η ειρωνεία των εννοιών

 

Ποια είναι η τύχη του όρου-έννοιας «πολιτιστικό μόρφωμα»
όπως αυτή αναδύεται στον επιστημονικό χώρο και στην κοινωνική σκηνή;

Δημοσθένης Αγραφιώτης

 

Αρχές της δεκαετίας του 1980, με αφετηρία τη διάγνωση ότι υπάρχει σύγχυση με το νόημα και τη χρήση των όρων «civilization» και «culture» στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας, είχα προτείνει τους όρους «πολιτισμός» και «πολιτιστικό μόρφωμα» αντίστοιχα. Ο πρώτος όρος δεν ήταν παρά μια ελάχιστη προσπάθεια για την απόδοση θαυμασμού στον «μέγιστο εφευρέτη» του όρου, τον Αδαμάντιο Κοραή, ο δε δεύτερος είναι απότοκος της επιθυμίας να αποδοθούν ελληνικά οι έννοιες που εισάγονται ή επανεισάγονται στο επιστημονικό ή ιδεολογικό πεδίο. Η πρόταση είχε το πλεονέκτημα να δημιουργεί μιαν απλή συσχέτιση ή καλύτερα συν-τοποθέτηση των όρων πολιτισμικό (civilizational) και πολιτιστικό (cultural). Ταυτόχρονα, δόθηκαν δείγματα οριοθέτησης των προαναφερομένων δύο εννοιών από διαφορετικές προσεγγίσεις (π.χ. κοινωνικές επιστήμες με έμφαση στην Ανθρωπολογία και Κοινωνιολογία, της Ψυχανάλυσης) και επιχειρήθηκε η διεύρυνση της επιστημολογικής «αυθαιρεσίας» και των μεθοδολογικών ορίων και συμβάσεων σχετικά με την περιχάραξη των δύο όρων και τη θεώρηση των πολιτισμικών και πολιτιστικών μεταβολών. Τέλος, ερμηνεύτηκε η πολιτιστική επιλογή των νεο-Ελλήνων για τους όρους «πολιτισμού» και «πολιτισμικού», και όχι «πολιτιστικό μόρφωμα» και «πολιτιστικό» (βλ. τα βιβλία για τις καθέκαστα θεωρήσεις του ζητήματος: Πολιτιστικές αναδιπλώσεις, 1983, Πολιτιστικές ασυνέχειες, 1987, Πολιτιστικές αβεβαιότητες, 1999, και Πολιτιστική ποιητική, 2013· βλ. επίσης www.dagrafiotis.com, ΕΛ, «βιβλία ερευνητικά»). 

Καλοκαίρι του 2015, όλο πληθαίνουν οι ρήσεις-διατυπώσεις: «η κρίση στην Ελλάδα είναι πριν απ’ όλα πολιτισμική/πολιτιστική». Συχνά αναδύεται κι ένας αέρας ικανοποίησης για το βάθος της πρωτότυπης διαπίστωσης! Βέβαια, δεν δίνεται οποιαδήποτε ένδειξη πώς εννοείται η λέξη «πολιτιστική»· το πολύ πολύ μια ασαφής αναφορά στην «κρίση αξιών». Αναμφίβολα, η υποψία ότι η οικονομικο-χρηματοδοτική θεώρηση της «κρίσης» δεν επαρκεί να καλύψει τα τεκταινόμενα της τελευταίας πενταετίας είναι εξαιρετικά ισχυρή. Η πολιτιστική προσέγγιση αποτελεί λυτρωτική διέξοδο; Υπονοείται ότι η πολιτιστική διερεύνηση δεν περιλαμβάνει και την οικονομική;

Στο χρονικό διάστημα 1980-2015 συνέβησαν πολλαπλές ανακατατάξεις σ’ όλα τα επίπεδα της ατομικής και συλλογικής ζωής. Δύο ιδιαίτερα παραδείγματα: το πρώτο, οι λέξεις «κουλτουριάρης» και «κουλτούρα» έχασαν την έντονη παρουσία τους στην κοινωνική σκηνή και απαλλάχτηκαν από τις ισχυρές αρνητικές τους συμπαραδηλώσεις. Επίσης, το «μόρφωμα» απέκτησε δικαίωμα παρουσίας στην πόλη, καθώς χρησιμοποιήθηκε από τους δημοσιογράφους και πολιτικούς, και όχι μόνο, για να χαρακτηριστεί με άλλον τρόπο η «Χρυσή Αυγή», ως πολιτικό μόρφωμα. Είναι σαφές ότι τα δύο παραδείγματα είναι συμπτώματα πιο σύνθετων πολιτιστικών μεταβολών, ωστόσο είναι ιδιαιτέρως ενδεικτικά σε σχέση με την προβληματική της ορολογίας και την τύχη των εννοιών.

