η νεότητα ως δημόσιο πρόβλημα

 

Ένα παράδειγμα επανίδρυσης της ελληνικής μεταπολεμικής ιστορίας: το βιβλίο της Έφης Αβδελά Νέοι εν κινδύνω. Επιτήρηση, αναμόρφωση και δικαιοσύνη ανηλίκων μετά τον πόλεμο, Πόλις

 

Δήμητρα Λαμπροπούλου

 

Θα ήθελα να ξεκινήσω με ένα γενικό σχόλιο: οι Νέοι εν κινδύνω είναι ένα βιβλίο που, όπως και η προηγούμενη μονογραφία της Έφης Αβδελά, Διά λόγους τιμής. Βία, συναισθήματα και αξίες στη μετεμφυλιακή Ελλάδα,1 συγκροτούν, κατά τη γνώμη μου, ένα παράδειγμα επανίδρυσης της ελληνικής μεταπολεμικής ιστορίας. Η πολύχρονη κυριαρχία της πολιτικής επιστήμης στη μελέτη της μεταπολεμικής ιστορίας δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. Άλλωστε, τόσο στα καθ’ ημάς όσο και στη διεθνή βιβλιογραφία, έχει προσφέρει συμβολές απολύτως βασικές για την κατανόηση των αλλαγών στον μεταπολεμικό κόσμο. Στις περισσότερες, ωστόσο, περιπτώσεις, η κυριαρχία αυτή κληροδότησε ένα μοντέλο ιστορικής γνώσης στο πλαίσιο του οποίου το πολιτικό ερμηνεύτηκε διά του πολιτικού, ενώ λίγο αναζητήθηκαν οι τρόποι με τους οποίους συνυφάνθηκε με τις διαδικασίες συγκρότησης του κοινωνικού πεδίου. Λίγες είναι ακόμα οι μελέτες στα καθ’ ημάς που θέτουν σε δοκιμασία και που διερωτώνται για τις σημασίες που είχαν σε συγκεκριμένα πλαίσια οι κατεξοχήν τόποι της μεταπολεμικής ιστορίας, ο αυταρχισμός και ο εκσυγχρονισμός. Η δουλειά της Έφης Αβδελά, αντιθέτως, μας προσκαλεί να κοιτάξουμε πέρα και παρά τους ήδη δομημένους τόπους, σε εκείνα τα πεδία που διαμεσολαβούν ανάμεσα στην κεντρική πολιτική και την πολιτική της καθημερινής ζωής, πάνω σε τροχιές κάθε άλλο παρά προδιαγεγραμμένες και αυτονόητες.

