σύνθεση θεωρητικού στοχασμού και πολιτικής στάσης

 

Αθέατες Όψεις της Ιστορίας: μια ανθρωπολογική ανάγνωση
Σκέψεις για τον συλλογικό τόμο-αφιέρωμα στον Γιάνη Γιανουλόπουλο
Αθέατες Όψεις της Ιστορίας, επιμ. Δ. Παπαδημητρίου – Σ. Σεφεριάδης, εκδ. Ασίνη, Αθήνα 2012

 

Δήμητρα Γκέφου-Μαδιανού

 

Περί αλώσεων…

Στις 28-30 Μαΐου του 1998 πραγματοποιήθηκε εδώ, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, υπό την αιγίδα της UNESCO και οργανωμένο από το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου, συνέδριο με θέμα «Οι κοινωνικο-πολιτικές επιστήμες και η ιστοριογραφία στην Τουρκία σήμερα», όπου κλήθηκα να παρουσιάσω την ανάπτυξη της κοινωνικής ανθρωπολογίας στον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο, την καθυστερημένη εισαγωγή της, τις δυσκολίες και τις προκλήσεις που τότε εμφάνιζε η συγκρότηση του Παντείου σε νέα και πολλά υποσχόμενα Τμήματα με νέα γνωστικά αντικείμενα. Τις παραμονές της επιστημονικής αυτής συνάντησης, ανάμεσα σε άλλα, ακούστηκε από μερικούς να λέγεται και το εξής: «Μάιο επέλεξαν να κάνουν το συνέδριο, και μάλιστα στην επέτειο της Άλωσης της Πόλης; Και δεν φτάνει αυτό, αλλά μιλούν για την ανάπτυξη της ιστορικής επιστήμης στην Τουρκία!». Στα άκρως εθνικιστικά αυτά σχόλια, οι οργανωτές απάντησαν με… χιούμορ, χωρίς ωστόσο να λείψει και κάποια ανησυχία και εκνευρισμός. Το συνέδριο έγινε, και με μεγάλη συμμετοχή˙ πλήρης επιτυχία. Συμμετείχαν συνάδελφοι από την Τουρκία: ο Halil Berktai (τουρκοκρητικός), ο Εμπέρ Ελντέμ (χιώτικης καταγωγής), η Leila Neizy (Ροδοκανάκη εκ Χίου από την πλευρά της μητέρας της), που μας επισκέφθηκε πρόσφατα με αφορμή μια ανθρωπολογική συνάντηση, η Nucket Sirman (ανθρωπολόγος), ιστορικοί, πολιτικοί επιστήμονες και ανθρωπολόγοι από τα πανεπιστήμια του Βοσπόρου, το Sabancı, το Κουτς και άλλα.

Ξαναβρισκόμαστε λοιπόν εδώ σήμερα, 15 χρόνια μετά, πάλι Μάιο μήνα, και ζούμε το ίδιο ή ανάλογο κλίμα με εθνικιστικές εξάρσεις: με τη Χρυσή Αυγή σε ανοδική πορεία, το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο σε εκκρεμότητα, τις κοινωνικο-πολιτικές και ανθρωπιστικές επιστήμες σε αμφισβήτηση. Πού; Στον ίδιο τον ακαδημαϊκό χώρο, ως μη εθνικά χρήσιμες (παλαιότερα) και τώρα μη οικονομικά χρήσιμες, με όρους τεχνολογίας και αγοράς. Και να ήταν μόνο αυτά!

Τότε, στη συνάντηση εκείνη ήταν που γνώρισα τον Γιάνη Γιανουλόπουλο, που με τους άλλους συναδέλφους του τμήματός του –κυρίως με τον Στέφανο Πεσμαζόγλου και τον Στέφανο Παπαγεωργίου– είχαν την ευθύνη της οργάνωσης του συνεδρίου, και διαπίστωσα αφενός πόσο κοντά στη νοοτροπία, στη σκέψη και στην προσέγγιση ήταν το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας με αυτό της Ανθρωπολογίας, και αφετέρου τη βαθιά πολιτική και κριτική σκέψη του Γιάνη. Αργότερα, στο κλείσιμο του συνεδρίου, σε σπίτι συναδέλφου –συμποσιακά και με ένα ποτήρι κρασί, χαλαρωμένοι και εξομολογητικοί–, διαπίστωσα ότι είχα συναντήσει και παλαιότερα τον Γιάνη, σε άλλους, μη ακαδημαϊκούς χώρους και με άλλες δράσεις.

Έκτοτε παρακολουθώ τη δουλειά του, έχω διαβάσει κείμενά του, και νιώθω μια πολιτισμική συνάφεια και οικειότητα μαζί του, όπως νιώθω και τις συναδελφικές και πολιτικές ιδιότητες που προκύπτουν από την οικειότητα αυτή. Από αυτήν τη θέση, λοιπόν, συμμετέχω στη σημερινή εκδήλωση.

Βρισκόμαστε εδώ σήμερα για να παρουσιάσουμε τον τιμητικό τόμο με χαριστήριες μελέτες που γράφτηκαν για τον σημαντικό και καταξιωμένο ιστορικό Γιάνη Γιανουλόπουλο. Σε μια «γιορτή γραφής» – fest-schrift, όπως ονομάζουν την τελετουργική αυτή διαδικασία στον αγγλοσαξονικό χώρο.

Μπορώ να πω ότι νιώθω ευνοημένη που κλήθηκα να παρουσιάσω τον συλλογικό αυτόν τόμο, και ευχαριστώ εξίσου τους οργανωτές της εκδήλωσης και τους επιμελητές και τους συγγραφείς του τόμου. Τα κείμενα, πρωτότυπα και γραμμένα από ιστορικούς και πολιτικούς επιστήμονες κυρίως, μου πρόσφεραν πολλά ερεθίσματα για να αναστοχαστώ και να θέσω από την πλευρά μου ορισμένους προβληματισμούς πάνω στη θεματική του τόμου (Αθέατες Όψεις της Ιστορίας, επιμ. Δ. Παπαδημητρίου – Σ. Σεφεριάδης, εκδ. Ασίνη, Αθήνα 2012).

 

Αθέατες όψεις της ιστορίας

Τα κείμενα του τόμου, δείγματα της πλούσιας και κριτικής ιστορικής έρευνας στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, με το θεματικό εύρος και τις θεωρητικές/μεθοδολογικές τους επιλογές, αντανακλούν καίριους προβληματισμούς που απασχολούν τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες μετά τη στροφή σε μετα-δομικές προσεγγίσεις και σίγουρα μετά το ρεύμα της πολιτισμικής κριτικής της δεκαετίας του 1980.

Και πρώτα απ’ όλα ο τίτλος του συλλογικού τόμου: Αθέατες όψεις της ιστορίας. Η ανάγνωση του τίτλου παραπέμπει κατά τη γνώμη μου (και) στη στροφή που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια προς μια εθνογραφική προσέγγιση της ιστορίας (μιλάω βέβαια από τη σκοπιά της ανθρωπολογίας πάντα).

