TINA Κάνουμε;

 

Δημήτρης Χριστόπουλος

 

Στις 8 Οκτωβρίου 2015, τα «Ενθέματα» της Κυριακάτικης Αυγής διοργάνωσαν εκδήλωση στην Αθήνα με τον τίτλο «ΤΙΝΑ κάνουμε; Λόγοι και αντίλογοι στην μ.Μ. εποχή». Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε πάνω στις εξής ερωτήσεις που οι ομιλητές (Μ. Καλαντζοπούλου, Κ. Καρπόζηλος, Ν. Γιαννόπουλος, Χ. Κωνσταντάτος και ο υπογράφων) είχαν λάβει εκ των προτέρων από τον επιμελητή των «Ενθεμάτων», τον Στρατή Μπουρνάζο, τον οποίο ευχαριστώ για τις παρατηρήσεις του. 

1. Τι (μας) συνέβη; Απολογισμός του επταμήνου της κυβέρνησης της Αριστεράς. Ποια είναι η μεγαλύτερη επιτυχία και η ποια η μεγαλύτερη αποτυχία της κυβέρνησης; Γενικότερα, πώς αποτιμάτε το επτάμηνο αυτό;

2. Τι να κάνουμε; Οι προοπτικές. Ποια θεωρείτε ότι είναι τα άμεσα «καθήκοντα» τους επόμενους μήνες για την κυβέρνηση αλλά και για την Αριστερά;

3. Με ποια μέσα; Με δεδομένη την κρίση των κλασικών μορφών κινητοποίησης-διεκδίκησης, στράτευσης και ένταξης, αλλά και γενικότερα του μοντέλου πολιτικοποίησης, ποιους νέους τρόπους και μέσα δράσης μπορούμε να αναζητήσουμε; Ποιες δράσεις μπορούν να κινητοποιούν και εκτός του στενά πολιτικού;

Στο παρόν κείμενο αποτυπώνονται επεξεργασμένες οι απαντήσεις μου. Στο επεξεργασμένο κείμενο κρατήθηκε ως ένα βαθμό η προφορικότητα του λόγου. 

 

Η επιτυχία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, μια εδραιωμένη δημοκρατία

Η μεγαλύτερη επιτυχία της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ –με τους Αν.Έλλ., δυστυχώς– είναι ότι υπήρξε. Το ότι στα δύσκολα χρόνια της πολιτικής πόλωσης, που επεξέτειναν η κρίση και τα μνημόνια στην Ελλάδα, το ελληνικό πολίτευμα και η κοινωνία του τόπου αυτού έδωσαν την κυβέρνηση στην Αριστερά χωρίς ν’ ανοίξει ρουθούνι. Η οργή, η απόγνωση και η οδύνη του ελληνικού λαού διοχετεύθηκε χωρίς μεγάλες εντάσεις, και έτσι η υπόθεση «κυβέρνηση της Αριστεράς», και μάλιστα για πρώτη φορά ριζοσπαστική Αριστερά σε ευρωπαϊκή κυβέρνηση, απομυθοποιήθηκε. Πλέον σήμερα όλοι –φίλοι και αντίπαλοί της– βιώνουν, ανακουφισμένοι, θλιμμένοι ή αγανακτισμένοι, την απομάγευσή της. Για μια κοινωνία που κουβαλάει τα φορτία της διαίρεσης που χρεώνεται η ελληνική ιστορία του 20ού αιώνα, το ότι όλα έγιναν by the book –ακόμη και στις κρίσιμες μέρες στα τέλη Ιουνίου-αρχές Ιουλίου 2015– είναι άξιο μνείας. 

