ο ύπνος

 

Από την ανέκδοτη συλλογή Τοπία ξανά

 

Δημήτρης Λεοντζάκος

 

Ύπνος είναι ο χώρος μες στον οποίον εμφανίζεται ο ύπνος. Με μικρά μαλακά νερά η λήθη του μιλά. Η λήθη μιλά. Η λήθη μιλά μόνο στον ύπνο. Σ’ αυτόν απευθύνεται. Γλιστρά και σκεπάζει με νερό τον χώρο αυτόν. Όπου αυτός την ακούει. Με κυρτά λόγια γλείφει και τον παρηγορεί, τον καθησυχάζει, με μικρές νεαρές λέξεις. Με λυτές σαν μαλλιά. Αυτόν. Τον επαίρει. Tο όνειρο του παράλυτου ύπνου: η λήθη μιλά.

Αυτό είναι ύπνος: ο χώρος. Ο παράλυτος χώρος. Όπου ο χώρος εμφανίζεται. Ο χώρος του ύπνου. Ο χώρος του ανθρώπου. Ο χώρος του ονείρου. Και ο χώρος ο ίδιος. Που εμφανίζεται ως ύπνος, ως λήθη. Ως λήθη του ανθρώπου.

Ύπνος είναι αυτός ο αναδιπλασιασμός. Ύπνος και ο χώρος όπου ο ύπνος. Λήθη και ο χώρος όπου η λήθη. Ύπνος είναι η αφανής πρόσκληση σε κάτι να αναδιπλασιαστεί. Η πρόσκληση σε κάτι να εμφανιστεί. Ύπνος είναι η διαφανής πρόσκληση σε κάτι να ’ρθει, σε κάτι να υπάρξει, σε κάτι να εμφανιστεί. Η πρόσκληση. Έλα ύπνε. Και έλα λήθη.

Αυτό το κάτι είναι, ήταν πριν απ’ την πρόσκληση εκεί. Ήταν εδώ. Είναι εδώ. Αυτό το κάτι είναι πριν απ’ τον άνθρωπο εδώ. Και αυτό το κάτι είναι ήδη μέσα στην ίδια την πρόσκληση που το προσκαλεί ήδη. Και είναι μόνο εκεί. Όχι σε εκείνο το πριν, αλλά σε αυτό το εδώ. Διότι η πρόσκληση είναι αυτό το διαφανές ον που κρύβει αυτό που προσκαλεί. Επειδή το προσκαλεί και επειδή το δείχνει. Ό,τι κι αν εμφανιστεί, όποιος κι αν το προσκαλεί, η πρόσκληση κρύβεται σ’ αυτό, σ’ αυτόν που δείχνει. Αναδιπλασιάζει απ’ το τίποτα τον εαυτό της. Αναδιπλασιάζει το τίποτα, τον εαυτό της. Αυτόν τον εαυτό που είναι απ’ το τίποτα. Και ένα τίποτα. Διάφανο ον. Ύλη από διαφανή λευκή λήθη, χιονισμένο ύπνο. Ύλη που μιλά. Ύλη ομιλίας λευκής. Που μιλά στον εαυτό της, που μιλά στον ύπνο. Πρόσκληση που μιλά για τίποτα, σε κανέναν. Που μιλά εκεί, προς τα εκεί. Μιλά στον εαυτό της. Στον εαυτό που προσκαλεί. Να έρθει. Έλα. Να ’ρθεις. Να έρθεις σαν ύπνος.

 

Πρόσκληση είναι αυτή η πύλη όπου αυτό που είναι πάντα εδώ αναστρέφεται, έρχεται δείχνοντας τη λήθη, δείχνοντας τον ύπνο. Δείχνοντας προς τα εκεί.

Ύπνος χωρίς όνειρα, διότι το όνειρο κρύβει τον ύπνο. Ύπνος με τα μάτια ορθάνοιχτα. Χωρίς ελπίδα καμιά. Ότι κάποιος ξυπνά, ότι θα ξυπνήσει. Ότι κάποιος ακούει. Ότι κάτι θα ακουστεί. Ότι κάποιος βλέπει, θα δει. Ότι κάποιος θα ’ρθει. Ας κοιμηθούν όλα αυτά. Ας κοιμηθούν στον δικό τους ύπνο.

Ύπνος σαν πύλη όπου εμφανίζεται η μορφή κανενός. Ο άγιος Σεβαστιανός (του Signorelli). Με τα βέλη του ύπνου επάνω του. Τα μαλακά, τα πάλλευκα τα βέλη των ματιών του επάνω του. Προσηλωμένα εξαντλητικά στο εξαντλημένο του, το διάτρητό του σώμα. Το σώμα ανοιχτό σαν πύλη. Για να μην έρθει κανείς. Κανείς δεν αίρεται εκεί, σ’ αυτήν την πύλη. Ούτε έρχεται. Το σώμα σαν οπή, πρωτόζωο σώμα. Με μια πρωτόζωη αφή. Με μια πρωτόγονη. Το σώμα βλέπει. Με την αφή. Το σώμα ανοιγμένο βρίσκει, ψηλαφεί, ακουμπά με μια αφή ματιών λευκών τον ύπνο. Και ακούει. Ακούει τον ύπνο.

Διότι ο ύπνος ακούγεται: ο ύχος.

Άνθρωπος είναι αυτός ο λεπτότατος ιστός εντόμου που διατρέχει αυτό που ακούγεται. Ύπνος είναι αυτός ο λεπτότατος ιστός. Ιστός ανθρώπου. Είναι η πλέξη αυτή που ονειρεύεται. Που πλέκει και συγκρατεί τον εαυτό της. Έξω, εκτός. Έξω, εκτός του εαυτού της. Ο άνθρωπος δεν είναι κυνηγός, είναι διάτρητος. Διάτρητος ύπνου. Που σκεπάζει με ιστό ανθρώπου, με το κολλώδες αυτό διαφανές σάλιο ύπνου, τις θεόρατες πύλες, τα διάτρητα τείχη του λευκού σώματός του.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 14 (06.2014)