Ένα τέτοιο πεδίο αποτελούν οι μορφές που πήρε η πειθάρχηση των νέων μετά τον πόλεμο, δηλαδή το κεντρικό θέμα του βιβλίου Νέοι εν κινδύνω. Επιτήρηση, αναμόρφωση και δικαιοσύνη ανηλίκων μετά τον πόλεμο (Πόλις, Αθήνα 2013). Η Έφη Αβδελά διερευνά συστηματικά αυτές τις μορφές πειθάρχησης μέσα από το δημόσιο ζήτημα της «παιδικής και νεανικής εγκληματικότητας», μέσα από τη συγκρότηση και τη λειτουργία του μηχανισμού δικαιοσύνης ανηλίκων –δηλαδή των κρατικών, ημικρατικών και ιδιωτικών θεσμών, φορέων και προσώπων που ανέλαβαν να διαχειριστούν ανήλικα αγόρια και κορίτσια «παραβάτες» ή «σε κίνδυνο» (σ. 21)– και μέσα από τις σχέσεις ανάμεσα στους επιμελητές και τις επιμελήτριες, τους ανήλικους και τις οικογένειές τους. Μολονότι η ανάλυσή της εστιάζεται στην Ελλάδα των δύο πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, οι διαστάσεις, οι συνάφειες και οι ιδιαιτερότητες της εστίασης αυτής προκύπτουν από το άνοιγμα της προοπτικής στον χρόνο και τον χώρο: οι συγκρίσεις γίνονται με τις συνθήκες, τους λόγους, τις πρακτικές μέσα από τις οποίες η «νεανική παραβατικότητα» έγινε από τα τέλη του 19ου αιώνα συστατικό στοιχείο ενός συμπλέγματος διακυβέρνησης που συνδύαζε ποινή και πρόνοια και πάνω στο οποίο δομήθηκε το μεταγενέστερο κράτος πρόνοιας στη Δυτική Ευρώπη. Η πορεία αυτή περιλάμβανε τη συνεργασία κρατικών αξιωματούχων και ιδιωτών, τη διαμόρφωση του «ηθικού κινδύνου» ως δημόσιου προβλήματος στο οποίο αποδίδονταν κοινωνικές πρακτικές που έπρεπε να αλλάξουν, καθώς και την επαγγελματοποίηση ειδικών για την αντιμετώπιση αυτών των «κινδύνων». Έργο αυτών των ειδικών ήταν να διαμεσολαβήσουν την παρέμβαση του κράτους στον ιδιωτικό χώρο και, ειδικότερα, στις οικογένειες της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων των πόλεων. Αυτή η επέκταση και η διείσδυση του θεσμικού βλέμματος σήμαινε τη ρευστοποίηση των ορίων ανάμεσα στη δημόσια σφαίρα και την ιδιωτική. Το κοινωνικό συγκροτήθηκε έτσι ως διακριτός χώρος που η διακυβέρνησή του ανατέθηκε σε ειδικούς και εμπειρογνώμονες. Στον 20ό αιώνα, η «νεανική παραβατικότητα» συστάθηκε ως κεντρικό παράδειγμα «ηθικού κινδύνου» που η κοινωνική πρόνοια καλούνταν να διαχειριστεί επιμένοντας όλο και περισσότερο στις έννοιες της φροντίδας και της προστασίας των παιδιών και των εφήβων. Η στάση των παιδιών απέναντι στον νόμο δεν άλλαξε, διευρύνθηκε όμως η έννοια του «παραβατικού», με αποτέλεσμα ένα τεράστιο εύρος τύπων της νεανικής συμπεριφοράς να τεθεί υπό επιτήρηση. Τα παιδιά και οι έφηβοι αντιμετωπίστηκαν σαν να ήταν μονίμως σε «ηθικό κίνδυνο», κίνδυνο με διαφορετικό περιεχόμενο για τα αγόρια και τα κορίτσια. Τελούσαν «εν κινδύνω» σήμαινε ότι αντιμετωπίζονταν ωσάν να κινδύνευαν να γίνουν επικίνδυνα, καθώς απέκλιναν από τα κυρίαρχα πρότυπα συμπεριφοράς που αποδίδονταν στην ηλικία, στο φύλο και την ταξική τους θέση. Η ανάμειξη πρόνοιας και ποινής, κράτους και ιδιωτών διαμόρφωσαν τη «μεικτή οικονομία της πρόνοιας» (σ. 64) για τα παιδιά και τους εφήβους. Από αυτόν τον μεικτό χαρακτήρα προέκυψε και η ιδιαιτερότητα του μηχανισμού της δικαιοσύνης ανηλίκων, καθώς αυτός επιχείρησε καταστατικά να ρυθμίσει ανάγκες αντιφατικές: τη φροντίδα και την προστασία, την αναμόρφωση και την πειθάρχηση. Στη διάρκεια των δύο πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, εντούτοις, η νεότητα θα αναδεικνυόταν με ανανεωμένη ένταση ως διεθνές δημόσιο πρόβλημα, αν και μέχρι την έκρηξη του ’68 δύσκολα θα γινόταν παραδεκτός ο πολιτικός χαρακτήρας του προβλήματος. Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, οι ανησυχίες για τη νεολαία θα λειτουργούσαν ως μετωνυμίες για τους φόβους ή τις ελπίδες που έφερναν μαζί τους οι ραγδαίοι κοινωνικοί και πολιτισμικοί μετασχηματισμοί. Οι ηθικοί πανικοί για τη νεολαία θα αναπτύσσονταν με επίκεντρο νέες μορφές ψυχαγωγίας, όπως ήταν ο κινηματογράφος, κατανάλωσης και σωματικής εκφραστικότητας, που δήλωναν περισσότερο ή λιγότερο ρητά τάσεις αποδέσμευσης των νέων από τα παραδοσιακά πρότυπα, ερμηνεύτηκαν κατ’ αρχάς ως εκδηλώσεις επιθετικότητας ενάντια στην καθωσπρέπει κοινωνία και κινητοποίησαν πρωτοβουλίες εθνικών κυβερνήσεων και διεθνικών οργανισμών. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, καθώς η δημογραφική σημασία του νεανικού πληθυσμού γινόταν όλο και πιο αισθητή, η οικονομική ανάπτυξη σταθεροποιούνταν και ο νεανικός πολιτισμός μαζικοποιούνταν αποκτώντας συγχρόνως κεντρική θέση στην αύξηση των οικονομικών μεγεθών, η έμφαση μετατοπίστηκε στην οικογενειακή συνοχή, στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και στις συνθήκες ζωής, και αραίωσαν δραματικά οι πανικοί για την «παραστρατημένη νεολαία».