Ποια είναι εντέλει η τύχη του όρου «πολιτιστικό μόρφωμα»; Ποια μπορεί να είναι η διαδρομή ενός όρου-έννοιας όπως αυτή αναδύεται στον επιστημονικό χώρο και στην κοινωνική σκηνή; Ήταν η πρόταση για το «πολιτιστικό μόρφωμα» μια α-τυχής ιδέα; Ποια είναι η λογική της λειτουργίας της «αγοράς» των όρων-εννοιών;

Με μια απλοποίηση είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι η ανάδυση μιας έννοιας αποτελεί μια ειδική περίπτωση της δημιουργίας-εγκατάστασης μιας καινοτομίας. Υπάρχει μια σειρά θεωρίες για τους τρόπους που η καινοτομία επιτυγχάνει ή αποτυγχάνει στο πλαίσιο μιας κοινωνίας [βλ. τη σειρά βιβλίων «Τεχνολογία Επιχείρησης, Κοινωνία» στις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα» (2000-10), και το πιο πρόσφατο, Ελλάδα 2021. Επιστημονική και Τεχνολογική Προοπτική Διεύρυνση, εκδόσεις Πεδίο, 2013, www.dagrafiotis.com/?cat=43]. Από το σύνολο αυτών των προσεγγίσεων επιλέγονται ορισμένα στοιχεία που σχετίζονται με τις επιστημονικές έννοιες όπως το «πολιτιστικό μόρφωμα». Είναι σαφές ότι οι κοινωνικές και ανθρωπολογικές επιστήμες καλλιεργούνται μ’ έναν τρόπο συστηματικό και ουσιαστικό στη χώρα του υπαρκτού επιστημονισμού. Στη χώρα μας είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθούμε τα τεκταινόμενα στις ισχυρές επιστημονικά και τεχνολογικά χώρες και να εισαγάγουμε θεωρίες, έννοιες, μεθόδους, αποτελέσματα που επεξεργάζονται οι συνάδελφοί μας σε ερευνητικά και πανεπιστημιακά ιδρύματα. Στο όνομα της οικουμενικότητας της επιστήμης, η συνομιλία μεταξύ των επιστημόνων αποτελεί καίρια διάσταση στην ανέλιξη της έρευνας – επιστημονικής και τεχνολογικής. Το ζήτημα δημιουργείται με τις έννοιες που σχετίζονται με το κοινωνικό γίγνεσθαι, καθώς οι έννοιες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την «ουσία» αυτού του γίγνεσθαι. Μ’ άλλα λόγια, η μορφοποίηση, η μετάφραση, η προσαρμογή μιας έννοιας, ενός όρου (στο χώρο των κοινωνικών επιστημών) είναι πάντα μια διεργασία γεμάτη κινδύνους αστοχίας και παρανόησης. Είναι σαφές, για να αγκιστρωθεί στην πανοπλία των εννοιών έχει ανάγκη από συμμαχίες με άλλες έννοιες, με άλλες θεωρίες και με άλλες επιστημονικές περιοχές παρούσες στο πεδίο της επιστημονικής γνώσης. Τέλος, οι επιστημολογικές συνθήκες, δηλαδή το πώς ορίζεται και υπηρετείται η επιστημονική γνώση σε μια χρονική περίοδο, παίζουν κρίσιμο ρόλο στην υποδοχή μιας πρότασης σχετικής με το δίπτυχο civilization-culture. Πιο συγκεκριμένα, η πρόταση για το «πολιτιστικό μόρφωμα» είχε πολλά εμπόδια να βρει το σημείο «αγκυροβόλησής» της, καθώς οι κοινωνικές επιστήμες του ανθρώπου δεν ήταν τόσο ισχυρές στη χώρα μας, όπως σ’ άλλες χώρες της Ευρώπης και στις Η.Π.Α. Εξάλλου, η συζήτηση και η έρευνα για τις «πολιτιστικές μεταβολές» στην ελληνική συγκριτικά με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες ήταν πολύ περιορισμένες. Επιστημολογικά, ο διάλογος ανάμεσα στις σχολές του δομισμού (structuralism), του λειτουργισμού (functionalism) και του μαρξισμού δεν είχαν στη χώρα μας την ίδια πυκνότητα και ένταση που κυριαρχούσε στην κοινωνική έρευνα στις μεταβιομηχανικές κοινωνίες· έτσι, η πρόταση για την πιο σημαντική και πιο θεμελιώδη έννοια (του πολιτιστικού μορφώματος) των επιστημών δεν βρήκε χώρο θετικά φορτισμένο ώστε να δεχθεί τα απαιτητικά ερεθίσματα μιας λέξης-έννοιας που είχε ήδη «εκποιηθεί» από την κακόηχη «κουλτούρα», τουλάχιστον μετά το 1975.