Προς μια ιστορία που:

  • δεν δέχεται αβασάνιστα τον διαχωρισμό του παρελθόντος από το παρόν και το μέλλον˙
  • προσεγγίζει κριτικά τον μονογραμμικό χρόνο και μελετά γεγονότα σε συνθήκες «χρονικής μόλυνσης», όπως θα μας έλεγε η Mary Douglas, γεγονότα ως «πράγματα εκτός τόπου»˙
  • δεν αναζητά τεκμήρια μόνο στα «νομιμοποιημένα», επίσημα και αναγνωρισμένα από τον κυρίαρχο λόγο γεγονότα˙
  • διερευνά τις πολύπλοκες σχέσεις ιστορίας, μνήμης και μύθων που συχνά θεωρούνται σημαντικοί για την επούλωση επώδυνων εμπειριών-τραυμάτων του παρελθόντος και για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής˙
  • αναγνωρίζει τη λήθη ως ενεργή διαδικασία που απαιτεί και αυτή δράση (όπως και η μνήμη)˙
  • λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις επιτελέσεις και τις χρήσεις (και καταχρήσεις θα έλεγα) της ιστορίας.

 

Με τον πλούτο ιστορικών και ιστορικο-ανθρωπολογικών μελετών που έχουν συγκεντρωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, έχουμε φτάσει νομίζω σε μία καίρια/κομβική στιγμή όπου ερευνητές συγκλίνουν προς μια εθνογραφική προσέγγιση της ιστορικής παραγωγής από διάφορες κατευθύνσεις, και κυρίως από:

α) Τις μετα-αποικιακές σπουδές, οι οποίες στοχεύουν να δώσουν αξία σε μη δυτικούς τρόπους ιστορικοποίησης, σε αυτούς τους εναλλακτικούς τρόπους γνώσης του παρελθόντος που η επίσημη ιστορία (ο ιστορικισμός) συχνά έχει απονομιμοποιήσει και αποκλείσει. Στις «μικρές φωνές της ιστορίας», που αφορούν άφωνες κοινωνικές ομάδες, και για τις οποίες μιλούν οι ιστορικοί-εκπρόσωποι των μετα-αποικιακών σπουδών και υπεξούσιων ομάδων, από τη Ν/Α Ασία, όπως ο Ranajit Guha και ο Dipesh Chakrabarty και η Gayatri Chakravorti Spivak, αλλά και άλλοι ιστορικοί ή φιλόσοφοι της ιστορίας όπως ο Hayden White και ο Reinhart Koselleck. Μικρές φωνές της ιστορίας που υπονομεύουν και αναιρούν την κατά Φουκώ «υποτελή γνώση» (subjugated knowledge) που οι κυρίαρχοι λόγοι της επίσημης επιστήμης (αλλά και μιας συγκεκριμένου τύπου ιστορίας) επιβάλλουν στην προσπάθειά τους να καταστείλουν τις προηγούμενες μικρές φωνές ή και σιωπές (της ιστορίας).

β) Τις θεωρίες των συναισθημάτων, που επιθυμούν και επιδιώκουν να αφηγηθούν τους έμμεσους τρόπους με τους οποίους το συναίσθημα μπορεί να μεταβιβαστεί και να εισχωρήσει ανάμεσα σε αντικείμενα, πρόσωπα και καταστάσεις, επηρεάζοντας έτσι τους τρόπους πρόσληψης παρελθουσών εμπειριών και μνημονικών αναπαραστάσεων. Όπως δείχνουν πρόσφατες ιστορικο-ανθρωπολογικές μελέτες για το συλλογικό τραύμα, την κοινωνική οδύνη και την κρίση (κοινωνική, οικονομική, πολιτισμική), οι καταστάσεις αυτές διαταράσσουν τον χρόνο, αναμειγνύουν ανεξέλεγκτα το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον με αναμνήσεις και τραυματικές εμπειρίες που ανασύρονται όχι πάντοτε με ορθολογικούς όρους και τρόπους. Κι αυτό, γιατί η εμπειρικά βιωμένη αίσθηση του χρόνου και του παρελθόντος δεν συμφωνεί με αυτό που έχει επικρατήσει να ονομάζουμε ιστορία, ούτε η ανθρώπινη υπαρξιακή ευαισθησία είναι γραμμική και αντικειμενική με καρτεσιανούς όρους. Είναι εκεί που οι χρονικότητες εμφανίζονται συγκεχυμένες, ο χρόνος «τρελαίνεται», γίνεται αλλόκοτος, και έτσι αλλόκοτη γίνεται και η ιστορία, όπως εύστοχα την ονοματίζει ο Paul Ricoeur (uncanny history).

Αν σε αυτή την ήδη πολύπλοκη διαδικασία προσθέσουμε και τις διεκδικήσεις της ιστορίας από ανταγωνιστικά μεταξύ τους καθεστώτα που συγκρούονται σε νομικούς και πολιτικούς αγώνες, συχνά σε συνθήκες ήδη διακηρυγμένης «πολυπολιτισμικής αναγνώρισης» και παραδοχής, τότε η εικόνα γίνεται ακόμη πιο πολύπλοκη, και τα ερωτήματα για το τι είναι ιστορία και ποια τα διλήμματα του ιστορικού, επιτακτικότερα.

Θα μπορούσαμε εδώ να προσθέσουμε και τις σπουδές μνήμης που αναφέρονται στην προφορική κυρίως ιστορία και θίγουν ζητήματα κοινωνιών χωρίς γραπτό λόγο, που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν και λαοί χωρίς ιστορία. Δεν έχουμε χρόνο να επεκταθούμε.

Ιδιαίτερα ο Αντώνης Λιάκος, σε πρόσφατα έργα του-μονογραφίες (αλλά και στο κείμενό του εδώ έμμεσα, όπως θα δούμε), αλλά και αρκετοί άλλοι ιστορικοί, ορισμένοι από τους οποίους συμμετέχουν με κείμενά τους στον τόμο, έθεσε το θέμα «τι είναι ιστορία», όπως και ο Carr, και έδειξε πειστικά την αμφιθυμία του όρου αυτού. Έδειξε επίσης την πολύπλοκη σχέση της ιστορίας με το παρελθόν και τη διαμεσολάβηση αυτής της σχέσης από πολιτισμικούς παράγοντες που οι κοινωνίες χρησιμοποιούν για να φαντασιώνουν τους δεσμούς τους με το παρελθόν αναπαριστώντας τους με ιστορικούς λόγους.

Ωστόσο, εάν η ιστορία είναι πολιτισμικά διαμορφωμένη ακολουθώντας πάντοτε διαφορετικές τροχιές, τότε πώς μπορούμε να συλλάβουμε τις δυνατότητες και τους περιορισμούς που ένα μονίμως αποσταθεροποιημένο παρελθόν μας προσφέρει;

Και αν δεχτούμε ότι τα συναισθήματα και η υποκειμενικότητα, καθώς και η απώθηση και η φαντασίωση κατευθύνουν τον τρόπο ιστορικοποίησης, τότε ο ρόλος του ιστορικού-ερευνητή γίνεται ακόμη δυσκολότερος, γιατί εκτός από τα ζητήματα επιστημολογίας και μεθόδου καλείται να διαχειριστεί και τα ζητήματα υποκειμενικότητας, με ενδεχόμενο αποτέλεσμα η ερμηνεία των δεδομένων του να παραμένει σε εκκρεμότητα.