Η Έφη Αβδελά παρακολουθεί τις συνάφειες και τις αποκλίσεις της ελληνικής περίπτωσης σε σχέση με αυτή την ευρύτερη ιστορία. Δεν συγκρίνει απλώς· οριοθετεί τα πεδία της συζήτησης αποδίδοντας τους ιστορικούς και πολιτισμικούς προσδιορισμούς τους. Μολονότι η υπερβολή της δημόσιας ηθικολογίας για τους νέους ατόνησε κάποια στιγμή στις αρχές του ’60, η «ηθική διαφθορά» των νέων παρέμεινε ως κοινός τόπος. Αν και οι θεσμικές παρεμβάσεις ακολούθησαν το πρότυπο της συνεργασίας κράτους και ιδιωτών, οι πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες στην Ελλάδα και η κυριαρχία του νομικού λόγου δεν ευνόησαν τη μετάθεση των τεχνικών διακυβέρνησης έξω από το κράτος και συντήρησαν για πολλά χρόνια την αντίσταση στις πιέσεις που ασκούσαν νέες επιστημονικές αυθεντίες, όπως η ψυχολογία, για τον έλεγχο του κοινωνικού και τη στροφή προς μοντέλα που θα εντόπιζαν τον ηθικό κίνδυνο για το ίδιο το άτομο και όχι για την κοινωνία, προωθώντας έτσι τη διακυβέρνηση του εαυτού.

Μολονότι η υπερβολή της δημόσιας ηθικολογίας για τους νέους ατόνησε κάποια στιγμή στις αρχές του ’60, η «ηθική διαφθορά» των νέων παρέμεινε ως κοινός τόπος. Αν και οι θεσμικές παρεμβάσεις ακολούθησαν το πρότυπο της συνεργασίας κράτους και ιδιωτών, οι πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες στην Ελλάδα και η κυριαρχία του νομικού λόγου δεν ευνόησαν τη μετάθεση των τεχνικών διακυβέρνησης έξω από το κράτος και συντήρησαν για πολλά χρόνια την αντίσταση στις πιέσεις που ασκούσαν νέες επιστημονικές αυθεντίες, όπως η ψυχολογία, για τον έλεγχο του κοινωνικού και τη στροφή προς μοντέλα που θα εντόπιζαν τον ηθικό κίνδυνο για το ίδιο το άτομο και όχι για την κοινωνία, προωθώντας έτσι τη διακυβέρνηση του εαυτού.