Σε επίπεδο ιδεολογικό, δύο ζητήματα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως βηματοδότης για μια ισχυρή «εγκατάσταση του πολιτιστικού μορφώματος» στην επικράτεια των εννοιών: η «ελληνικότητα» και η πολιτιστική περιδίνηση που ακολούθησε, με την επικράτηση των προτύπων της μαζικής κατανάλωσης. Για το ζήτημα της ελληνικότητας, το οποίο ονόμασα και «ψευδοπρόβλημα» (βλ. βιβλιογραφία), οι θεωρήσεις έδιναν το βάρος στο παρελθόν και όχι στο μέλλον – με κυρίαρχη την ιστορική ιχνηλασία, και όχι μια πιο διεπιστημονική θεώρηση της. Όσο για την κατανάλωση, αντί για μια συνεχή και συστηματική εμπειρική έρευνα για τις πρακτικές των ομάδων και ατόμων, προτιμήθηκε μια πιο «ρομαντική» στάση, αυτή της ηθικής καταδίκης της σε επίπεδο λεκτικό, στο όνομα της «αγνότητας της παράδοσης». Με μια άλλη έκφραση, η πολιτιστική διάσταση, ενώ ήταν καίρια σ’ αυτή τα δύο ζητήματα, τελικά δεν κινητοποιήθηκε, ως έννοια-εργαλείο για την ανάγνωση και τη διάγνωσή τους.

Σε θεσμικό επίπεδο η πρότασή μας διατυπώθηκε σε δύο τόπους σχετικά αδύναμους. Τα κείμενα στα οποία το πολιτιστικό μόρφωμα αποτελούσε αντικείμενο ανάλυσης ανήκαν στο όριο του δοκιμίου-επιστημονικού άρθρου και είχαν μια απόχρωση «διανοουμενίστικη-κουλτουριάρικη», σύμφωνα με τη δεσπόζουσα τότε ονοματολογία. Είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω την έννοια του πολιτιστικού μορφώματος στο πλαίσιο της διδασκαλίας και της έρευνας στην Υγειονομική Σχολή Αθηνών (1932-1990) / Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας (1990-), ως υπεύθυνος καθηγητής Κοινωνιολογίας, σε θέματα Υγείας και Επιστήμης/Τεχνολογίας/Κοινωνίας. Δύο χώρους ερευνών εξαιρετικά νέους στο ελληνικό τοπίο των κοινωνικών επιστημών. Η προαναφερόμενη σχολή απευθυνόταν σε πτυχιούχους ΑΕΙ που ήθελαν ένα μεταπτυχιακό δίπλωμα με ισχυρό επαγγελματικό προσανατολισμό. Η πλειοψηφία των ερευνητικών έργων χρηματοδοτήθηκε από διεθνείς οργανισμούς (WHO, EC, για παράδειγμα) και οι περισσότερες εκθέσεις ήταν διατυπωμένες στο πνεύμα των διεθνών δικτύων έρευνας, και όχι ειδικά διαμορφωμένες για το ελληνικό θεσμικό-πολιτικό πλαίσιο. Λίγες είναι περιπτώσεις που οι έρευνες υποστηρίχτηκαν και «παραγγέλθηκαν» από ελληνικές οργανώσεις στο χώρο της Υγείας. 

Επίσης, είχα την ευκαιρία να θέσω σαν δοκιμασία τον όρο «πολιτιστικό μόρφωμα» στο χώρο της τέχνης και της ποίησης (βλ. το βιβλίο Πολιτιστική ποιητική), με βασική παραδοχή ότι τα έργα τέχνης και τα ποιήματα είναι κατά βάση πολιτιστικά συμβεβηκότα-φαινόμενα. Πολλές πτυχές, πολλές διαπιστώσεις και πολλά «μαθήματα» από τις προηγούμενες δοκιμασίες τα χρησιμοποίησα και στις καλλιτεχνικές δράσεις μου (βλ. www.dagrafiotis.com). Το μόνο σχόλιο εδώ είναι ότι η πολιτιστική προσέγγιση ήταν εξαιρετικά βοηθητική και «εμπνευστική» στην πραγμάτωση των εγχειρημάτων μου.

