Ενάντια στο φυλετικό ρίσκο

 

Ιθαγένεια: Ο κρίσιμος μάγειρας της πολιτικής κοινότητας

 

Δημήτρης Χριστόπουλος

 

Διερωτώνται –καλόπιστα και κακοπροαίρετα– πολύς κόσμος: «Γιατί η ιθαγένεια; Τι είναι αυτό που την καθιστά τόσο σημαντική ώστε να ασχολούμαστε τόσο εμφατικά μαζί της;». Η απάντηση που θα δώσουμε εισαγωγικά εδώ είναι ένας υπαινιγμός υπό τη μορφή ερωτήματος: Γιατί ο αντίπαλος, η λαϊκή Δεξιά ή οι διάφορες παραλλαγές της Ακροδεξιάς (από την αγοραία λαϊκιστική εκδοχή ώς τον νεοναζισμό) ασχολούνται τόσο μαζί της; Τι είναι αυτό που οξύνει σε τέτοιο βαθμό τα αντανακλαστικά αυτού του ευρύτατου πολιτικού φάσματος; Η διαμάχη για την ιθαγένεια φαίνεται να δημιουργεί μια συσπείρωση που εύκολα υπερπηδά τις υπόλοιπες τομές –με πρώτη και καλύτερη αυτήν του μνημονίου– συγκροτώντας εκ πρώτης όψεως ανίερες συμμαχίες μεταξύ γηραιών δικαστών και νέων ναζιστών. Τι άλλο μπορεί να πει κανείς για το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή ήταν το πρώτο κόμμα που χαιρέτισε με πανηγυρικό τρόπο την απόφαση 460/2013; Μήπως αυτό θα έπρεπε να προβληματίσει κάποιους της πλειοψηφίας του Συμβουλίου της Επικρατείας που είναι μεν δεξιοί αλλά όχι ναζιστές;

Ένα μείζον πολιτικό και ιδεολογικό συνεχές, παρά την ταξική και κοινωνική του ετερογένεια και ιδεολογικές αφετηρίες, θεώρησε υπαρξιακή ήττα –την πρώτη, μετά από συνεχείς νίκες του ελληνικού εθνικισμού– την υιοθέτηση του νόμου 3838 τον Μάρτιο του 2010. Την ήττα αυτή δεν μπόρεσε να τη χωνέψει ούτε να την ξεχάσει. Έτσι, ήρθε η απόφαση 460/213. Η απόφαση αυτή επιχειρεί διά της δικαστικής οδού να παλινορθώσει τον ελληνικό εθνοφυλετισμό ο οποίος υπέστη ζημιά με την εν λόγω νομοθεσία. Σε βάθος χρόνου βέβαια, δεν θα μπορέσει να εμποδίσει τη ροή των πραγμάτων: τα δικαστήρια δεν μπορούν να σταματήσουν τον χρόνο όσο και να το επιθυμούν. Ωστόσο, η προσπάθειά του Σ.τ.Ε. επιφέρει καίριο χτύπημα στη ζωή μιας γενιάς παιδιών που ζουν στην Ελλάδα και για τον λόγο αυτό είναι επιπροσθέτως προβληματική.

Ας σκεφτούμε λοιπόν: τι είναι αυτό που πριν από μια δεκαετία φάνηκε να εμβολίζει τον ίδιο πολιτικό χώρο με την υπόθεση Τσενάι σε αντίθεση με τώρα; Να θυμίσουμε πως με την αφορμή του Αλβανού μαθητή που αρίστευσε, ο τότε νομάρχης Θεσσαλονίκης (ιδιωματικός μεν, της Ν.Δ. δε) δήλωσε πως «Έλληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι», ενώ ο (επίσης προερχόμενος από τον χώρο της παραδοσιακής Δεξιάς) Πρόεδρος της Δημοκρατίας δήλωσε πως «Έλληνες είναι οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες». Γιατί το 2013, το Συμβούλιο της Επικρατείας διάλεξε Παναγιώτη Ψωμιάδη και όχι Κωστή Στεφανόπουλο, όπως κάποιοι μπορεί να περίμεναν (ή όπως πιθανώς όντως να έκανε) δέκα χρόνια πριν;

Προκειμένου να κατανοήσουμε την ως άνω συγκυρία, χρειάζεται να δούμε τι διακυβεύεται με την ιθαγένεια στα κρίσιμα πεδία, ιδεολογικό και κοινωνικό. Ποιο είναι, με άλλα λόγια, το «φυλετικό ρίσκο» στην Ελλάδα της κρίσης.