Εδώ, όσοι ανέλαβαν να ταξινομήσουν διάσπαρτες συμπεριφορές σε κατηγορίες όπως «παραστρατημένα παιδιά», «αντικοινωνικές πράξεις» ή «εγκληματικότητα ανηλίκων» και να τα ενοποιήσουν σε ενιαίο κοινωνικό φαινόμενο, το έκαναν μέσα από το πρίσμα της ηθικής και λιγότερο της επιστήμης. Η Εκκλησία, το κράτος και η δικαιοσύνη διατήρησαν την πρωτοκαθεδρία τους στη διαχείριση του ζητήματος. Η ίδρυση και η εδραίωση του μηχανισμού δικαιοσύνης ανηλίκων ταυτίστηκαν με περιόδους πολιτικής ανωμαλίας και αυταρχισμού. Η ιδεολογία για την «παιδική και νεανική εγκληματικότητα», τα νοήματά της και το προσωπικό που κλήθηκε να την αντιμετωπίσει κυριαρχήθηκαν από τους νομικούς. Η ταξινόμηση, η προστασία και η αναμόρφωση των ανηλίκων που έπρεπε να «σωθούν», η περιγραφή και η αιτιολόγηση των κινδύνων και η στοιχειοθέτηση των αποτελεσμάτων της παρέμβασης που θα μετέτρεπε τους «εν κινδύνω τελούντες» ή «εγκληματήσαντες» σε «κυρίους του εαυτού τους και χρήσιμους στην κοινωνία», χαρακτηρίστηκαν από την έντονα νομική και ηθική τους διάσταση. Επρόκειτο για μια διαδικασία που ήταν παράγωγο και συγχρόνως ανατροφοδότης του αυταρχισμού, καθώς ακόμα και οι προνοιακές διαστάσεις του μηχανισμού είχαν κατασταλτικό χαρακτήρα. Μολονότι η υπερβολή της δημόσιας ηθικολογίας για τους νέους ατόνησε κάποια στιγμή στις αρχές του ΄60, η «ηθική διαφθορά» των νέων παρέμεινε ως κοινός τόπος. Αν και οι θεσμικές παρεμβάσεις ακολούθησαν το πρότυπο της συνεργασίας κράτους και ιδιωτών, οι πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες στην Ελλάδα και η κυριαρχία του νομικού λόγου δεν ευνόησαν τη μετάθεση των τεχνικών διακυβέρνησης έξω από το κράτος και συντήρησαν για πολλά χρόνια την αντίσταση στις πιέσεις που ασκούσαν νέες επιστημονικές αυθεντίες, όπως η ψυχολογία, για τον έλεγχο του κοινωνικού και τη στροφή προς μοντέλα που θα εντόπιζαν τον ηθικό κίνδυνο για το ίδιο το άτομο και όχι για την κοινωνία, προωθώντας έτσι τη διακυβέρνηση του εαυτού.

Ο μηχανισμός δικαιοσύνης ανηλίκων περιλάμβανε ένα ευρύτατο φάσμα φορέων και προσώπων: το δικαστήριο ανηλίκων, τους επιμελητές, το τμήμα ανηλίκων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, κρατικούς, ημικρατικούς και ιδιωτικούς φορείς επιτήρησης, περίθαλψης, αναμόρφωσης, όπως ήταν οι παιδουπόλεις, τα πρεβαντόρια, τα αναμορφωτήρια, τα σωφρονιστήρια, οι στέγες, οι σταθμοί, οι τεχνικές σχολές, τα βασιλικά ιδρύματα. Στα διαφορετικά σημεία και στις ροές αυτού του δικτύου διακινούνταν και επιβάλλονταν οι αντιλήψεις περί κινδύνου και οι κανόνες συμπεριφοράς που προσιδίαζαν στη θέση και το φύλο των ανήλικων αγοριών και κοριτσιών. Κεντρικό ρόλο στη λειτουργία του δικτύου έπαιζαν οι κατεξοχήν ειδικοί της επιτήρησης, οι επιμελητές και οι επιμελήτριες ανηλίκων, καθώς ήταν εκείνοι που έθεταν σε λειτουργία τον μηχανισμό. Έρχονταν σε άμεση επαφή με τους ανήλικους και τις οικογένειές τους, λειτουργούσαν ως συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα σε αυτές και σε μια ποικιλία θεσμών και φορέων που σχετίζονταν με τον μηχανισμό, παρακολουθούσαν την εφαρμογή, την εξέλιξη και τα αποτελέσματα της αναμορφωτικής στρατηγικής που είχε επιλεγεί για κάθε ανήλικο. Ήταν, κοντολογίς, οι διαμεσολαβητές ανάμεσα στις επιθυμίες, τους φόβους και τις ανάγκες των ανηλίκων και στις αποφάσεις του δικαστή ή του υπουργείου. Η ιστορικός παρακολουθεί το μορφωτικό τους υπόβαθρο, το εργασιακό τους καθεστώς, την απόκτηση της επαγγελματικής τους εμπειρίας και υπογραμμίζει το νέο στοιχείο στην παρουσία τους μέσα στο ποινικο-προνοιακό σύμπλεγμα: είχαν μορφωτικό αλλά όχι κοινωνικό ή οικονομικό κεφάλαιο, δεν έμοιαζαν δηλαδή με τους εύπορους και τις κυρίες που σε μια προηγούμενη φάση είχαν στελεχώσει τις εθελοντικές πρωτοβουλίες προστασίας ανηλίκων, ήταν επαγγελματίες και μάλιστα γυναίκες σε έναν βαθμό αξιοπρόσεκτο για τα δεδομένα της εποχής. Αυτά τα χαρακτηριστικά και ο σύνθετος χαρακτήρας των σχέσεων που ανέπτυσσαν με τους επιτηρούμενους, παιδιά και γονείς, δείχνουν πόσο περίπλοκες και συνάμα ρευστές ήταν οι διαδικασίες που χαρακτήριζαν τη λειτουργία του όλου μηχανισμού.