Σε κοινωνικό επίπεδο, η έννοια του πολιτιστικού μορφώματος δεν βρήκε απήχηση σε κάποια ειδική ομάδα που ήθελε να προσφέρει στην πολιτι(σμι)κή αρένα μια νέα εκδοχή για το δικό της μέλλον και ταυτόχρονα μια πρόταση για το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας. Τρεις παράγοντες μπορούν να επισημανθούν ως περιορισμοί στην τοποθέτηση του «πολιτιστικού» ως πρόκλησης και ως εργαλείου σε διαδικασία κοινωνικής μεταβολής και συνακόλουθα σ’ ένα πρόταγμα χειραφέτησης : η πολιτιστική επιμονή των νεο-Ελλήνων να χρησιμοποιούν τη λέξη «πολιτισμός», τονίζοντας έτσι τη διαχρονία, την αρχαιοελληνική καταγωγή και την αξιολογική λανθάνουσα αντίθεση με τη «βαρβαρότητα» – ξεχνώντας ότι «βάρβαρος είναι αυτός που θεωρεί ότι υπάρχουν βάρβαροι, οι άλλοι»· η ισχνή παράδοση της νεοελληνικής κοινωνίας να δημιουργεί καθρέφτες όπου είναι δυνατόν να αποτυπωθούν οι εικόνες του τρόπου ύπαρξης και ανέλιξής της – γεγονός που δικαιολογεί και την ισχνή παρουσία της κοινωνικής μας ανθρωπολογικής έρευνας· στη σχέση των λέξεων και των πραγμάτων και πράξεων, οι νεο-Έλληνες προτιμούν μια «λυρική» εκδοχή παρά μια συστηματικά συνεπή και συνεκτική αντιστοιχία.