Στην Ελλάδα, τα πέντε τελευταία χρόνια, η ένταση του πολιτικού (δια)λόγου οξύνθηκε, παρέες χωρίσανε, φιλίες τελείωσαν μεταξύ «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών», αλλά ως εκεί. Αυτό μπορεί εσχάτως να πιστωθεί και στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, το οποίο, παρά τις εξόφθαλμες παθογένειές του, στα δύσκολα έδειξε μια κάποια ωριμότητα. Αν μη τι άλλο, αυτό το πιστώνονται όλοι: τόσο η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και ο μεταβατικός –μέχρι νεωτέρας– πρόεδρος της ΝΔ και η νέα πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Η κατάσταση αυτή μαρτυρά ένα εδραιωμένο δημοκρατικό πολίτευμα το οποίο, παρά τις εγγενείς αδυναμίες του και τους εντεινόμενους εκφυλισμούς του τα τελευταία χρόνια, καταφέρνει και δίνει θεσμικές και έλλογες διεξόδους στα οξεία προβλήματα που ζορίζουν την κοινωνία μας. Εξάλλου, πέντε εκλογικές αναμετρήσεις σε δεκαπέντε μήνες δεν είναι και λίγο… 

Ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, «έπρεπε» να γίνει κυβέρνηση. Ο πολιτικός χρόνος όφειλε να καταναλωθεί και η ιστορία να κάνει τον κύκλο της. Ως τον Γενάρη 2015, ο χρόνος αυτός κυλούσε ανέφελα υπέρ του, ενώ έκτοτε, επώδυνα εναντίον του. Αυτά λοιπόν –μέσα στην αμφισημία τους– είναι ομαλά και ευχάριστα πράγματα για την χώρα. Ας σκεφτούμε μόνο τι δρόμους θα μπορούσε να βρει η λαϊκή οργή στην Ελλάδα αν υποθέσουμε ότι δεν θα είχαμε τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση… Τι θα γινόταν με τον ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση σήμερα που υλοποιείται το τρίτο Μνημόνιο… Tο γεγονός ότι η Ελλάδα βίωσε μια δραστική μετάβαση, όπως την βίωσε στο πεδίο των πολιτικών συγκλίσεων χωρίς βία, παρά το κοινωνικό αδιέξοδο, είναι, αν μη τι άλλο, εμφατικά κρίσιμο

Δυστυχώς, όμως, τα προηγούμενα διαβάζονται κι αλλιώς: από τη δική της πλευρά, η ίδια η κυβέρνηση δεν προχώρησε σε τομές, και αυτό ήταν στρατηγική της. Αν είχε προχωρήσει σε τέτοιες (από «σύγκρουση με τα συμφέροντα», μια νέα αντίληψη εξωτερικής πολιτικής στο Μακεδονικό π.χ., μέχρι βήματα για την απεξάρτηση κράτους-Εκκλησίας, έναντι πολλών άλλων), τότε και κλυδωνισμούς θα είχαμε και, αν η κυβέρνηση άντεχε, ο έπαινος θα είχε μεγαλύτερη σημασία. 

 

Η αποτυχία: λάθος concept και διαχειριστικές ανεπάρκειες

Η έκβαση των διαπραγματεύσεων και η υπογραφή της συμφωνίας με τις τράπεζες κλειστές εξ αντικειμένου σκιάζει τις όποιες επιμέρους επιτυχίες της διακυβέρνησης. Το επτάμηνο της πρώτης διακυβέρνησης είχε μικρά γεγονότα, αλλά ένα ήταν το γεγονός της. Η ίδια η διαπραγμάτευση σε συνθήκες δημοσιονομικής ασφυξίας αποτέλεσε συνολική τροχοπέδη, ως και ακύρωση της καθαυτήν εκτελεστικής εξουσίας, δηλαδή της ικανότητας μετασχηματισμού των πολιτικών στρατηγικών σε αλλαγές δημόσιων πολιτικών. Εδώ λοιπόν διακρίνουμε τρία επιμέρους πεδία. 

