μια υπέροχη νεαρή με έλλειψη αυτοπεποίθησης…

 

Με το μυθιστόρημά του ζωή μεθόρια ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης
ανασυστήνει τη δεκαετία του ’80, ως κέντρο και μεταίχμιο
στην πορεία της σύγχρονης Ελλάδας

Δημήτρης Αθηνάκης

 

Εξαρχής και ορθά κοφτά: η ζωή μεθόρια (Πατάκης, 2015) είναι το πιο ολοκληρωμένο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη ως τώρα· δεν ξέρω αν είναι το καλύτερό του, δεν με απασχολεί καθόλου μετά την ανάγνωση του πρόσφατου μυθιστορήματός του. Όλος ο Γρηγοριάδης που μάθαμε, διαβάζοντας, σε ένα μυθιστόρημα, όπου η εναλλαγή των αφηγηματικών προσώπων σημαίνει τη ρήξη στην αφηγηματική ενότητα, στη ρήξη με το πληκτικό συνεχές μπλα μπλα. Μυθιστόρημα-σταθμός.

Και τι εννοώ «σταθμός»; Εννοώ εκείνους τους σταθμούς των τρένων, από την Αθήνα ώς τα Δίκαια του Έβρου, που είναι όλοι τους τόσο ίδιοι, όπως λέει και η Ζωή στο βιβλίο, που τελικά προσφέρουν γενναιόδωρα την ομοιότητά τους ως θαυμάσια οικειότητα.

Η «οικειότητα» είναι μία λέξη-κλειδί για το μυθιστόρημα του Γρηγοριάδη. Οικειότητα σε δύο επίπεδα: το πρώτο, όσον αφορά τον συγγραφέα: ο πολιτικός λόγος του, οι κοινωνικές και μειονοτικές του ευαισθησίες, το τραγικό του στοιχείο, το τέλμα των ηρώων, που ο Γρηγοριάδης τους φέρεται πάντα δίκαια και καλοσυνάτα, το καλοστημένο παραμύθι, τα υγρά των σωμάτων, τα σώματα, όλα συναντώνται σ’ αυτό το βιβλίο του.

Το δεύτερο επίπεδο της «οικειότητας» έχει να κάνει με τους ήρωες-ανθρώπους και με τους ήρωες-πόλεις-επαρχίες-δυστοπίες (που είχαν περιγραφεί έξοχα στη συλλογή διηγημάτων Χάρτες). Οι ήρωες-άνθρωποι του συγγραφέα σημαίνουν, κουβαλούν έννοιες, οι ήρωες-άνθρωποι του Γρηγοριάδη είναι σύμβολα, είναι η μισητή καθημερινότητα, η βολική ρουτίνα, η απρόσμενη επανάσταση, η τραγικότητα των διαλόγων τους χαϊδεύει τ’ αναγνωστικά μας μάτια και μας καλεί, όπως πάντα, να ταυτιστούμε, είτε προβολικά είτε εμπράγματα.

Οι ήρωες-πόλεις-επαρχίες-δυστοπίες του Γρηγοριάδη είναι, όμως, η μεγάλη αγκαλιά της αφήγησής του: συμμετέχουν ως ζων σκηνικό, ως συμπληρωματικός υποβολέας των ηρώων-ανθρώπων. Οι ήρωες-πόλεις-επαρχίες-δυστοπίες του συγγραφέα είναι η καινοφανής επανάληψη. Είναι, τελικά, άλλη μία οικειότητα.

Η Ζωή του μυθιστορήματος ξεπηδάει από το Παρτάλι του 2001. Εκεί που τελειώνει το ένα βιβλίο ξεκινά το άλλο, ενώ στη ζωή μεθόρια προαναγγέλλεται ένα τρίτο βιβλίο: στη σελίδα 225 εντοπίστηκε ένα, κατά τ’ άλλα παρεμπίπτον, σημείο όπου η Ζωή καταγράφει: «[...] αν συνέχιζε το κείμενο μέχρι τις μέρες μας, θα γινόταν πιο αποκαλυπτικό». Μένει ν’ απαντηθεί – ή και όχι.