Αλλά και πάλι, αυτή η ενδεχομενικότητα θέτει ορισμένα επιπλέον ερωτήματα και προβληματισμούς από τη σκοπιά πάντα τα ανθρωπολογίας για το ζήτημα των «αθέατων όψεων της ιστορίας». Πώς θα δεχτούμε, για παράδειγμα, ότι τα «συλλογικά» όνειρα μιας κοινότητας και η ερμηνεία τους μπορούν να αποτελούν τρόπους συγκρότησης της τοπικής ιστορίας και σύνδεσης με την επίσημη ιστορία του έθνους-κράτους, όπως έδειξε η πρόσφατη δουλειά του ανθρωπολόγου Charles Stewart στη Νάξο˙ ή η συλλογική προσευχή και το ομαδικό τελετουργικό τραγούδι στους μουσουλμάνους της Βοσνίας αρκετά χρόνια μετά τη λήξη του αιματηρού πολέμου, όπως έδειξαν οι πρόσφατες εθνογραφίες του David Henig και της Ivana Macek. Ή η κατασκευή μνημείων για τον εμφύλιο, όπως δείχνει η δική μου εθνογραφική έρευνα σε περιοχές της Αττικής. Όλες αυτές τις πρακτικές μπορούμε ασφαλώς να τις εκλάβουμε ως μορφές συλλογικής μνήμης ή αντίστασης, αλλά μπορούμε και να τις θεωρήσουμε αθέατες όψεις της τοπικής (εντόπιας και μιας μικρής κλίμακας) κοινωνικής ζωής που ενδεχομένως να γίνουν κάποτε ιστορία και ενδεχομένως να τραβήξουν κάποτε την προσοχή των ιστορικών και εντέλει να προκαλέσουν την ιστορική γραφή.

Αυτά είναι ορισμένα από τα ερωτήματα που οι συγγραφείς του τόμου άμεσα ή έμμεσα θέτουν και συζητούν στα κείμενά τους ή (αν θέλετε) όπως η ανθρωπολογική μου ανάγνωση τα προσέγγισε.

Οι τιμητικοί τόμοι συνήθως παρουσιάζουν μια αδυναμία: να αποτελούνται από κείμενα ενδιαφέροντα μεν αλλά εν πολλοίς ασύνδετα μεταξύ τους. Αντίθετα, αυτό που διαπίστωσα διαβάζοντας τα κείμενα του τόμου αυτού είναι ότι συνομιλούν και δένουν μεταξύ τους. Το πλαίσιο στο οποίο κινούνται και το οποίο επιτρέπει τον διάλογο αυτόν είναι το ίδιο το έργο του Γιάνη Γιανουλόπουλου, έργο που αποτελεί σύνθεση θεωρητικού στοχασμού και πολιτικής στάσης. Αυτό ενέπνευσε πολλές από τις εργασίες του τόμου. Εκεί στηρίζονται τα κείμενα και από εκεί αντλούν.

Η εισαγωγή του τόμου, γραμμένη από τους επιμελητές και συναδέλφους Δέσποινα Παπαδημητρίου και Σεραφείμ Σεφεριάδη, προσφέρει μια διεισδυτική και κατατοπιστική εισαγωγή στο θέμα και καταγράφει τις βασικές ερευνητικές εστίες του έργου του Γιάνη.

Από τη μεριά μου, προσπάθησα να ταξινομήσω τα κείμενα σε ενότητες ώστε να διευκολυνθεί η παρουσίασή τους γνωρίζοντας ότι θα υπάρχουν ορισμένες επικαλύψεις και ότι κάποια άλλη διευθέτηση θα ταίριαζε ίσως καλύτερα. Ελπίζω ότι δεν αδικώ τα κείμενα με τη νέα αυτή ταξινόμηση:

 

Ιδεολογία και πολιτική στη μεταπολεμική Ευρώπη και Ελλάδα

Τα κείμενα της ενότητας αυτής παραπέμπουν στο έργο του Γιάνη τόσο το διδακτικό –δίδαξε Ευρωπαϊκή Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και στο Πάντειο– όσο και στο έργο του με τίτλο Ο Μεταπολεμικός Κόσμος: Ελληνική και Ευρωπαϊκή Ιστορία (1945-1963), εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1992.

Κατεξοχήν δε το κείμενο του Θανάση Σφήκα «Η συγκρότηση του μεταπολεμικού κόσμου: οι πολλαπλές γραφές και αναγνώσεις της δεκαετίας 1945-1955» βρίσκεται σε στενό διάλογο με το προαναφερθέν έργο του Γιάνη Γιανουλόπουλου για τη συγκρότηση του μεταπολεμικού κόσμου. Ο Σφήκας αναλύει την πρώτη ψυχροπολεμική περίοδο εμπλέκοντας στο ερμηνευτικό σχήμα του αναλυτικές κατηγορίες από το έργο του τιμώμενου, όπως κέντρο-περιφέρεια, και μια εκ των έσω ανάλυση των πολιτισμικών και εν πολλοίς αθέατων όψεων του ψυχρού πολέμου, φαινομένου που ο ίδιος εκλαμβάνει ως σύστημα διεθνών σχέσεων. Σημαντικό στοιχείο στην ανάλυσή του αποτελεί η ανάδειξη όχι μόνο του ιδεολογικού παράγοντα για την κατανόηση της διαμόρφωσης των συνθηκών της ψυχροπολεμικής αυτής περιόδου, αλλά και αυτών της οικονομίας, της τεχνολογίας και του πολιτισμού.

Με αφετηρία το παράδειγμα του ναζισμού και της Γερμανίας του Χίτλερ, ο Γιώργος Κόκκινος, στο κείμενό του «Για το ερμηνευτικό σχήμα του ολοκληρωτισμού με πεδίο παρατήρησης την εθνικο-σοσιαλιστική Γερμανία», προσεγγίζει τον ολοκληρωτισμό ως θεωρία και ιδεολογία. Αναλύοντας τα όρια της χρήσης, αυτής της φορτισμένης ιδεολογικά έννοιας, καταλήγει ότι ο όρος «ολοκληρωτισμός», παρά τους περιορισμούς που θέτει η ίδια η ιστορικότητά του, εξακολουθεί να διατηρεί την ευρετική του δύναμη.

Και από τη Γερμανία του Χίτλερ περνάμε στη μεταπολεμική Αυστρία με το κείμενο του Χάγκεν Φλάισερ «Ενθυμήσεις γύρω από την υπόθεση Βαλντχάιμ». Ο συγγραφέας αναφέρεται στον τρόπο εμπλοκής του με την υπόθεση αυτή όταν κατά την εκπόνηση της διδακτορικής έρευνας, εξετάζοντας τα στρατιωτικά αρχεία του Freiburg, εντόπισε πολλά έγγραφα με την υπογραφή του αυστριακού αυτού πολιτικού που είχε διατελέσει Γραμματέας του ΟΗΕ και πρόεδρος της Αυστριακής Δημοκρατίας κατά τον Β΄ Π. Π. Αναλύοντας αυτό το περιστατικό, ο Φλάισερ θέτει το ζήτημα της επανεκτίμησης του ρόλου της Αυστρίας στην επικράτηση του ναζισμού και αναστοχάζεται αφενός τα λάθος πρότυπα με βάση τα οποία συγκροτήθηκε η μεταπολεμική Αυστρία και αφετέρου στο πώς η αρχειακή έρευνα μπορεί να μεταβάλει τη μνημονική κουλτούρα μιας κοινωνίας.