α. Η προηγούμενη κυβέρνηση είχε λάθος concept σχετικά με τα επίδικα της διαπραγμάτευσης. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ νόμιζε πως η παράταση της μη διευθέτησης του ελληνικού ζητήματος θα δημιουργούσε τριγμούς που η ΕΕ δεν θα μπορούσε να σηκώσει και, επομένως, θα προέτρεχε να κλείσει τη συμφωνία με την Ελλάδα για να γλιτώσει. Αυτή η αυταπάτη ήταν προϊόν μιας ιδεαλιστικής, κατ’ ουσίαν νεοκαντιανής θεώρησης των διεθνών σχέσεων, που εδράζεται σε δύο θεμέλια. Το πρώτο είναι πως υπάρχει ένα υπερβατολογικό δίκαιο το οποίο, επειδή είναι τέτοιο, νικάει την αδικία και την ισχύ, και το δεύτερο είναι πως ο χώρος της πολιτικής δεν είναι χώρος αντιθέσεων που αντιπροσωπεύουν συμφέροντα και ανάγκες, αλλά μια κοινότητα δίκαιων και άδικων, σωστών ή λάθος πρακτικών, στις οποίες οι ηγέτες προσφεύγουν κατά το δοκούν. 

Η μη στέρεα ιδεολογικοπολιτική συγκρότηση της ηγετικής ομάδας την ώθησε στο να υιοθετήσει άκριτα το παραπάνω σχήμα κατανόησης της πραγματικότητας που προωθούσε ο πρώην υπουργός Οικονομικών, και το Μνημόνιο ήρθε πιο επώδυνο απ’ όσο το περιμέναμε, αυτοί που το περιμέναμε. Φαντάζομαι πώς ήρθε σε αυτούς που δεν το περίμεναν... 

β. Η πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αποδείχθηκε απαράσκευη και, εντέλει, ουσιωδώς απρόθυμη για την υλοποίηση σειράς ώριμων αλλαγών σε όλο το φάσμα των δημόσιων πολιτικών. Όλα κρεμάστηκαν και ετεροκαθορίστηκαν από τις διαπραγματεύσεις χωρίς την πρόθεση να ανοίξουν μέτωπα, τα οποία εκτιμήθηκε ότι αδυνατίζουν την κυβερνητική δημοφιλία και τη συμμαχία με τα συντηρητικά κοινωνικά στρώματα. 

γ. Τελευταίο, μα όχι έσχατο, η διαχειριστική ανεπάρκεια στα πλείστα πεδία άσκησης δημόσιων πολιτικών. Αυτό μάλιστα επικάθεται στο γεγονός ότι η κυβέρνηση του Γενάρη 2015 υποβάθμισε το ότι η χώρα, ήδη από το 2014, είχε αρχίσει να μπαίνει σε μια φάση που είχε υιοθετήσει την κρίση ως κανονικότητα, την κρίση ως καθεστώς, όχι δηλαδή ως κάτι εξαιρετικό, αλλά ως ρουτίνα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η έλευσή της χάλασε αυτήν τη «ρουτίνα», και έτσι η κρίση απέκτησε πάλι εξαιρετικά χαρακτηριστικά, χωρίς αυτό να μπορέσει να αντιμετωπιστεί. Καμία χώρα δεν ήταν δυνατόν να διοικηθεί υπό το καθεστώς του μαρτυρίου της σταγόνας. Όσο όμως αυτό ισχύει, άλλο τόσο επιβεβαιώθηκαν επίσης αυτοί που, με σαρκασμό ή αμηχανία, έλεγαν πως οι πολιτικές δεξιότητες που ιστορικά έχει αναπτύξει η Αριστερά στην Ελλάδα δεν παραπέμπουν στην ικανότητά της να κυβερνά.Η ανεπάρκεια αυτή δεν είναι μόνο προϊόν εξατομικευμένων επιλογών (είναι και τέτοιο, με δεδομένο ότι ελάχιστη φαιά ουσία έχει καταναλωθεί σε αριστερά μυαλά για το πώς θα διοικηθεί ο τόπος), αλλά και μιας στρατηγικής επιλογής που αφενός δίσταζε να εισαγάγει ένα μοντέλο διακυβέρνησης με συμμαχίες από τα κάτω, την ίδια στιγμή που αδυνατούσε να ακολουθήσει ένα κλασικό βεμπεριανό μοντέλο κρατικού εξορθολογισμού. Δυστυχώς, με μερικές εξαιρέσεις, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ούτε «δεξιό» εκσυγχρονισμό μπόρεσε να υλοποιήσει, ούτε νέες μορφές συλλογικής οργάνωσης και κοινωνικών δράσεων κατάφερε να εισαγάγει στην κεντρική πολιτική. 

