«οι εμφύλιοι πόλεμοι δεν ξεσπούν αλλά έρχονται»

 

Επανασύνδεση της κοινωνίας και της πολιτικής
στην ιστορία του ελληνικού εμφύλιου πολέμου.

Η σημαντική συνεισφορά του βιβλίου του Πολυμέρη Βόγλη, Η αδύνατη επανάσταση

Δήμητρα Λαμπροπούλου

 

ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ #03

Όταν πρωτοπήρα στα χέρια μου το βιβλίο του Πολυμέρη Βόγλη Η αδύνατη επανάσταση. Η κοινωνική δυναμική του εμφυλίου πολέμου (Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2015), άρχισα να το ξεφυλλίζω από το τέλος προς την αρχή. Στάθηκα πρώτα στο φωτογραφικό παράρτημα, στο τέλος του βιβλίου, και χάζεψα τις φωτογραφίες. Σκέφτηκα ότι ο συγγραφέας είχε εύστοχα και με οικονομία επιλέξει εικόνες που αφηγούνταν το χρονικό του ελληνικού εμφύλιου πολέμου από το 1944 ώς το 1949: από τους πανηγυρισμούς της απελευθέρωσης στα Δεκεμβριανά, από εκεί στις πολυπληθείς συγκεντρώσεις των πόλεων για τις επετείους του Ε.Α.Μ. και της Ε.Π.Ο.Ν. το 1945, μετά τη Βάρκιζα, έπειτα στις ορεινές πορείες μαχητών και μαχητριών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, σε στιγμιότυπα επιχειρήσεων του Εθνικού Στρατού, στους εξαθλιωμένους καταυλισμούς των προσφύγων, στη φιλανθρωπική δράση κυριών του αστικού κόσμου, στους νεκρούς των δύο στρατοπέδων, στις συλλήψεις, στην αιχμαλωσία και τη διαπόμπευση καταπονημένων ή ήδη νεκρών μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού – «οικτρά λείψανα» διαλυμένων μεραρχιών, όπως έγραφε το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Εμπρός στις 23 Ιουνίου 1949, που παρατίθεται τελευταίο στο φωτογραφικό παράρτημα. Οι φωτογραφίες αυτές ήταν περισσότερο ομιλητικές, όταν τις ξανακοίταζα έχοντας πια διαβάσει το βιβλίο. Τα σώματα, τα πρόσωπα, οι κινήσεις, οι απαθανατισμένες πράξεις, οι χώροι αναπαριστούσαν διαφορετικές στιγμές στη διαμόρφωση των συλλογικών υποκειμένων που παρήχθησαν ως αποτέλεσμα της δράσης της εξουσίας και της σύγκρουσης με την εξουσία μέσα στη διαδικασία του ελληνικού εμφύλιου πολέμου.

Το βιβλίο τελειώνει με τρόπο αποφθεγματικό: «Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος ήταν μια επανάσταση», λέει ο Πολυμέρης Βόγλης, «η μοναδική στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, έστω κι αν, έτσι όπως εξελίχθηκε, δεν θα μπορούσε να αποβεί νικηφόρα. Υπ’ αυτή την έννοια, ήταν μια αδύνατη επανάσταση» (σ. 384). Τίποτα, όμως, στην πραγμάτευση αυτής της αδύνατης επανάστασης σε όλο το βιβλίο δεν είναι αποφθεγματικό. Τι ήταν ο Εμφύλιος και όχι ποιος φταίει για τον Εμφύλιο είναι το ερώτημα που απασχολεί τον Βόγλη. Για να το διερευνήσει, χρησιμοποιεί με συστηματικό και κριτικό τρόπο αρχειακό υλικό, αυτοβιογραφικά κείμενα και ποσοτικά δεδομένα, στέκεται με γνώση και ψυχραιμία απέναντι στην παλιότερη και την πρόσφατη βιβλιογραφία του εμφυλίου πολέμου και δίνει, τελικά, μια σύνθεση όχι γραμμική αλλά σταθερά κινούμενη ανάμεσα στο κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο. Πατάει, επίσης, στέρεα στις θεωρητικές προσεγγίσεις των επαναστάσεων και των εμφύλιων πολέμων, όχι για να μετρήσει τον βαθμό σύγκλισης ή απόκλισης της ελληνικής περίπτωσης από ιδεατά μοντέλα, αλλά με δύο άλλους στόχους: πρώτον, για να εντάξει την ελληνική περίπτωση σε ευρύτερα ιστορικά πλαίσια, αφενός, επαναστατικής κινητοποίησης, αφετέρου, συγκρότησης πολιτικών διακυβέρνησης κατά τον 20ό αιώνα και, δεύτερον, για να επεξεργαστεί σε βάθος και σε έκταση τη λογική της δυναμικής του εμφυλίου πολέμου. Τι σημαίνει όμως αυτό;