Η συστηματική ανάλυση αυτού του μηχανισμού από την Αβδελά διαγράφει με σαφήνεια την ύπαρξη ενός συνεχούς ανάμεσα στο κράτος και το μη κράτος και μας επιτρέπει να δούμε πώς «φτιάχνεται» το κράτος στο επίπεδο των αναπαραστάσεων και στο επίπεδο των συγκεκριμένων επαγγελματικών πρακτικών. Μας δείχνει ακόμα πώς το αυταρχικό μοντέλο διακυβέρνησης διαχύθηκε σε διαφορετικά μικρο-πεδία και πώς η εμπλοκή συγκεκριμένων ομάδων στη διάχυση αυτή κατέστησε ασταθή τόσο τα νοήματα όσο και τους στόχους αυτού του μοντέλου. Μας λέει πως οι συγκεκριμένες εκδηλώσεις της δράσης ενός κρατικού θεσμού ακολουθούν πορείες κάθε άλλο παρά προδιαγεγραμμένες και προβλέψιμες. Ο κατεξοχήν παράγοντας τροποποίησης της κατεύθυνσης που μπορεί να πάρει είναι η παρουσία των ανθρώπων που εμπλέκονται στους θεσμούς.

Το σημείο αυτό αναδεικνύεται στο βιβλίο της Έφης Αβδελά ως συγκεκριμένο ιστορικό πρόβλημα μέσα από την ύπαρξη ενός άλλου συνεχούς: εκείνου ανάμεσα στην ύπαρξη κρατικών θεσμών ελέγχου και τη χρήση τους από τους ανθρώπους που εμπλέκονται σε αυτούς ως ελεγκτές και ως ελεγχόμενοι. Οι κύριοι πρωταγωνιστές αυτού του βιβλίου είναι οι επιμελητές και οι επιμελήτριες, τα επιτηρούμενα ανήλικα αγόρια και κορίτσια και οι οικογένειές τους. Η υποκειμενικότητα όλων αυτών παράγεται ως μια κατεξοχήν διυποκειμενική διαδικασία, μέσα δηλαδή από τις μεταξύ τους σχέσεις που παίρνουν συχνά απρόβλεπτες στροφές καθώς συνδέονται με συναισθηματικές αντιδράσεις και στρατηγικές αντίστασης, συναίνεσης ή προσαρμογής στις κυρίαρχες απαιτήσεις. Από την πλευρά των επιμελητών, οι ρωγμές παράγονται στα σημεία που αφορούν τις συνθήκες της δουλειάς και τις επαφές τους με τα υποκείμενα της επιτήρησης. Κλήθηκαν να στελεχώσουν μια κοινωνική υπηρεσία σε συνθήκες ουσιαστικής απουσίας κοινωνικής πολιτικής, με περιορισμένα δηλαδή μέτρα και μικρή δυνατότητα επιβολής στην καθημερινή της λειτουργία. Ήρθαν αντιμέτωποι με συνθήκες γενικευμένης φτώχειας, ανεργίας και άθλιων συνθηκών διαβίωσης. Οι κραυγές αγωνίας τους για τα εξαιρετικά στενά περιθώρια παρέμβασης που διέθεταν, μας λέει η Αβδελά, υπονόμευαν το πρότυπο διακυβέρνησης που καλούνταν να εφαρμόσουν. Το ίδιο και οι προσπάθειες πολλών από αυτούς να εξηγήσουν με κοινωνικούς όρους συμπεριφορές που άλλοι θεώρησαν ακατανόητες. Αν και οι κύριοι διαμεσολαβητές ανάμεσα στο κράτος και τις επιτηρούμενες κοινωνικές ομάδες, οι επιμελητές και οι επιμελήτριες αποτέλεσαν συχνά τον αδύναμο κρίκο του συγκεκριμένου μοντέλου διακυβέρνησης.