 

Μετά το τραύμα: οι προοπτικές και τα «καθήκοντα» εντός Μνημονίου

Όντως σήμερα στην Αριστερά βιώνεται μια βαριά μετατραυματική κατάσταση. Η αντιμνημονιακή στρατηγική βρίσκεται με σπασμένο το λαιμό στα αποδυτήρια και η ανάρρωση δεν προβλέπεται να είναι εύκολη και γρήγορη. Το να επιχειρήσει να ξαναβγεί να πολεμήσει –σαν να μην έγινε τίποτε, σαν να βρισκόμαστε στον Γενάρη του 2015– είναι ανεδαφικό και καταστροφικό. Το χειρότερο που μπορεί να κάνει κανείς είναι να μην αναγνωρίζει την ήττα του και να συνεχίζει τον αγώνα, μόνο για να έχει καθαρή την συνείδησή του. Διότι αυτό μπορεί πλέον να αποβεί ακόμη πιο καταστροφικό. Η αναγνώριση της ήττας είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει στην υιοθέτηση του λόγου του ευρωπαϊκού κατεστημένου ως μονόδρομου. Είναι όντως οι ματαιώσεις και οι ήττες του αριστερού κινήματος στην Ευρώπη που έχουν οδηγήσει στην ενσωμάτωση ενός μεγάλου τμήματος του προσωπικού της Αριστεράς στις mainstream αφηγήσεις του ευρωπαϊκού κατεστημένου και στο συμβιβασμό με αυτές. Όμως είναι ένα πράγμα να συμβιβαστείς με τη στρατηγική του αντιπάλου διότι ηττήθηκες, κι άλλο να την υιοθετήσεις, και μάλιστα ως νεοφώτιστος φανατικός, όπως συχνά συμβαίνει με τους «πρώην». Για το λόγο αυτόν, έχει μεγάλη σημασία να μην ξεχνάμε πως τίποτε δεν έχει αλλάξει ως προς τις κοινωνικά ολέθριες επιπτώσεις των μνημονίων, συμπεριλαμβανομένου και του τελευταίου, συσσωρευμένο στα προηγούμενα. Και αυτό ούτε μπορεί ούτε πρέπει να κρύβεται. 

Με δεδομένες τις συντριπτικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί από το δημοψήφισμα και ύστερα, ο μονοσήμαντα αντιμνημονιακός αγώνας οδηγεί με συνοπτικές διαδικασίες στο τέλος της αναμέτρησης με την έξοδο της χώρας από το ευρώ: τότε όμως είναι που θα δούμε την πραγματική ανθρωπιστική καταστροφή… Γι’ αυτό, μου φαίνεται προτιμότερο να λερώσουμε την αριστερή μας συνείδηση παρά να οδηγήσουμε έναν ευρωπαϊκό λαό το 2015 στην πείνα. Επίσης, δεν πιστεύω γενικώς ότι η έξοδος από το ευρώ είναι μια ανίερη σκέψη, αλλά ότι αυτό σήμερα, στην κατάσταση που βρίσκεται η χώρα, είναι μακράν η πιο καταστροφική προοπτική για τους φτωχούς και τους ανίσχυρους. Για το λόγο αυτόν, πραγματικά απορώ με τη ανευθυνότητα αυτών που με ευκολία την περιφέρουν. 