 

 

Πολιτικό vs φυλετικό έθνος

 

Η ιδιότητα του πολίτη έχει στρατηγικά χαρακτηριστικά ταυτοποίησης του συλλογικού υποκειμένου που λέγεται «λαός». Είναι κάτι σαν τον κρίσιμο «μάγειρα» της πολιτικής κοινότητας. Εισάγοντας νέους ή αλλάζοντας τους υπάρχοντες τρόπους κτήσης ή αφαίρεσης ιθαγένειας δείχνει το πώς θέλει η πολιτική κοινότητα να βλέπει το είδωλό της. Δεν θέλει αντιφρονούντες; Εισάγει τρόπους αφαίρεσης ιθαγένειας από «εσωτερικούς εχθρούς» ή «προδότες». Θέλει ομογενείς; Εισάγει τρόπους κτήσης για αλλοδαπούς, ακόμη και αν δε μένουν στην Ελλάδα, εφόσον αποδείξουν ότι «είναι» Έλληνες. Θέλει να αποφύγει το ενδεχόμενο οι μετανάστες να γίνουν πολίτες; Δεν αφήνει περιθώρια για τρόπους κτήσης ιθαγένειας που παραπέμπουν στο δίκαιο του εδάφους. Εκτιμά πως η αποδημία φέρνει εθνική λήθη; Δεν αφήνει τους απόδημους να έχουν πρόσβαση στην ιθαγένεια των παππούδων τους. Και πάει λέγοντας… Το δίκαιο της ιθαγένειας λοιπόν λειτουργεί ως ένα κανονιστικό είδωλο εξιδανίκευσης: προσπαθεί να δημιουργήσει αυτό που η πολιτική κοινότητα επιθυμεί να είναι, εισάγοντάς το στον χώρο του κανόνα. Έτσι η υπαρξιακή επιθυμία καθίσταται δέον γενέσθαι. Για τον λόγο αυτό, το δίκαιο της ιθαγένειας όχι απλώς αποτελεί το πεδίο διαμάχης μεταξύ ιδεολογικών αντιπάλων, αλλά συγκροτεί περαιτέρω καθεαυτό το πεδίο της μάχης και στρατόπεδα με εξαιρετική αντοχή στον χρόνο. Η τομή στην ιδιότητα του πολίτη διαπερνά τις πιο εφήμερες διαφοροποιήσεις που σχετίζονται με εξόχως κρίσιμα ζητήματα της πολιτικής συγκυρίας. Έτσι συμβαίνει, λόγου χάρη, σήμερα με τη μετανάστευση και τα μνημόνια. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και η Ν.Δ. είχαν περίπου την ίδια μεταναστευτική πολιτική, ωστόσο στο θέμα της ιθαγένειας διαφώνησαν. Η Ν.Δ., οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Χρυσή Αυγή διαφωνούν στα του μνημονίου, αλλά σχηματίζουν μέτωπο στην ιθαγένεια.

Με δυο λόγια, η διαμάχη για την ιδιότητα του πολίτη είναι κατεξοχήν πυρήνας πολιτικής διακύβευσης και, σαν τέτοιος, ξεπερνάει το ζήτημα της διαχείρισης του μεταναστευτικού, όπως εσφαλμένα το συνδέει μεγάλο κομμάτι της Δεξιάς και της Αριστεράς. Η συζήτηση για την ιδιότητα του πολίτη δεν αφορά το μεταναστευτικό: επανέρχεται δι’ αυτού. Πριν από πενήντα χρόνια το ζήτημα «ελληνική ιθαγένεια» αφορούσε κομμουνιστές, και πριν από τριάντα μειονοτικούς της Θράκης. Αυτή την κρίσιμη διαμάχη δεν βλέπω πώς είναι δυνατό να την υποβαθμίσει κανείς. Είναι η διαμάχη μεταξύ «πολιτικού» και «φυλετικού» έθνους ενώπιον της οποίας δεν νοείται ουδετερότητα. Οι στρατηγικές επιλογές της ιδιότητας του πολίτη μάς «αποκαλύπτουν».

Η Αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι με το πολιτικό έθνος, το έθνος δηλαδή ως κοινότητα αλληλεγγύης των ανθρώπων που ζουν, εργάζονται ευτυχούν και υποφέρουν μαζί διότι έχουν κοινές βιοτικές σχέσεις κατοικώντας σε μια χώρα. Έθνος μπορεί να είναι η κοινότητα που χτίζει το μέλλον της ανεξαρτήτως της καταγωγής των ανθρώπων της. Σε αυτή τη διαμάχη με τον φυλετισμό, ακόμη και ο πιο φανατικός πολέμιος των εθνικισμών οφείλει να έχει θέση ενάντια στο έθνος ως κοινότητας αίματος. Αντίστροφα, περίπου δέκα χρόνια πριν ο δεξιός Πρόεδρος της Δημοκρατίας πήρε θέση ενάντια στον φυλετισμό. Έτσι λογικά μέσα στον χώρο της «συντηρητικής παράταξης», όλο και κάποιοι πρέπει να βρεθούν για να φωνάξουν σώζοντας την τιμή της ελληνικής Δεξιάς και παλεύοντας να τη γλιτώσουν από το ολοκληρωτικό ολίσθημα στο φυλετικό ρίσκο. Προς το παρόν, αναμένουμε.

Βλέπω να έρχεται η ορθή ερώτηση: Μια «ανοιχτή» κοινωνία γιατί να είναι μια δίκαιη κοινωνία; Απαντώ: Ασφαλώς και δεν έχει κανένα λόγο να είναι δίκαιη επειδή είναι ανοιχτή. Μια «κλειστή» κοινωνία πάντως δεν έχει ελπίδες να είναι δίκαιη.

 

σελ. 1 (από: 2) ΧΡΟΝΟΣ 01 (05.2013) < προηγ. άρθρο     |     επόμ. σελίδα >