Τι είναι, όμως, η Ζωή; Είναι μία εικοσιπεντάρα-τριαντάρα της δεκαετίας του ’80, που είναι, όπως περιγράφεται και στο βιβλίο, «φαρμακομούνα». Κι όλο αυτό, διότι όλοι άντρες που συναναστράφηκε και που βέβαια την ερωτεύτηκαν –θανάσιμα, ως απεδείχθη– πέθαναν. Έτσι όπως το ακούτε: πέθαναν. Και η ίδια, όμως, πέθανε μερικές φορές στο βιβλίο: πήγε στον άλλο κόσμο και ξανάρθε, πήγε σε έναν άλλον κόσμο κι επέστρεψε. Ποτέ σώα, ποτέ αβλαβής.

Ταξιδεύοντας, από τη Θεσσαλονίκη, για να πρωτοδιοριστεί στον βόρειο Έβρο, στις εσχατιές της χώρας (παράδοξο: ο Βορράς της Ελλάδας είναι ακόμη πιο κοντά στην Ευρώπη, αλλά φευ...), γίνεται εκείνη, έχοντας υπάρξει αυτή: φοιτήτρια, καθηγήτρια σε φροντιστήριο, ερωμένη, μα πάνω απ’ όλα φίλη. Έκτοτε, γίνεται μία εκείνη που. Που προκαλεί με τις ιδέες της –αριστερή και αντι-ΠΑΣΟΚ την εποχή της απόλυτης αυτοκρατορίας του Αντρέα, αλλά με μια νεοκομμουνιστική υστερία, βγαλμένη από την, επίσης υστερική, εσωτερική κυρίως επανάσταση της δεκαετίας του ’70–, με την εμφάνισή της –αιώνια φοιτήτρια, ακόμη και μετά το πτυχίο της–, με τις παρέες της –σχεδόν πάντοτε εκείνες που–, με την κατάρα της να πεθαίνουν οι εραστές της.

Το τοπίο του Έβρου γίνεται ένα σκοτεινό, θανατηφόρο χάος, μέσα στο οποίο η Ζωή, στην καινούρια της ζωή ως καθηγήτριας Αγγλικών σε δημόσιο σχολείο, κάτι που ως αριστερή αποστρεφόταν, πεθαίνει και σκοτώνει. Ανασταίνεται δίχως ν’ αναστήσει και σίγουρα δίχως να θέλει ν’ αναστηθεί – αλλά δεν μπορεί αλλιώς. Η αγάπη των φίλων της είναι ένα δραματουργικό κρεσέντο και μία λύση στο πανταχού παρόν μυστήριο: έτρεξαν στην Ξάνθη –ένας άλλος διορισμός αυτός– για να τη φέρουν πίσω διοργανώνοντας ένα πάρτι για ν’ ακούσει τη μουσική και να επιστρέψει απ’ όπου, μετά τον τρίτο θάνατο ενός εραστή της, είχε χαθεί – και ήρθε, άκουσε τις μουσικές κι επέστρεψε. Η πιο δυνατή τελετουργία της επιστροφής.

Η Ζωή, κατά την εξέλιξη της ιστορίας, αρχίζει ν’ απομακρύνεται σταδιακά από τα εγκόσμια: πρώτα με σκέψεις, μετά με παράνοια, μετά με την εξαφάνισή της. Η σταδιακή αναχώρηση της Ζωής είναι αντιστρόφως ανάλογη των τόπων: εκείνα, αντί σταδιακά να εξαφανίζονται, γίνονται όλο και μεγαλύτεροι, και φωτεινότεροι, τόποι. Η λογοτεχνική «τσαχπινιά» του Γρηγοριάδη εμφανίστηκε και πάλι.

Η Ζωή είναι μακρινή φίλη της Έλλης, νομίζω. Στο Μυστικό της Έλλης, η ηρωίδα είχε παραιτηθεί εξαρχής, ήταν αποφασισμένη ν’ απόσχει από τα –σωματικά τουλάχιστον– εγκόσμια και ξάφνου επανενεργοποιείται. Η Ζωή χάνεται σιγά σιγά, σβήνει, λιώνει, ώσπου ξεμπερδεύει ο Γρηγοριάδης μαζί της σε μια παράγραφο, με την οποία μας περιγράφει τι της συνέβη μετά το τέλος του βιβλίου.

ζωή μεθόρια. Ποια είναι τα όριά της; Τα όρια του ανθρώπου ή τα όρια της Γης; Τα όρια του μυαλού ή τα όρια της ίδιας της ύπαρξης, της ζωής; Στα άκρα ο συγγραφέας: σε όλα τα άκρα του κόσμου. Η απειρότητα του μυαλού και το πεπερασμένο του σώματος και του χώματος σε μία υπέροχη συγχορδία.

