέον ποιος και πότε θεωρείται γονιός ή συγγενής˙ οι δεσμοί δεν είναι αυθύπαρκτοι, ούτε αυτονόητοι. «Η τράπουλα της συγγένειας ξαναμοιράζεται», όπως η ίδια η συγγραφέας πολύ εύστοχα σημειώνει (σελ. 299), αφού οι γυναίκες και οι σύντροφοί τους νοηματοδοτούν τις συγγενικές τους σχέσεις μέσα από νέα σύμβολα, μεταφορές, όνειρα, φαντασιώσεις, καθώς και από συναρμολογήσεις «φυσικών» συστατικών και μνημονικών θραυσμάτων. 

 «Οι συγγενείς είναι πάντα μια έκπληξη»

Το παράδοξο που παρατηρείται στην όλη διαδικασία της τεκνοποίησης μέσω της «δωρεάς ωαρίων» είναι η μη απομάκρυνση, η εμμονή θα λέγαμε, σε αυτό που θεωρείται από τις ίδιες τις γυναίκες «κανονικότητα» ή «κανονική πυρηνική οικογένεια». Παρά την εξαιρετικά προηγμένη και «μοντέρνα» χρήση της βιοτεχνολογίας, και παρά την εξάπλωση νέων εναλλακτικών μορφών «οικογένειας» και συγγενειακότητας και στην Ελλάδα σήμερα, για τις γυναίκες αυτές το μοντέλο οικογένειας που επιθυμούν δεν δείχνει να μετατοπίζεται και να αμφισβητεί τον οικογενειακό ιδεότυπο του κλασικού τρίπτυχου: πατέρας-μητέρα-παιδί. Ο συγγενικός δεσμός παραμένει προσδεμένος και εννοιολογείται με όρους παραδοσιακούς: κοντά στη φύση (ή ό,τι θεωρείται φύση), παρότι η όλη διαδικασία της σύλληψης και της τεκνοποίησης έχουν απομακρυνθεί από αυτή. 

Έχουμε κατανοήσει πλέον ότι η είσοδος των ΝΤΑ στη ζωή μας έχει δημιουργήσει ένα μεγάλο εύρος ελπίδων αλλά και φόβων. Ελπίδες για νέες μορφές του κοινωνικού «σχετίζεσθαι» και νέες, ευφάνταστες εννοιολογήσεις του συγγενικού δεσμού, παράλληλα όμως και φόβοι για πιθανό κατακερματισμό της κοινωνίας. Το βιβλίο της Ειρήνης Τουντασάκη περιγράφει την πολυσύνθετη εφαρμογή της βιο-τεχνολογίας στον τομέα της ανθρώπινης αναπαραγωγής και αναλύει τις πολύπλοκες διαπροσωπικές και συγγενικές σχέσεις που δημιουργούνται όταν τα κοινωνικά υποκείμενα καλούνται να πάρουν δύσκολες αποφάσεις για ζητήματα που αλλάζουν τα μέχρι τώρα δεδομένα για ό,τι θεωρούσαν οικογένεια, συγγένεια και βιολογία. Πρόκειται για έργο που απευθύνεται μεν σε ανθρωπολόγους, κοινωνικούς επιστήμονες και επαγγελματίες υγείας, αλλά αφορά και ενδιαφέρει και το ευρύ κοινό.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Marilyn Strathern, Kinship, Law and the Unexpected: Relatives Are Always a Surprise, Cambridge University Press, Κέιμπριτζ, Νέα Υόρκη 2005.

2. Marilyn Strathern, Αναπαράγοντας το Μέλλον. Ανθρωπολογία, συγγένεια και νέες τεχνολογίες αναπαραγωγής, μτφρ. Π. Μπουρλάκης, Ελληνικά Γράμματα, Σειρά «Ανθρωπολογικοί Ορίζοντες», Αθήνα 2008 [1992].

3. Paul Rabinow, Essays on the Anthropology of Reason, Princeton University Press, Πρίνστον 1996.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 31 (11.2015)