Από τη στιγμή που η αντιμνημονιακή στρατηγική μετωπικά ηττήθηκε, λόγω του ότι εν πολλοίς δεν θα μπορούσε να νικήσει τον αγώνα με νοκ άουτ –παρά να πάρει μερικά σημεία–, σήμερα η εφαρμογή της συμφωνίας είναι δυστυχώς η μόνη ρεαλιστική παραδοχή. Εφεξής παλεύουμε για τα σημεία. Αρκετά από τα υπόλοιπα τα θεωρώ έναν ανέφελο κινηματισμό ο οποίος ευχάριστα αμβλύνει τα αδιέξοδα της ψυχής μας, οξύνει όμως τα αδιέξοδα της πραγματικότητας. Πολύς κόσμος ως και το μνημόνιο είναι διατεθειμένος να καταπιεί –εδώ που φτάσαμε–, παρά τη σκληρότητά του και την ταξική του μεροληψία. Αυτό που δεν μπορεί όμως να καταπιεί είναι τα χοντροειδή ψέματα, τους τακτικισμούς και την ανικανότητα διοίκησης. Σε αυτόν τον κόσμο ανήκει ο γράφων. 

Για το λόγο αυτόν, σε αυτήν τη φάση (επιμένω σε αυτό, δεν μιλάμε γενικά κι αορίστως), η απεμπλοκή από το Μνημόνιο έχει ως προϋπόθεση την προσπάθεια υλοποίησής του, σοβαρής και τεκμηριωμένης δουλειάς για την ανάδειξη των δομικών αδιεξόδων ενώπιον των οποίων φέρνει την κοινωνία και την άμβλυνση της κοινωνικής οδύνης που προκαλεί. Έτσι πιθανώς να μπορεί η χώρα να διεκδικήσει μια καλύτερη διευθέτηση στα του χρέους της και ό,τι έπεται αυτό. 

Σε κάθε περίπτωση πάντως, από τον τροχό της διαχείρισης του Μνημονίου δεν είναι δυνατόν να γλιτώσει ο ΣΥΡΙΖΑ, και υπό την έννοια αυτή η παρούσα σύνθεση της κυβέρνησης είναι μια πολιτικά έντιμη διέξοδος, όσο και να προκαλούν αλλεργία στους έλληνες Αριστερούς τα σαλαμίνια μυστήρια του προέδρου των Αν.Ελλ. Δυστυχώς, όμως, αυτοί είμαστε. Η ευκολία με την οποία συγκροτήθηκε η δεύτερη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-Αν.Έλλ. τον Σεπτέμβριο 2015 είναι ένδειξη μιας δομικής προδιάθεσης σύγκλισης και όχι ευκαιριακής συνεύρεσης. Παρά το ότι ενόχλησε, η επιλογή της συγκυβέρνησης, ήδη από τον Γενάρη του 2015, έγινε εντέλει αποδεκτή από ένα μείζον τμήμα της ελληνικής Αριστεράς, υποβαθμίζοντας τους σοβαρούς πολιτικούς και ιδεολογικούς κινδύνους που μια τέτοια συνεργασία εγκυμονούσε. Η «αντιμνημονιακή» σπουδή απώθησε την τομή Δεξιά – Αριστερά, όπως σήμερα το ίδιο κάνει η ανάγκη να εφαρμοστεί το Μνημόνιο. Στο σημείο αυτό και ο γράφων κάνει την αυτοκριτική του, διότι με περισσή ευκολία συμβιβαστήκαμε με μια υπαρξιακά αχώνευτη συνεργασία, που κάτι όμως δείχνει: το πρόβλημά μας δεν είναι οι κακοτεχνίες και οι λάθος επιλογές μας. Το πρόβλημα είναι δομικό: είναι στο σασί –ας μου επιτραπεί– της ελληνικής Αριστεράς, η οποία στα κρίσιμα δείχνει να μοιράζεται τις κατεστημένες ιδεολογικά αφηγήσεις. 