Στο ίδιο μοτίβο της συγκάλυψης της πραγματικής δημόσιας εικόνας και την προώθηση μιας άλλης, εξωραϊσμένης και ψευδούς εικόνας (αναπαράστασης) του ελληνικού κράτους κατά την περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών αναφέρεται και το κείμενο του Richard Clogg με τίτλο «Ο συνταγματάρχης Παπαδόπουλος και η αποπλάνηση της μητέρας των Κοινοβουλίων». Αξιοποιώντας αρχειακό υλικό, ο συγγραφέας αποκαλύπτει και διακωμωδεί τον τρόπο που η στρατιωτική χούντα για επικοινωνιακούς καθαρά λόγους και προς όφελός της χρηματοδότησε μια βρετανική εταιρεία δημοσίων σχέσεων για να προβάλλει το έργο της, δημιουργώντας έτσι σκάνδαλο στους κόλπους του βρετανικού Κοινοβουλίου, που θεωρείται η «Μητέρα» όλων «των Κοινοβουλίων».

 

«Εθνικά ζητήματα», ετερότητες και κοινωνικά κινήματα στην Ελλάδα

Ενότητα που κατεξοχήν παραπέμπει στο έργο του τιμώμενου και κυρίως στη σημαντική του εισφορά Η ευγενής μας τύφλωση (ή, και για ορισμένους, η εθνική). Ανοίγοντας «μία μακρά συζήτηση περί τα γνωστά λεπτά θέματα», όπως ο ίδιος ονομάζει τη συζήτηση για τη μυστική οργάνωση «Εθνική Εταιρεία», ο Γιάνης Γιανουλόπουλος αναλύει τη διαδικασία τού πόσο παραπλανητική και επικίνδυνη είναι η στάση να ονομάζονται θέματα καθαρά «εσωτερικής πρωτίστως πολιτικής» ως «εθνικά», ενώ δεν είναι. Και υπογραμμίζει ότι η διαδικασία αυτή, κατά τη μεταβατική και μεταιχμιακή περίοδο που ο ίδιος μελετά –του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα–, συχνά υπέκρυπτε στρατηγικές και μηχανισμούς διεκδίκησης ή διατήρησης της εξουσίας πολιτικών προσώπων που αποσιωπούσαν έτσι άλλα σημαντικά για τη χώρα ζητήματα (σελ. 54-56).

Σε αυτήν ακριβώς τη χρονική περίοδο της «ευγενούς μας τύφλωσης» (του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα) αναφέρεται και ο Αλέξης Πολίτης με το κείμενό του «Εθνικοί ποιητές», όπου αναζητά τα χαρακτηριστικά αλλά και τα καθήκοντα ενός «εθνικού ποιητή», ενός ποιητή-λυτρωτή που θα συμπύκνωνε και θα προωθούσε με τη γλώσσα του (αρχαιοπρεπή ποιητική γραφή) την εθνική ιδέα. Και παρότι ο Παλαμάς, έναν χρόνο μετά την ήττα του 1897, θα επιμείνει για τη σημασία της «άδολης τέχνης», αυτή η αντίληψη θα αποδεικνυόταν εντέλει πολύ περιορισμένη.

Αυτή στρατευμένη αντίληψη «τα πάντα στην υπηρεσία της εθνικής ιδέας» θα διατηρηθεί επί μακρόν, με εξάρσεις, όπως κατά τον εμφύλιο και τη μετεμφυλιακή περίοδο αλλά και αργότερα, στη δεκαετία του ’60 και οπωσδήποτε μέχρι τη μεταπολίτευση.

Σ’ αυτή την περίοδο (1947-1950) αναφέρεται και η Τασούλα Βερβενιώτη, που στο κείμενό της «Εθνικό παιδοφύλαγμα και ο έρανος της βασίλισσας Φρειδερίκης (1947-1950)» ερευνά τις πολιτικές και πολιτισμικές επιδράσεις του θεσμού των παιδουπόλεων για να φανερώσει βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις και επίσημες κατηγορίες για τη συγκρότηση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας, και κυρίως αυτής των παιδιών. Ενωμένο το παλάτι με την επίσημη εκκλησία (Αρχιεπίσκοπος) οργανώνουν τον Έρανο της βασίλισσας και μέσα από τις οργανωτικές δομές του συγκροτούν μια εθνικόφρονα ιδεολογία και ελέγχουν την έκβαση του εμφυλίου και του ψυχρού πολέμου.

Στα ιδεολογήματα αυτά του ψυχρού πολέμου στη μετεμφυλιακή Ελλάδα στρέφεται και ο Κώστας Κατσάπης με το κείμενό του «Της απιστίας ο κατάρατος όφις: ερμηνείες για τη σχέση κομμουνισμού και “απιστίας”», όπου εξετάζει την αντικομμουνιστική-χριστιανική ρητορεία της δεκαετίας του ’60, που εμφανίζει τον κομμουνισμό ως πολιτική θρησκεία η οποία στρέφεται εναντίον και υπονομεύει την ορθόδοξη παράδοση και την ελληνική ταυτότητα, κυρίως των νέων. Με αφορμή ομιλία του νεαρού τότε βασιλιά Κωνσταντίνου (το 1965), προσώπου που προωθείτο ως ιδανικό-πρότυπο για τους νέους, ο Κατσάπης συζητά το ζήτημα της σχέσης εκκλησίας και δημόσιας πολιτικής (σχέση που μας απασχολεί ακόμη) και επισημαίνει μια κρίσιμη παρέμβαση του συντηρητικού αντικομμουνιστικού λόγου.

Σε αυτό το κλίμα της έξαρσης του εθνικιστικού λόγου εντάσσω και την ακόλουθη υπο-ενότητα:

 

Η Ελλάδα και οι Άλλοι: θρησκευτικές και άλλες ετερότητες

Ως γνωστόν, οι πολιτικές μορφές του «Εβραίου», του «προτεστάντη Ευαγγελικού», του «αλλόθρησκου», του «αριστερού» έχουν κατασκευαστεί ιστορικά ως ταυτόχρονα απειλητικές και μυστηριώδεις ενσαρκώσεις του «Άλλου» στη δυτική νεωτερικότητα. Αυτές οι αφαιρέσεις της ετερότητας θέτουν παραδειγματικά το ζήτημα (των αθέατων όψεων της ιστορίας) και της πολιτικής συγκρότησης της ταυτότητας διά μέσου των εκάστοτε κανονιστικών όρων του πλέγματος γνώση/εξουσία.