Σε επίπεδο της ιδεολογίας ή των αναπαραστάσεων και των επίσημων δηλώσεων, η νεοελληνική κοινωνία πριμοδοτεί τη συνέχεια, παρ’ όλες τις ασυνέχειες που διαμορφώνονται στον καθημερινό βίο. Με μιαν άλλη διατύπωση, αποτελεί μια δισεπίλυτη πρόκληση η αποδοχή της μεταρρύθμισης και της μεταβολής στην ανέλιξη μιας πολιτισμικής ροής μεγάλης κλίμακας όπως η ελληνική. Αυτή η δυσκολία της συνάρθρωσης μπορεί να γίνει πιο σαφής, αν συγκριθεί η ελληνική περίπτωση με την ιαπωνική και την ινδική. Η ιαπωνική κοινωνία, σύμφωνα με τον Philippe Pons («Japon. Un monde flottant sur la modernité», L’Atlas des Civilisations, Le Monde, Dossier Special, 2015, p.76-7), είναι η μόνη μη δυτική κοινωνία που κατόρθωσε να ενσωματώσει ποικίλα πολιτιστικά στοιχεία (από την Κίνα, από τον δυτικό κόσμο, από το κύμα του εκσυγχρονισμού) χωρίς να αναστατώσει ή να αναδομήσει δραματικά τις βασικές συναρθρώσεις ή την αρχιτεκτονική της ιαπωνικής ιδιοτυπίας, του γιαπωνέζικου κυττάρου της πολιτισμικής της ύπαρξης· ο μηχανισμός ήταν πολύ απλός: άνοιγμα στο νέο ή το ξένο (σχεδόν με συστηματικό τρόπο) και στη συνέχεια εισαγωγή, προσαρμογή, επιλεκτική εκμετάλλευση, επαν-εφεύρεση, καινοτόμα μίμηση, μεταμόρφωση των εισαγομένων, πλουτίζοντας συνεχώς ένα πολιτισμικό υπόβαθρο, με μια προδιάθεση δημιουργίας υβριδίων χωρίς το φόβο της απώλειας της ιδιοτυπίας της από τη συσσώρευση των μεταμορφώσεών της. Στην περίπτωση της ινδικής κοινωνίας, το δίπολο συνέχειας/ασυνέχειας λειτουργεί σε μεγάλη κλίμακα χρόνου με έναν άλλο ιδιαίτερο τρόπο: ο κόσμος διαμορφώνεται και διαλύεται στην κλίμακα χιλιάδων ετών, δεν υπάρχει αρχή και τέλος, παρά μόνο η μεταμόρφωση. Ανάμεσα σε δύο αναγεννήσεις, ανακατασκευές του κόσμου, η συνέχεια είναι κυρίαρχη, έτσι ορισμένες τελετές παραμένουν απαράλλαχτες εδώ και 5.000 χρόνια και κάθε μέρα εκτελούνται και επιτελούνται με προσοχή και άνεση, παρ’ όλη την ρωγμή του Ισλάμ στο βόρειο μέρος της Ινδίας και παρ’ όλη τη βίαιη εκδυτικοποίηση λόγω της βρετανικής κυριαρχίας· εξάλλου η καινοτομία του Βούδα ρυθμίστηκε από τους ινδουιστές, θεωρώντας ότι ο Βούδας δεν είναι παρά μόνο μια μετενσάρκωση του Βισνού. Είναι σαφές ότι η πολιτισμική δυναμική της πορείας της ελληνικής περίπτωσης είναι διαφορετική, καθώς η Ελλάδα δεν είναι ούτε ένα νησί (που, επιπλέον, μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα δεν κατακτήθηκε ποτέ από εξωτερική δύναμη) σε διαρκή απειλή από τους σεισμούς και τις εκρήξεις των ηφαιστείων, ούτε μπόρεσε να περιορίσει τον εκχριστιανισμό της και οπωσδήποτε δεν αποτελεί μια ήπειρο, όπως η Ιαπωνία και η Ινδία, αντίστοιχα. Έτσι, στο παιχνίδι της καλλιέργειας της τέχνης και της αξιοποίησης της διαφοράς, η ελληνική κοινωνία έχει την τάση να προσανατολίζεται στο αίτημα της ταυτότητας, και όχι στην περιπέτεια της διαδικασίας της συνεχούς αλληλοδράσης (interaction) με τις πολιτιστικές ροές. Αναμφίβολα, η ελληνική κοινωνία έχει δείξει μια ικανότητα εισαγωγής της καινοτομίας προϊόντων ευρείας κατανάλωσης ή μόδας χωρίς να επιχειρεί την εισαγωγή καινοτομίας των θεσμικών διεργασιών που εξασφαλίζουν την αναδιάταξη, την ανανέωση των γενεσιουργιών διεργασιών του πολιτισμικού γίγνεσθαι.

Αν η προηγούμενη ανάγνωση-διάγνωση έχει εγκυρότητα, τότε διαπιστώνεται ότι η υποδοχή του «πολιτιστικού» δεν ήταν ή δεν θα μπορούσε να ήταν εύκολη. Ωστόσο, θα ήταν δυνατόν να τεθεί το ακόλουθο ερώτημα: η χρήση του όρου «πολιτιστικό» θα έπρεπε να συνοδευτεί μ’ έναν ορισμό ή με μια περιχάραξη αντίστοιχα με την ιδιοτυπία της ελληνικής κοινωνίας; Μήπως δηλαδή θα ήταν προτιμότερη μια πιο διεργασιακή (processual) εκδοχή, και όχι τόσο ταυτοποιητική εκδοχή; Μια λιγότερο κανονιστική και οικουμενική οριοθέτηση του πολιτιστικού θα ήταν πιο αποτελεσματική στο πλαίσιο της νεοελληνικής κοινωνίας; Ή, τέλος, μια επιτελεστική (perfomative) προσέγγιση θα ήταν αναγκαία;

Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί αν δεν γίνουν οι δοκιμές και δεν πραγματωθούν έρευνες μ’ αυτές τις θεωρήσεις. Θα απαιτηθούν κάποιες δεκαετίες ώστε η ίδια η λέξη (πολιτιστικό μόρφωμα) να επιτύχει τον επαναπροσδιορισμό της τόσο ως προς το περιεχόμενό της όσο και ως προς το θεωρητικό της υπόβαθρο. Μήπως η «κρίση» θα ανατρέψει τις κοινωνικές και συμβολικές δομές και διαδικασίες και το «πολιτιστικό» και το «πολιτιστικό μόρφωμα», με τις κατάλληλες οριοθετήσεις τους, θα αναδυθούν εντέλει με μεγαλύτερη εμβέλεια και σαφήνεια στον ορίζοντα της ελληνικής κοινωνίας;

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 32 (12.2015)