Οι εμφύλιοι πόλεμοι, όπως και οι επαναστάσεις, γράφει ο Βόγλης, δεν γίνονται, δεν ξεσπούν, αλλά έρχονται, είναι διαδικασίες που κορυφώνονται αργά. Σύμφωνα με αυτή την παραδοχή, αφηγείται την ιστορία του εμφύλιου πολέμου ξεκινώντας από το υπόβαθρο της Κατοχής, για να περάσει, στη συνέχεια, στη μεταδεκεμβριανή και τη μεταβαρκιζιανή πόλωση και από εκεί στην κλιμάκωση και την κορύφωση της σύγκρουσης. Μέσα από τη βία και τις διώξεις της διετίας 1945-1946, η πολιτική πόλωση μετατρέπεται σταδιακά σε στρατιωτική σύγκρουση. Μέσα στην αφήγηση αυτής της μετατροπής, ιστορικοποιείται και το ίδιο το φαινόμενο της βίας. Η ιστορική προσέγγιση του φαινομένου της βίας, γράφει ο Βόγλης, προϋποθέτει ότι θα εντάξουμε τη βία στη συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα (τις συγκρούσεις που έχουν προηγηθεί στην Κατοχή), θα λάβουμε υπόψη την καταστατική συνθήκη του εμφύλιου πολέμου (κατά την οποία το μονοπώλιο του κράτους στη νόμιμη άσκηση της βίας είτε έχει καταρρεύσει είτε δεν έχει αποκατασταθεί και, επομένως, οι ίδιοι οι πολίτες έχουν γίνει φορείς-διαχειριστές της) και, τέλος, θα μελετήσουμε τα χαρακτηριστικά της για να κατανοήσουμε τη λογική αυτών που την ασκούν (σ. 164).

Στο πλαίσιο που δημιουργεί η κλιμάκωση της σύγκρουσης, οι αντίπαλοι δεν μένουν ίδιοι· η λογική και οι πρακτικές του πολέμου μετασχηματίζουν τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα, ωθώντας το Κομμουνιστικό Κόμμα να διακηρύξει τον στόχο της επανάστασης και το κράτος να διεξαγάγει έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. Πρόκειται για μια αφήγηση που παρακολουθεί την ιστορία εν τω γίγνεσθαι, που βλέπει τα υποκείμενα, τις αντιλήψεις και τη δράση τους να μην ανατέλλουν ξαφνικά όπως ο ήλιος, όπως έγραφε ο Ε. Π. Τόμπσον, αλλά να είναι παρόντα στη δημιουργία τους. Το υποκείμενο στο οποίο κυρίως εστιάζει ο Βόγλης είναι ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας, τον οποίο παρακολουθεί να δημιουργείται και να μετασχηματίζεται στο πεδίο όπου αλληλεπιδρούν η δράση του κράτους, η τακτική του Κ.Κ.Ε., οι διαθέσιμες από την κατοχική περίοδο πρακτικές και αντιλήψεις για την εμπόλεμη δράση, ο βαθμός εμπλοκής στη σύγκρουση και η κοινωνική διάρθρωση των πόλεων και της υπαίθρου.