Σε αυτήν τη σχέση αναφέρεται το κείμενο του Φίλιππου Κάραμποτ με τίτλο «Περί αλλόθρησκων Εβραίων και ετερόδοξων Ευαγγελικών πολιτών στο ελληνικό κράτος τον 19ο αιώνα». Εκκινώντας από το εθνικό (εθνικιστικό) αφήγημα του 19ου αι., που ταύτιζε την ελληνικότητα με την ορθοδοξία, περιγράφει τον αποκλεισμό πολιτών με διαφορετικό θρήσκευμα από την ιδιότητα του Έλληνα. Ενδιαφέρον στοιχείο στην ανάλυσή του είναι ότι οι συνειρμοί και τα στερεότυπα που συνόδευσαν την απόρριψη της ετεροδοξίας ως στοιχείου συγκρότησης της ελληνικής εθνικής ταυτότητας και η πρόσληψη των ετερόδοξων ομάδων ως δυνάμει «εσωτερικών εχθρών» της Ελλάδας από κύκλους της ορθόδοξης πλειοψηφίας συχνά παρουσιάζονταν ως «τεκμηριωμένα» ιστορικά γεγονότα.

Σε μεταγενέστερη εποχή (1941-1943) αναφέρεται η Αλεξάνδρα Πατρικίου με το κείμενό της «“Να φύγουν”: οι Εβραίοι ως εχθροί της νέας Ευρώπης στον κατοχικό τύπο της Θεσσαλονίκης, 1941-1943», αναφερόμενη στο ζήτημα της «αντιμετώπισης» του εβραϊκού πληθυσμού. Αναλύοντας την αντισημιτική αρθρογραφία σε τρία δωσιλογικά περιοδικά της Θεσσαλονίκης, μιας πόλης με τη μεγαλύτερη εβραϊκή κοινότητα του ελληνικού κράτους, η Πατρικίου αφενός περιγράφει πώς καλλιεργήθηκε σταδιακά η ιδέα ότι ο διεθνής εβραϊσμός συνωμοτούσε εναντίον της χριστιανικής θρησκείας, της ελληνικότητας και της Ευρώπης ευρύτερα, αφετέρου, και παρά την ευρωπαϊκή διάσταση αυτής της φιλολογίας, δείχνει ότι στην επακόλουθη εκδίωξη των Ελλήνων Εβραίων της Θεσσαλονίκης κυρίως έπαιξε ρόλο η εγχώρια παραγωγή αντισημιτικού λόγου και ρητορικής για τους «επικίνδυνους» αυτούς «Άλλους».

Και οι φτωχοί αγρότες/κολίγοι της Θεσσαλίας αποτελούσαν για τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα μιαν άλλη ετερότητα, με έντονα κοινωνικο-οικονομικά (ταξικά θα έλεγα) στοιχεία. Τα αγροτικά τους κινήματα, με αποκορύφωμα αυτό του Κιλελέρ, είχαν όλα τα χαρακτηριστικά ενός κοινωνικού κινήματος με οξύτατες αντιπαραθέσεις και έντονες (αιματηρές) συγκρούσεις ανάμεσα σε δύο κοινωνικές τάξεις: τους μεγάλους γαιοκτήμονες-τσιφλικούχους αλλά και το κράτος που ταυτιζόταν μαζί τους από τη μια, και τους μικροκαλλιεργητές ή/και ακτήμονες κολίγους από την άλλη. Το κείμενο της Καίτης Αρώνη-Τσίχλη «Ζητήματα γαιοκτησίας και κοινωνικές συγκρούσεις στην αγροτική Ελλάδα, 1821-1923», εστιάζοντας στις περιοχές της Πελοποννήσου και της Θεσσαλίας όπου το γαιοκτητικό καθεστώς, οι καλλιέργειες και οι έγγειες σχέσεις είναι πολύ διαφορετικές, παρακολουθεί προσεκτικά την αγροτική πολιτική του ελληνικού κράτους όπως αυτή διαμορφώνεται (στις περιοχές αυτές) στη μεν Παλαιά Ελλάδα μετά την αγροτική μεταρρύθμιση του 1871, στη δε Θεσσαλία μετά την προσάρτησή της στο ελληνικό κράτος (1881). Μέσα από αυτά τα δύο παραδείγματα που χρησιμοποιεί στην ανάλυσή της (όπου στη μεν Πελοπόννησο κυρίαρχες μορφές ιδιοκτησίας είναι ο μικρός ή μεσαίος οικογενειακός κλήρος με κύρια καλλιέργεια τη σταφίδα, ενώ στη Θεσσαλία έχουμε τους τσιφλικούχους και τους κολίγους και καλλιέργεια σιτηρών), η συγγραφέας εξηγεί γιατί στη Θεσσαλία οργανώνεται ένα αμιγώς κοινωνικό αγροτικό κίνημα, ενώ στην Πελοπόννησο, όχι.

 

Η θέση της ιστορίας στη δημόσια σφαίρα: ζητήματα ιστοριογραφίας

Το κείμενο του Αντώνη Λιάκου «Οι πόλεμοι της ιστορίας: Σημειώσεις επί του πεδίου» αναλύει τους λόγους για τους οποίους η ιστορία στην προσπάθειά της να αποδεσμευτεί από το έθνος δέχεται οξεία κριτική με τη μορφή πολεμικής από τμήματα του ακαδημαϊκού αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού χώρου. Με αφετηρία τις ποικίλες και οξείες αντιπαραθέσεις στο διαδίκτυο, στα ΜΜΕ και στον καθημερινό λόγο που προκάλεσε στην ελληνική κοινωνία λίγα χρόνια πριν το βιβλίο-εγχειρίδιο της ΣΤ΄ Δημοτικού, ο Αντώνης Λιάκος περιγράφει το αίτημα και την απαίτηση εκ μέρους μερίδας της ελληνικής κοινωνίας να χρησιμοποιείται η ιστορία ως μέσον διαμόρφωσης εθνικής ταυτότητας και συνείδησης. Το περιστατικό αυτό του δίνει τη δυνατότητα να θέσει (εκ νέου) ορισμένα καίρια ερωτήματα, όπως α) τι είναι ιστορία και ιστορική κουλτούρα (ιστορικός πολιτισμός), και β) ποια ερευνητικά πεδία μπορεί να διανοιχθούν όταν η ιστορία εγγράφεται και αντλεί από τη δημόσια εμπειρία, για να καταλήξει ότι «οι πόλεμοι της ιστορίας δεν λαμβάνουν χώρα σε γνωστικά αλλά σε πολιτισμικά πεδία».

Τη χρήση της ιστορίας ως μέσου διαμόρφωσης εθνικής συνείδησης εξετάζει και η Μαρία Ρεπούση στο κείμενό της «Το νέο Εικοσιένα: Η ανολοκλήρωτη ελληνική επανάσταση στις δημόσιες επετειακές αφηγήσεις της πρώτης εκατονταετηρίδας της». Χρησιμοποιώντας αρχειακό υλικό από τις Εκθέσεις των Ειδικών Επιτροπών που είχαν συγκροτηθεί ήδη από το 1918 για την προετοιμασία του λαμπρού, όπως πιστευόταν, εορτασμού προγραμματισμένου για το 1921, η Ρεπούση αναλύει την εργαλειακή χρήση του ιστορικού παρελθόντος ως εθνικού αφηγήματος που εντασσόταν στις σκοπιμότητες του εκάστοτε παρόντος. Γιατί, παρά τις ταχύτατα μεταβαλλόμενες συνθήκες και την αναβολή του εορτασμού για το 1930 λόγω της καταστροφικής ήττας του 1922 στη Μικρά Ασία, η ιστορία καλούνταν αδιαλείπτως να παίξει, ψευδώς βέβαια, έναν απολύτως συνεκτικό ρόλο.