Εν κατακλείδι, καλύτερα να λες κάτι λίγο, που μπορεί να βρει μια χαραμάδα να μεγαλώσει στα άγονα μνημονιακά χωράφια, εφόσον το δουλέψεις τεκμηριωμένα και σοβαρά, παρά κάτι άλλο, που απλώς θυμίζει την ευκολία με την οποία στα αριστερά καφενεία πάντα εύκολα βρίσκουμε να πούμε τι να κάνουμε, και όταν έρθει η στιγμή να το κάνουμε λέμε πως δεν είναι ο καιρός του, διότι «υπάρχουν άλλες προτεραιότητες». Τίποτε δεν εμποδίζει την όποια κυβέρνηση και να στελεχώσει τα σχολεία έγκαιρα και συνάμα να καταργήσει την εκάστοτε εγκύκλιο Λοβέρδου για την απαλλαγή των παιδιών από τα θρησκευτικά, ενώπιον της οποίας η μάχη των ταυτοτήτων που ξεκίνησε η κυβέρνηση Σημίτη το 2000 δείχνει, και είναι, σεισμός. Αλλά, τελικά, αυτό που συμβαίνει τόσα χρόνια στην Ελλάδα –και η Αριστερά, δυστυχώς, δεν κατάφερε να αποτελέσει εξαίρεση– είναι πως όταν κάποιος λέει ότι «δεν είναι καιρός γι’ αυτό, διότι επείγουν άλλα», μάλλον δεν βρίσκει χρόνο για τίποτε. 

 

Μεταξύ ενός κακού κυβερνητισμού κι ενός ανέφελου κινηματισμού

Η υπαρξιακή αμηχανία της Αριστεράς ενώπιον του μνημονιακού μονόδρομου είναι ιδιαιτέρως επώδυνη για ένα κόμμα που συγκροτήθηκε μονοσήμαντα και σχεδόν δεκαπλασίασε τις δυνάμεις του πάνω στον νέτο αντιμνημονιακό λόγο. Η εκκωφαντική κατάρρευση του αντι-μνημονίου ανέδειξε με τον πιο επώδυνο τρόπο τη γύμνια στα άλλα πεδία. Αυτό όμως είναι ακόμη πιο επώδυνο. Δεν υπαινίσσομαι πως η τομή «μνημόνιο – αντιμνημόνιο» δεν είναι κυρίαρχη. Είναι. Λέω όμως –και πάντα έλεγα από το 2010– ότι δεν είναι η μόνη. Κάποιες «μικρές νίκες» στις άλλες αντιθέσεις δεν ακυρώνουν το μνημόνιο. Μας φέρνουν όμως σε καλύτερη θέση άμυνας. Για το λόγο αυτόν, οφείλουμε να είμαστε ανοιχτοί σε οποιαδήποτε πρόταση φέρνει κάτι φρέσκο: σε επίπεδο συλλογικοτήτων στο χώρο εργασίας, εστιών που θα παράγουν πολιτική σκέψη και δράση που θα λέει κάτι πρωτότυπο, χωρίς αναμασήματα, σε όλα τα επιμέρους μέτωπα και στο κυρίαρχο. Αυτό είναι εξόχως κρίσιμο: να βάζεις την πολιτική θεματολογία είτε βρίσκοντας τον αντίπαλο στον ύπνο είτε μετατοπίζοντας τη μάχη των ιδεών στο δικό σου γήπεδο. 