Σε αυτή την προοπτική, είναι χαρακτηριστική η ίδια η πραγμάτευση της ανάδειξης της επανάστασης ως στόχου του Δ.Σ.Ε. στην τελευταία φάση του εμφύλιου πολέμου. Καθώς το πεδίο νομιμοποίησης της εμφύλιας διαμάχης ήταν και για τα δύο στρατόπεδα το έθνος –και παρά τους ταξικούς ή τους φυλετικούς όρους με τους οποίους το καθένα από αυτά αντιλαμβανόταν το έθνος–, η επανάσταση δεν κατονομαζόταν, αλλά καλυπτόταν και μεταμφιεζόταν από το Κ.Κ.Ε. ή διαστρεφόταν από την κυβέρνηση (σ. 273). Η γενίκευση της εμφύλιας διαμάχης και η μετατροπή της σε ολοκληρωτικό πόλεμο οδήγησε την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος να θέσει ως στόχο την επανάσταση μετατρέποντας τον Δ.Σ.Ε. από αντάρτικο σε «λαϊκό στρατό» με στόχο τη δημιουργία επικράτειας στη Βόρεια Ελλάδα. Επρόκειτο για μια στρατηγική που προέκυψε μέσα στη δυναμική του πολέμου και με δεδομένη την έλλειψη δυνατότητας ειρήνευσης και αποκλιμάκωσης, ενώ διόλου δεν βασιζόταν στη διεύρυνση της κοινωνικής υποστήριξης προς τον Δ.Σ.Ε. Το αντίθετο μάλιστα, είχαν ήδη συντελεστεί τόσο ο γεωγραφικός περιορισμός του τελευταίου στη φτωχή άγονη ορεινή περιοχή της βορειοδυτικής Ελλάδας, από όπου κατά κύριο λόγο προέρχονταν οι μαχητές και οι μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού, όσο και η διάρρηξη, στην πραγματικότητα η διάλυση οποιουδήποτε συνεχούς ανάμεσα στον αγώνα που δινόταν στην ύπαιθρο και τον αστικό ιστό των πόλεων. Παράλληλα, όμως, οι θεσμοί που συγκροτούσε η δράση αυτού του στρατού έδιναν τη δυνατότητα σε ανθρώπους αποκλεισμένους από την εξουσία να συμμετέχουν σε αυτήν και τους υποστασιοποιούσε σε συλλογικά υποκείμενα. Δηλαδή, εξηγεί ο Βόγλης, η διαρκής συλλογική κινητοποίηση του πληθυσμού τον προσανατόλιζε προς τη λαϊκή δημοκρατία ως ενσάρκωση του οράματος για μια πιο δίκαιη κοινωνία (σ. 287).

Η αδύνατη επανάσταση προτείνει γωνίες από τις οποίες μπορούμε να κοιτάξουμε προσεκτικά όψεις του Εμφυλίου που λίγο μας έχουν αποκαλυφθεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η κατάσταση πολιορκίας που προσδιόρισε τι σήμαινε εμφύλιος πόλεμος για τις πόλεις και οδήγησε στην εμπέδωση του καθεστώτος εκτάκτου ανάγκης μέσα από διεργασίες που περιλάμβαναν τις διώξεις, την καταστολή όλων των γνωστών μορφών αστεακής μαζικής κινητοποίησης –διαδήλωση, διαμαρτυρία, απεργία κτλ.– και την τελική απώλεια της συμμαχίας ανάμεσα στο Κ.Κ.Ε. και τα μεσαία κοινωνικά στρώματα, τα οποία είχαν αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά του στην Αθήνα και τις άλλες μεγάλες πόλεις την περίοδο της Κατοχής (σ. 177-210). Προτείνει ακόμα νέους τρόπους για να προσεγγίσουμε ερωτήματα που έρχονται από παλαιότερες, συνήθως θερμές συζητήσεις, όπως, για παράδειγμα, ποιος ήταν ο ρόλος των εκλογών της 31ης Μαρτίου 1946 στην εξέλιξη της εμφύλιας σύγκρουσης. Αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύεται, λέει ο Βόγλης, η αποχή –την οποία επέλεξαν λόγω των συνθηκών βίας στη διεξαγωγή των εκλογών όχι μόνο το Κ.Κ.Ε. αλλά το σύνολο της Αριστεράς και ένα τμήμα του Κέντρου– δεν απομόνωσε το Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά αποτέλεσε τη βάση για μια ευρεία πολιτική συμμαχία, αντίστοιχη με εκείνη του Ε.Α.Μ. Ωστόσο, η συμμαχία αποδείχτηκε βραχύβια, λόγω της απόφασης του Κ.Κ.Ε. να ακολουθήσει τον δρόμο της στρατιωτικής σύγκρουσης (σ. 150-153). 