Στο ίδιο μοτίβο για την εργαλειακή χρήση της ιστορίας και η Χριστίνα Κουλούρη, με το κείμενό της «Γιορτάζοντας το Έθνος: εθνικές επέτειοι στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα», πολύ εύστοχα επισημαίνει ότι η έννοια της εθνικής επετείου σχετίζεται άμεσα με την ανάδυση του εθνικισμού και της συγκρότησης της εθνικής ταυτότητας. Με ποιους όρους επιλέγεται και ορίζεται το «ιστορικό συμβάν» ως άξιο να μνημονευτεί (αξιομνημόνευτο) και πώς αποσιωπούνται άλλα ως μη συνάδοντα με το εθνο-συγκροτητικό πρόταγμα αποτελούν πτυχές της ανάλυσής της. Στόχος δεν είναι η διερεύνηση της αλήθειας, αλλά η παγίωση εθνικής συνείδησης, πράγμα που ισχύει –όπως επισημαίνεται στο κείμενο– για πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά το κυρίαρχο παράδειγμα εδώ αντλείται από την Ελλάδα του 19ου αιώνα. Με αυτή την έννοια, υποστηρίζει η Κουλούρη, η ανάπτυξη των ιστορικών σπουδών αποτελεί κίνδυνο για το έθνος. Όπως η ανθρωπολογία έτσι και η ιστορία μοιάζει να είναι «ανήσυχη επιστήμη».

 

Ιστορία και Πολιτισμός στα Βαλκάνια

Αποτελεί πλέον κοινό τόπο ότι η συγκρότηση του παρελθόντος, ενός έθνους-κράτους και η διαμόρφωση της εθνικής του ιστορίας παραμένει ένα από τα βασικότερα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την Ευρώπη του 19ου αιώνα, και ιδιαίτερα τα Βαλκάνια. Στην τελευταία αυτή περιοχή η εθνικοποίηση του προ-νεωτερικού παρελθόντος και η οριοθέτηση της κυριότητας γεωγραφικών περιοχών που τα έθνη-κράτη σήμερα κατέχουν συνεχίζουν μέχρι τις μέρες μας να υποκινούν κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές. Η επινόηση του ιστορικού παρελθόντος σε πολλές κοινωνίες, αλλά κατεξοχήν στις βαλκανικές, αποδείχτηκε μια πολύπλοκη και συχνά επώδυνη διαδικασία η οποία έχει επηρεάσει κατά το παρελθόν και συνεχίζει με αξιοσημείωτη ένταση να επηρεάζει τη διαμόρφωση των σχέσεων των γειτονικών κοινωνιών μεταξύ τους, όπως ξεκάθαρα δείχνει η πρόσφατη ιστορία με το μακεδονικό ζήτημα. Ως γνωστόν, οι σχέσεις της Ελλάδας με τους εκ βορρά γείτονες έχουν χαρακτηριστεί και μπορούν να θεωρηθούν με ψυχαναλυτικούς όρους αμφιθυμικές ή και παθολογικές σχέσεις αγάπης μίσους, οι παράμετροι των οποίων συνεχώς μεταβάλλονται ανάλογα με την πολιτική συγκυρία.

Ανάμεσα στα ποικίλα αντικείμενα ιστορίας που δίδαξε στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας ο Γιάνης Γιανουλόπουλος, εισήγαγε και ορισμένα νέα, όπως το «Ιστορία και Πολιτισμός της Νεώτερης Αλβανίας», εγκαινιάζοντας έτσι δυναμικές προσεγγίσεις στην ιστοριογραφία, σε ξεχασμένες αλλά και συχνά αποσιωπημένες γεωγραφικές περιοχές και κοινωνίες, κυρίως όμως υιοθετώντας ένα άνοιγμα της ιστορίας προς τις επιστήμες του πολιτισμού, και ιδιαίτερα προς την κοινωνική ανθρωπολογία. Έτυχε να συμμετέχω σε μερικά από τα σεμιναριακά αυτά μαθήματα και λυπάμαι που τα κείμενα των εισηγήσεων και οι πλούσιες –συχνά έντονες– συζητήσεις δεν έχουν όλες δημοσιευτεί (ορισμένες αποτελούν κείμενα του τόμου αυτού).

Στο πλαίσιο αυτού του ανοίγματος που εγκαινίασε ο Γιάνης τοποθετούνται και ορισμένα από τα κείμενα στον παρόντα αφιερωματικό τόμο, και σε αυτά θα αναφερθώ στη συνέχεια.

Το κείμενο του Γκάζι Καπλάνι «Θρησκεία και αλβανική εθνική ταυτότητα: μύθοι και πραγματικότητες» πραγματεύεται το πολύπλοκο ζήτημα της σχέσης της θρησκείας και της αλβανικής εθνικής ταυτότητας. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, κατά την περίοδο της εθνικής αφύπνισης και της πρώιμης συγκρότησης της αλβανικής ταυτότητας η προσπάθεια των αλβανών εθνικιστών δεν ήταν στραμμένη μόνο στις γλωσσικές και πολιτισμικές διαφορές, αλλά ήταν κυρίως εστιασμένη στο ξεπέρασμα των θρησκευτικών διαφορών. Η πρόθεσή τους, που είχε στόχο την αποσύνδεση της θρησκείας από το εθνικό αίσθημα, ήταν να πείσουν τους Αλβανούς –ορθόδοξους χριστιανούς, καθολικούς, αλλά και μουσουλμάνους– να πάρουν αποστάσεις από τις θρησκείες τους και να ασπαστούν μιαν άλλη «νέα θρησκεία» όπως την αποκαλούσαν, τον «Αλβανισμό». Η συστηματική προσπάθεια αποσύνδεσης του θρησκευτικού στοιχείου από την αλβανική εθνική ταυτότητα είχε το εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό της ελληνικής περίπτωσης: ο αλβανικός εθνικισμός όχι μόνο δεν χρησιμοποίησε τη θρησκεία ως συστατικό του στοιχείο, αλλά προσπάθησε να την υποκαταστήσει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο και οι όποιοι μύθοι αναπτύχθηκαν και καλλιεργήθηκαν γύρω από αυτήν τη σχέση «έθνους-θρησκείας» είχαν ως κεντρικό μοτίβο ότι «η εθνική ταυτότητα και η θρησκεία στην Αλβανία ανέκαθεν δεν συνέπιπταν και συνεχίζουν να μη συμπίπτουν».