Οι ανήλικοι και οι οικογένειές τους, από την άλλη πλευρά, άλλοτε σε συμφωνία και άλλοτε σε σύγκρουση μεταξύ τους, ανέπτυξαν μια ποικιλία δράσεων απέναντι σε έναν κατεξοχήν κατασταλτικό μηχανισμό: προσπάθεια να επιλυθούν επιτακτικές ανάγκες επιβίωσης ή να βρεθεί μια δουλειά, απόπειρες γονέων να ξεφορτωθούν το βάρος ανεπιθύμητων παιδιών, αντίσταση ή φυγή των παιδιών ή ολόκληρων των οικογενειών, λύσεις διαθέσιμες στη συγκυρία και συμβατές με το φύλο των ανηλίκων, όπως ήταν ο αρραβώνας και ο γάμος για τα κορίτσια, το μπάρκο για τα αγόρια, η μετανάστευση για αγόρια και κορίτσια, υιοθετήθηκαν ως στρατηγικές οικειοποίησης εκ μέρους τους ή, εν πάση περιπτώσει, διαμόρφωσης μιας σχέσης με τις θεσμικές πολιτικές. Η ιστορικός εντοπίζει με προσοχή και ευαισθησία τους περιορισμούς και τις πολλαπλές διαμεσολαβήσεις στο σύμπαν που συγκροτεί το γραφειοκρατικό υλικό, αλλά και τα σημεία εκείνα όπου διαφαίνονται οι ρωγμές του, μέσα από τις οποίες μπορεί να ακουστεί έστω και διαμεσολαβημένη η φωνή των υποκειμένων.

Στους Νέους εν κινδύνω, η Έφη Αβδελά δεν δεσμεύεται από κάποια προκατασκευασμένη αντίληψη για το τι είναι «κοινωνία» και τι είναι «πολιτική», ανιχνεύει τα στοιχεία της πολιτισμικής συγκρότησης του κράτους και υπογραμμίζει τον πολιτικό χαρακτήρα του κοινωνικού και των σχέσεων που το δομούν. Αναγνωρίζει, αναλύει και συναρθρώνει τις έννοιες που διατυπώνονται σε διαφορετικά είδη λόγου με τους κώδικες και τα παραδείγματα που βρίσκονται στα θεμέλια των σημαινουσών πρακτικών που μελετά (στην πειθάρχηση, την επιτήρηση, την προσφυγή στον επιτηρητικό μηχανισμό, την προσαρμογή, τη συναίνεση, την αντίσταση). Επιμένει στους χρονικούς ρυθμούς και στις διάρκειες των μετασχηματισμών σε αυτές τις πρακτικές. Πετυχαίνει, με αυτόν τον τρόπο, μια δύσκολη σύνθεση σε θεωρητικό, μεθοδολογικό και πραγματολογικό επίπεδο: συνυφαίνει, δηλαδή, τον προβληματισμό για τα καθεστώτα διακυβέρνησης με τον προβληματισμό για την εμπρόθετη δράση και την παραγωγή της υποκειμενικότητας. Ο William Sewell έχει προτείνει –στο βιβλίο του Λογικές της ιστορίας,2 κείμενο που έχει πάρει σχεδόν προγραμματικό χαρακτήρα σε αρκετές από τις σύγχρονες συζητήσεις μεταξύ των ιστορικών– ότι ένας γόνιμος τρόπος για να εννοιολογήσουμε το κοινωνικό είναι να το σκεφτούμε με τους όρους των διαφόρων διαμεσολαβήσεων μέσω των οποίων οι άνθρωποι εμπλέκονται σε «κοινωνικές σχέσεις», διαμεσολαβήσεων που τους κάνουν αλληλεξαρτώμενα μέλη ενός κοινού κόσμου. Η Έφη Αβδελά επεξεργάζεται με παραδειγματικό τρόπο την πρόταση αυτή. Μας προτείνει, όπως είπα στην αρχή, νέες γωνίες από τις οποίες μπορούμε να δούμε τη μεταπολεμική ιστορία, την ιστορία εν γένει. Και αυτό κάνει τους Νέους εν κινδύνω αν όχι επικίνδυνους, οπωσδήποτε προκλητικούς, σίγουρα συναρπαστικούς.

 

Η κριτική αυτή διαβάστηκε ως εισήγηση στην εκδήλωση για την παρουσίαση του δοκιμίου της Έφης Αβδελά Νέοι εν κινδύνω που έγινε στην Αίθουσα του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, στις 6 Μαΐου 2014.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 13 (05.2014)