Από όλα τα σημαντικά σημεία της Αδύνατης επανάστασης, θα ήθελα να επιμείνω σε δύο τα οποία θεωρώ κεντρικά όχι μόνο για το ίδιο το επιχείρημα του βιβλίου αλλά και γενικότερα για ό,τι θα ονομάζαμε κοινωνική ιστορία του ελληνικού εμφύλιου πολέμου. Το ένα είναι η πραγμάτευση της εξουσίας με όρους κυβερνητικότητας και εδαφικότητας, και το δεύτερο η παραγωγή νέων μορφών κοινωνικότητας και συλλογικών υποκειμένων. Κανένα από τα δύο αυτά σημεία δεν μπορεί να νοηθεί δίχως τη δράση του άλλου. Η εδαφικότητα αφορά τις πολιτικές τεχνολογίες ελέγχου μέσα από τις οποίες ο χώρος μετατρέπεται σε έδαφος, δηλαδή σε πεδίο κυριαρχίας, στο οποίο οι άνθρωποι αποκλείονται, μεταφέρονται, εγκαθίστανται, περιορίζονται, αστυνομεύονται. Η δράση του Δημοκρατικού Στρατού και του Εθνικού Στρατού, η διαφοροποίηση πεδινών και ορεινών περιοχών, πόλεων και υπαίθρου, η αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών, ο διαρκής αστυνομικός έλεγχος της κίνησης προσώπων, ζώων και αντικειμένων από τη χωροφυλακή και τον στρατό, η υποχρεωτική στρατολόγηση αλλά και η εμπλοκή του πληθυσμού στις οικονομικές, κοινωνικές και διοικητικές δραστηριότητες του Δ.Σ.Ε., φωτίζονται από τον συγγραφέα ως πολιτικές ελέγχου και διαχείρισης του χώρου. Στην ίδια προοπτική, η κυβερνητικότητα, θεώρηση που αντλεί πρωταρχικά από το έργο του Μισέλ Φουκώ, αφορά τη διακυβέρνηση που έχει στο επίκεντρό της τη διαχείριση του πληθυσμού και συνδέεται με τεχνικές πειθάρχησης και μηχανισμούς ασφάλειας (σ. 36-37). Σε συνθήκες εμφύλιου πολέμου, με τη σχεδόν απεριόριστη επέκταση του πεδίου παρέμβασης του κράτους, η τέχνη της διακυβέρνησης μετασχηματίζεται σε καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, όπου η βία και το δίκαιο δεν διακρίνονται αλλά συναιρούνται.