Με τους μύθους και την «ουτοπία της Βαλκανικής προσέγγισης» ασχολείται και το κείμενο της Λένας Διβάνη «Η ουτοπία της Βαλκανικής προσέγγισης στον περιοδικό τύπο: από τη Νέα Πολιτική στο Les Balkans», που εξετάζει την ανάπτυξη της «βαλκανικής ιδέας» σε άρθρα δημοσιευμένα σε δύο επιθεωρήσεις, τη βραχύβια Νέα Πολιτική του 1923 και τη Les Balkans, που κυκλοφόρησε τη δεκαετία του ’30 και της οποίας συνιδρυτής υπήρξε ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου. Η Διβάνη παρακολουθεί τις διενέξεις και τις προσπάθειες συνομιλίας και συνεργασίας των βαλκανικών λαών, οι οποίοι μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αρχίζουν να συνειδητοποιούν το ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων, και με σύνθημα «τα Βαλκάνια στους Βαλκάνιους» δηλώνουν την επιθυμία τους για ενότητα. Το εγχείρημα αποδείχτηκε δύσκολο, η περίοδος του μεσοπολέμου δεν φάνηκε εύφορη για τη βαλκανική προσέγγιση και οι όποιες ενθαρρυντικές συγκλίσεις, όπως αυτές αντανακλώνται στα άρθρα του περιοδικού Les Balkans, αρχίζουν να αδρανοποιούνται αφενός εξαιτίας του πρόωρου θανάτου του Παπαναστασίου και αφετέρου με την επιβολή του αυταρχικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου του ’36. Το φάσμα του εθνικισμού, και πάλι στο προσκήνιο.

Αυτή η αδυναμία προσέγγισης των λαών της Βαλκανικής οφείλεται εν πολλοίς στην ανάπτυξη του εθνικισμού σε καθεμιά από τις χώρες αυτές, καθώς και στην αρνητική, υποτιμητική συνήθως στάση που καλλιεργήθηκε εκ μέρους του εντόπιου εθνικισμού απέναντι στις γειτονικές χώρες.

Παράδειγμα αποτελεί το κείμενο του Ηλία Σκουλίδα «Η «ανακάλυψη» της «Αλβανίας»: ελληνικές «προσλήψεις» στα τέλη του 19ου αιώνα», που διερευνά τις καθ’ όλα ανταγωνιστικές σχέσεις ανάμεσα στα ελληνικά και στα αλβανικά εθνικά και εθνικιστικά κινήματα κατά το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, σχέσεις και στερεότυπα που παρατηρούνται και στις μέρες μας. Ο Σκουλίδας, αναλύοντας τον λόγο των διπλωματών και των λογίων της εποχής, παρακολουθεί τη συγκρότηση, συχνά αντιφατική, της ελληνικής εθνικής αφήγησης για την «Αλβανία», μιας Αλβανίας πλήρως ενταγμένης στο ελληνικό έθνος σύμφωνα με τις ιδέες περί του ελληνικού αλυτρωτισμού για τη διεκδίκηση ίδιων γεωγραφικών περιοχών στην Ήπειρο και στη Νότιο Αλβανία. Η ανάγνωση του εθνικισμού που συχνά ταύτιζε το θρησκευτικό με το εθνικό κριτήριο επέτρεπε κατά την επικρατούσα αντίληψη την ένταξη των «εθνικώς άστεγων» Αλβανών, για να χρησιμοποιήσω τον εύστοχο χαρακτηρισμό της Έλλης Σκοπετέα, σε ένα κοινό «εθνικό φαντασιακό» με τους Έλληνες.

Ωστόσο, ακόμη και όταν η γλώσσα ήταν κοινή για μεγάλα τμήματα του βαλκανικού πληθυσμού, όπως στην περίπτωση της Αλβανοφωνίας, και ακόμη όταν η κοινή θρησκεία φαινόταν ότι μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για συνύπαρξη (ή και συνένωση), οι εκατέρωθεν εθνικιστικοί λόγοι έθεταν τους όρους της πλήρους απομάκρυνσης από μια τέτοια προοπτική.

Με το ζήτημα αυτό ασχολείται ο Λάμπρος Μπαλτσιώτης στο κείμενό του «Οι Αρβανίτες», όπου εξετάζει την Αλβανοφωνία στη Νότιο Ελλάδα και την Ήπειρο από τη συγκρότηση του ελληνικού έθνους-κράτους μέχρι και πρόσφατα. Και ήταν η ελληνική πραγματικότητα αυτή που καθόριζε κάθε φορά πότε οι «παρόντες μέσα στην Ελλάδα» δίγλωσσοι ή/και μονόγλωσσοι Αρβανίτες θα θεωρούνταν ενταγμένοι και άρα μέρος του ελληνικού εθνικού φαντασιακού με βάση τη γλώσσα και τη θρησκεία (παρότι «νοθευτές του ελληνικού αίματος», όπως και οι Σλάβοι)˙ ή πότε θα προσλαμβάνονταν ως εκφραστές μιας ετερότητας που έπρεπε πλήρως να αποκρυφτεί και να αποσιωπηθεί.

Ωστόσο, στα Βαλκάνια το πέρασμα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα έθνη-κράτη φαίνεται να αποτελεί από μόνο του ένα τραύμα. Και όπως γνωρίζουμε από την ανθρωπολογική κυρίως βιβλιογραφία, αλλά και από την ιστορική, τα στερεότυπα, οι μύθοι και η εμπειρία του συλλογικού τραύματος μας απομακρύνουν από την πρόσληψη του χρόνου γραμμικά. Πρόσφατες τραυματικές και ψυχοπιεστικές εμπειρίες μπορεί να αναβιώσουν στα άτομα, πολύ παλιότερες συλλογικές μνήμες που τα ίδια δεν είχαν ίσως βιώσει, αλλά παλιότερες γενιές στην ίδια κοινότητα είχαν.

Η συγχώνευση επεισοδίων πολιτικής βίας μπορεί καλύτερα να αναλυθεί και να εξηγηθεί μέσω του παραδείγματος του τραύματος και της κοινωνικής οδύνης. Και πάλι το πρόσφατο εθνογραφικό υλικό μας οδηγεί να θεωρήσουμε ότι δεν είναι το τραύμα που συμπτύσσει, αναστατώνει και στην κυριολεξία τρελαίνει τον χρόνο. Μάλλον είναι η ραγδαία κοινωνική μεταβολή και η κρίση που ανασύρουν και φέρνουν στο προσκήνιο τη χαοτική τοπογραφία των κοινωνικών χρονικοτήτων αναδεικνύοντας έτσι τους περιορισμούς των κυρίαρχων δυτικών μοντέλων γραμμικού χρόνου.

Αυτή η πρόσληψη είναι, νομίζω, που επιτρέπει στη Νάντια Ντάνοβα, στο κείμενό της «Η οθωμανική περίοδος ή οι οθωμανικοί χρόνοι στο βουλγαρικό εθνικό αφήγημα, ΧΙΧ-ΧΧ αιώνας», να αναλύσει το βουλγαρικό εθνικό αφήγημα για δύο ολόκληρους αιώνες (19ο και 20ό) βασιζόμενη στις στερεοτυπικές γλωσσικές εκφορές (και ιδίως στην έκφραση «τουρκικός ζυγός»), στους μύθους και στο συλλογικό τραύμα της υποδούλωσης (από τους Τούρκους), όπως αυτά εμφανίζονται στα σχολικά εγχειρίδια, στον λόγο των πολιτικών και στα ΜΜΕ.