Αυτό κάναμε από το 2008 στην Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου με το θέμα της ιθαγένειας. Με δουλειά, σοβαρότητα και τεκμηρίωση, παλέψαμε γι’ αυτή την αλλαγή και κάτι καταφέραμε. Να πω με την ευκαιρία ότι, τότε, πολλοί από το χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς με θυμηδία αντιμετώπιζαν τη σπουδή μας για την ιθαγένεια, είτε γιατί η ιδιότητα του πολίτη είναι ένα «δικαίωμα πολυτελείας» είτε γιατί «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα». Σήμερα, η ιστορία τα έφερε ώστε η αλλαγή του Κώδικα Ιθαγένειας, στην κατεύθυνση που βάλαμε τότε, να θεωρείται απ’ όλους στην Αριστερά ως ένα από τα θεσμικά επιτεύγματα της τελευταίας πενταετίας που πιστώνεται η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (παρά τους) - Αν.Έλλ., αλλά, να θυμίσω, και η κυβέρνηση Παπανδρέου το 2010. 

Σε μια σειρά δημόσιες πολιτικές, από την παιδεία ως τη μετανάστευση και από την τοπική αυτοδιοίκηση ως τις ανεξάρτητες αρχές, πιστεύω πως συνεχίζει να υπάρχει ζωτικός χώρος για μια πολιτική με αριστερό πρόσημο που θα παλεύει για τα δικαιώματα. Ωστόσο, ας μην γελιόμαστε: το μνημόνιο είναι μια αρνητική συνθήκη, ένα υπαρξιακό εμπόδιο σε αυτή την κατεύθυνση. Η εγκόλπωση της μνημονιακής ατζέντας είναι μάλλον αναπόφευκτο ότι θα οδηγήσει σε μια ολοκληρωτική μετάλλαξη ενός τμήματος της Αριστεράς, η οποία, στην προσπάθειά της να διοικήσει τον τόπο υπό τις συνθήκες αυτές, θα εθιστεί στον κυβερνητικό μιθριδατισμό. Έτσι, θα δικαιωθούν αυτοί που χρόνια τώρα λένε πως όσα δεν πιάνει η δεξιά αλεπού δεν τα κάνει κρεμαστάρια: τα πιάνει η αριστερή. Υπονοώ δηλαδή –κάτι το οποίο έχουμε ξαναδεί στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’80– ότι μια ριζοσπαστική διακυβέρνηση είναι και η μόνη που μπορεί να διευθετήσει κρίσιμα πολιτικά επίδικα σε συντηρητικές κατευθύνσεις. Αυτά τα πιθανότατα ενδεχόμενα θα οδηγήσουν ένα άλλο κομμάτι της Αριστεράς που ήλπισε κάτι τους τελευταίους μήνες, στη μονοσήμαντη συνταγή της αντίστασης και της κινητοποίησης. Κάπως έτσι θα επιστρέψουμε από κει που ξεκινήσαμε: οι μεν πιστά στην διαχείριση, οι δε τυφλά στην αντίσταση: «τι είχες Γιάννη μου, τι είχα πάντα»... 

Αν με κάτι καλό μπορούμε να κλείσουμε, είναι ότι ανάμεσα στα αδιέξοδα ενός κακού κυβερνητισμού –σαν κι αυτόν που ζήσαμε– και ενός ανέφελου κινηματισμού –σαν κι αυτόν που χρόνια γνωρίζουμε– ανοίγεται μια ρωγμή, που έχουμε ελπίδες να την κάνουμε να μεγαλώσει. Μιλάω για αυτήν τη ρωγμή από τη σκοπιά του πολιτικού και ιδεολογικού χώρου που είναι με τον ανίσχυρο, όχι όμως για να τον χαϊδεύει, ούτε για να τον παρηγορεί. Μιλάω από την πλευρά της διάκρισης των καλώς νοούμενων δικαιωμάτων από τα κακώς νοούμενα κεκτημένα. Από τη σκοπιά που εναντιώνεται στον ισχυρό όχι επειδή ο ανίσχυρος «έχει πάντα δίκιο», αλλά επειδή μια κοινωνία ισχυρών και ανίσχυρων είναι μια κοινωνία άνισων. Σε αυτό a priori ελπίζουμε. 

Σε τελευταία ανάλυση, η ειλικρίνεια είναι πολιτική αρετή.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 30 (10.2015)