Στο καθεστώς εκτάκτου ανάγκης που δημιουργήθηκε στη δυναμική του ελληνικού εμφύλιου πολέμου, το κρατικό συμφέρον αναγορεύτηκε σε ύψιστη αρχή, η λογική της στρατιωτικοποίησης διαπέρασε την πρακτική της διακυβέρνησης και το κρατικό συμφέρον επαναπροσδιορίστηκε με βάση τις ανάγκες και τις προτεραιότητες του στρατού (σ. 179). Πόλεμος χωρίς μέτωπο και στρατιωτικοποίηση της πολιτικής και, σε μεγάλο βαθμό, των κοινωνικών σχέσεων ταυτίστηκαν με τις νέες δυνατότητες του στρατού να διεισδύει στους θεσμούς και στην καθημερινή ζωή. Επρόκειτο δηλαδή, και εδώ, για μια δυναμική στην εξέλιξη της οποίας δεν στρατιωτικοποιήθηκαν μόνο οι θεσμοί αλλά δημιουργήθηκαν και νέου τύπου κοινωνικότητες με άξονα τον στρατό και τον πόλεμο – οργανώσεις, για παράδειγμα, όπως οι «Φίλοι του Στρατού», ο «Έρανος της Πρόνοιας Βορείων Επαρχιών Ελλάδος», η «Φανέλλα του Στρατιώτου» (σ. 196). Το να αναδεικνύονται αυτές, όπως και άλλες παρόμοιες συσσωματώσεις σε περισσότερο ή λιγότερο άμεση διασύνδεση με το κράτος, στο επίκεντρο μορφών κοινωνικότητας που δημιουργήθηκαν στη διάρκεια του Εμφυλίου ως μέρος μιας γενικότερης τάσης στρατιωτικοποίησης της ζωής είναι σημαντικό και για νέες κατευθύνσεις της έρευνας προς ενδιαφέροντα που αφορούν το περιεχόμενο που αυτές οι οργανώσεις έδιναν στις κοινωνικές σχέσεις, τις έννοιες του πολίτη και της πολιτικής δράσης που επεξεργάστηκαν και τους τρόπους με τους οποίους επηρέασαν τη μεταγενέστερη ιστορία της χώρας.

Κατ’ ανάλογο τρόπο, οι πολιτικές του Δ.Σ.Ε. διαμόρφωναν νέες συλλογικές ταυτότητες, καθώς οι αγρότες και οι αγρότισσες μετατρέπονταν σε μαχητές και μαχήτριες (σ. 246). Ο Δ.Σ.Ε. παρήγαγε μια νέα υποκειμενικότητα, αυτή του πειθαρχημένου στρατιώτη της επανάστασης, που ήταν διατεθειμένος να θυσιάσει τη ζωή του για τον σκοπό. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε εξαναγκασμός στις τάξεις του. Ο τρόπος με τον οποίο οι μαχητές μιλούσαν δημόσια για την εμπειρία τους στον Δ.Σ.Ε, όπως αντίστοιχα οι εργάτες μιλούσαν «μπολσεβίκικα» την περίοδο του σταλινισμού στη Σοβιετική Ένωση, φανέρωνε ότι εξίσου σημαντική με τον εξαναγκασμό ήταν η ικανότητα ενός μηχανισμού να ορίζει ανθρώπους, να κατασκευάζει ταυτότητες, μέσα από τις οποίες αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους όσοι συμμετείχαν στις γραμμές του.

Στην ιστορία της σύγχρονης ιστοριογραφίας, καθώς έχουμε διαρρήξει ή προσπαθούμε να διαρρήξουμε τις παλαιότερες περιχαρακώσεις του «πολιτικού» από το «κοινωνικό» και επιχειρούμε να ερμηνεύσουμε ξανά τις σχέσεις μεταξύ τους, η επανασύνδεση της «κοινωνίας» και της «πολιτικής» έχει αποδειχτεί μια αρκετή περίπλοκη υπόθεση. Ο Πολυμέρης Βόγλης πετυχαίνει αυτή την επανασύνδεση πάνω σε ένα πεδίο που έχει, νομίζω, υποφέρει από τέτοιες περιχαρακώσεις και από τη λογική των «επικαθορισμών» του κοινωνικού από το πολιτικό, με την πλέον στενή έννοια του τελευταίου. Μας προσφέρει στην Αδύνατη επανάσταση τρόπους για να ξαναδούμε παλιές θεματικές και να ανοίξουμε νέα πεδία έρευνας. Αλλά προτείνει και γωνίες από τις οποίες μπορούμε να αντικρίσουμε και να καταλάβουμε τα βλέμματα που μας κοιτάνε μέσα από αυτές τις παλιές φωτογραφίες χωρίς να γυρίσουμε αλλού το κεφάλι από πίκρα, λύπη ή, έστω αμηχανία.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 26 (06.2015)