 

Αναστοχασμοί και αυτοαναφορικότητες

Με τα ΜΜΕ, την τηλεοπτική εικόνα και την επιρροή τους στο ιστορικό ντοκιμαντέρ ασχολείται και η εργασία του Άλκη Ρήγου, και με αυτήν περνώ στην πέμπτη και τελευταία ενότητα του συλλογικού τόμου που την ονομάζω «Αναστοχασμοί και αυτοαναφορικότητες».

Ο Άλκης Ρήγος, με το κείμενό του «Ο “λόγος” του ιστορικού ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση», μας μεταφέρει σε μιαν άλλη πτυχή της πολυσχιδούς προσωπικότητας και δραστηριότητας του Γιάνη: σε αυτήν του συμβούλου ιστορικών και πολιτικών ντοκιμαντέρ. Υποθέτω ότι αυτός θα ήταν και ο αναστοχαστικός συνειρμός του Άλκη να ασχοληθεί και να γράψει για το ζήτημα. Όπως η εργαλειακή ιστορία, έτσι και η τηλεόραση συχνά παραποιεί, συσκοτίζει και αποσιωπά τα σημαντικά ζητήματα για να αναδείξει τα λιγότερο σημαντικά αλλά περισσότερο εμπορικά. Έτσι, ο Α. Ρήγος συγκρίνει την τηλεοπτική εικόνα με αυτήν του ιστορικο-πολιτικού κριτικού ντοκιμαντέρ για να δείξει πως, αδυνατώντας να συμβάλλει στη γνώση του παρελθόντος, το μιντιακό συμβάν αναβιώνει και αναπαριστά, αποσπασματικά και δραματοποιώντας τα, στοιχεία και μαρτυρίες του παρόντος για καθαρά επικοινωνιακούς λόγους.

Ο Μάκης Σεφεριάδης στο κείμενό του «Για μια σχεσιακή μελέτη της ανισότητας: θεωρητικές προϋποθέσεις, ερευνητικές προκλήσεις» επιχειρεί μιαν ανάλυση της ανισότητας σε αθέατες και συχνά άφωνες κοινωνικές ομάδες, όπως οι μετανάστες και οι επισφαλώς εργαζόμενοι. Αντλώντας από τα αναλυτικά εργαλεία του προσφάτως εκλιπόντος (2008) σημαντικού πολιτικού κοινωνιολόγου και ιστορικού στο Πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης Charles Tilly, και από το έργο του τελευταίου για τα Κοινωνικά Κινήματα, τις Ανθεκτικές Ανισότητες, και τις Αμφισβητούμενες Πολιτικές, ενός ερευνητή που αναζητούσε τις ρίζες της πολιτικής ιστορίας όχι μόνο στους θεσμούς αλλά, κυρίως, στις αθέατες, τις εθνογραφικές θα λέγαμε, όψεις της κοινωνικής ζωής, έτσι και ο Σεφεριάδης επιχειρεί αφενός να θέσει τους όρους της ανάλυσης της ανισότητας θεωρώντας ότι αυτή δεν είναι αποτέλεσμα ατομικών ή εθνοτικών χαρακτηριστικών των υπό μελέτη ομάδων, ούτε προϊόν μόνο κοινωνικο-πολιτικών δομών, αλλά αντίθετα πρόκειται για «κατηγορική ανισότητα» που προκύπτει από «ασύμμετρες σχέσεις διαπροσωπικών δικτύων», ορισμένα από τα οποία έχουν τη δυνατότητα και τη δύναμη (εξουσία) του αποκλεισμού άλλων δικτύων –και ομάδων– από τη χρήση πόρων που η κυρίαρχη ομάδα διαθέτει˙ αφετέρου εξετάζει τον ρόλο που μπορεί να παίξουν τα κοινωνικά κινήματα στην άμβλυνση των ανισοτήτων αυτών στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Το κείμενο του Στέφανου Πεσμαζόγλου «Η θεώρηση των παρελθουσών εποχών: μυθοδαιμονολογίες» θα μπορούσε να αποτελέσει ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς για όλα τα υπόλοιπα. Πρόκειται για ένα αναστοχαστικό, αυτο-αναφορικό κείμενο που ο καθένας από μας πιστεύω (άτομα αυτής της γενιάς, των «εκδρομέων του ’60») ότι μπορεί να δει τον εαυτό του σ’ αυτό, σαν αντανάκλαση σε αντικριστό καθρέφτη, και να ταυτιστεί μαζί του. Κείμενο διεισδυτικό, ματιά ευαίσθητη για ζητήματα εθνικισμού, για παραποιήσεις, περιθωριοποιήσεις και αποσιωπήσεις, καθώς και ανάδειξης στο έπακρον άλλων περιόδων (κλασική) στα βιβλία της ελληνικής ιστορίας (αρχαίας και νεότερης) των μαθητικών του χρόνων. Η μνήμη, ως γνωστόν, μπορεί να εκτείνει τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας και να αναβιώνει στο παρόν παρελθούσες στάσεις, συναισθήματα και πρακτικές, ωστόσο η πολιτική διαχείριση του παρελθόντος με «ηθικο-εθνικούς τρόπους» (όπως ο ίδιος τους αποκαλεί) από δημόσια και πολιτικά πρόσωπα στη σημερινή συγκυρία εν μέσω κρίσης αποτελεί για τον συγγραφέα αν μη τι άλλο αντιπαραγωγική διαδικασία. Η βιογραφική αυτή προσέγγιση του Σ. Πεσμαζόγλου προσφέρει μια πολιτικά ευαίσθητη ανάλυση στις έννοιες της μνήμης, της χρονικότητας και της υποκειμενικότητας στην πρόσληψη και στην ανάλυση ζητημάτων του παρελθόντος και του εθνικισμού.

Για να κλείσω: Ο Γιάνης Γιανουλόπουλος κλήθηκε σχετικά πρόσφατα να συμμετάσχει με εισήγησή του στα «Σεμινάρια της Τετάρτης» του Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας που είχαμε από κοινού οργανώσει με τον συνάδελφο Λεωνίδα Οικονόμου με γενικό τίτλο «Νεοελληνικοί μύθοι και η τρέχουσα πολιτισμική κρίση». Η εισήγηση του Γιάννη ήταν «Το φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του ’60». Θυμάμαι πόσο μας είχε αρέσει και μας είχε συναρπάσει η εισήγησή του. Όπως θυμηθήκαμε και τους αγώνες των φοιτητών για το 114. Όμως σε κάθε τέτοια συνάντησή μου με τον Γιάνη οφείλω να θυμάμαι και κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό για κείνον, που κατέληξε να γίνει σημαντικό και για μένα: οφείλω και κάθε φορά που είναι να γράψω το όνομά του να θυμάμαι να γράψω και το Γιάνης και το Γιανουλόπουλος με ένα μόνο ν! Αυτό κάνει τη διαφορά. Έχει κι αυτό παίξει τον ρόλο του στο να γίνει, ή… να γίνεται ακόμη, η οικειότητα, που ανέφερα στην αρχή, φιλία.  

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 16 (08.2014)