Ο Γρηγοριάδης, ως μάγος της γραφής του παραμυθιού, ανασυστήνει μία ολόκληρη δεκαετία, όπως χώρεσε μία μεταδικτατορική πενταετία στο Παρτάλι. Εύλογο το ερώτημα για το αν θα άλλαζε το ύφος και η ορολογία αν περιέγραφε αντίστοιχες, μεταιχμιακές πολιτικές συγκυρίες τού σήμερα. Μένει ν’ απαντηθεί – ή και όχι.

Και παντού η ψευδεπίγραφη δεκαετία του ’80, όπου μέσον ντεμέκ ανέλιξης του μικροαστού ήταν το αυτοκίνητο και ο μεγαλειώδης γάμος, η «φούσκα» του σοσιαλιστικού παραδείσου σε μια Ελλάδα κολλημένη σε ένα ξεθωριασμένο και αμφίβολα συνεχές στο χρόνο μεγαλείο, σε μια Ελλάδα που δεν ξεπέρασε ποτέ ότι θ’ αποτελεί για πάντα –μάλλον– μία κουτσοβολεμένη μεν, επαρχία δε του κόσμου. Και πάντα συναισθηματικά και υλικά αναγκεμένη. Μία δεκαετία όπου ο κόσμος έτρεχε, με τον δικό του τρόπο, αλλά εσύ δεν μπορούσες να τον ζηλέψεις, γιατί δεν το μάθαινες. Μία δεκαετία στο μεταίχμιο της τεχνολογίας – τουλάχιστον σ’ αυτήν τη χώρα. Μία δεκαετία όπου η μοναξιά μπορούσε να είναι μοναξιά αυθεντική. Η δεκαετία του ’80 είναι το κέντρο και ταυτόχρονα μεταίχμιο μιας ολόκληρης πορείας της Ελλάδας.

Τη δεκαετία αυτή τη σώζει, βέβαια, η μουσική – η δική της και του υπόλοιπου κόσμου. Καμιά φορά, οι ήρωες του Γρηγοριάδη δίνουν την εντύπωση ότι σώζουν τη ζωή τους, επιβιώνουν της καθημερινότητας με λίγη Μοσχολιού και λίγους Joy Division. Η χατζιδακική αύρα των, ας πούμε καταχρηστικά, λαϊκών ελληνικών τραγουδιών συναντάται με τις μπασογραμμές και το δυτικό λίκνισμα της indie σκηνής. Ο Γρηγοριάδης ετοιμάζει και σ’ αυτό το βιβλίο το soundtrack μιας ολόκληρης εποχής, ενός ολόκληρου ανθρώπινου συνονθυλεύματος. Τον ιδρώτα και τ’ αγγίγματα σ’ έναν αέναο χορό σε υπόγειες ντίσκο και αμφιλεγόμενες παμπ, γεμάτες αλκοόλ, τσιγάρο και φιλιά. Ο συγγραφέας δεν μπορεί δίχως τη μουσική και η μουσική αποτελεί το απαραίτητο συνοδευτικό των ηρώων. Γιατί όλων όμως; Μένει ν’ απαντηθεί – ή και όχι.

Παραμένει, όμως, το μυσταγωγικό κλίμα των Κρυμμένων ανθρώπων και σ’ αυτό το βιβλίο του Γρηγοριάδη. Η τρομακτική –κυριολεκτικά– γεωμορφολογία του θρακιώτικου Βορρά επαναδραστηριοποιεί το μεταφυσικό μας ενδιαφέρον. Ακόμη και την Πομάκα μελλοντολόγο, γηραιά Μπάμπω δεν μπορείς να την αντιπαθήσεις, όσο κι αν έχει περάσει από πάνω σου ο οδοστρωτήρας του Διαφωτισμού. Αυτά είναι τ’ απομεινάρια μαγικού ρεαλισμού του συγγραφέα.

Επιστροφή του Γρηγοριάδη από την, ας πούμε, μητροπολιτική και σημερινή Αθήνα, όπως υπέροχα αποτυπώθηκε στο Μυστικό της Έλλης, στην ουτο/δυστοπία του Βορρά μιας άλλης εποχής. Θα ’ταν, άραγε, ο σημερινός θρακιώτικος μυστικισμός ο ίδιος σήμερα σ’ ένα βιβλίο για το τώρα; Μένει ν’ απαντηθεί κι αυτό – ή και όχι.

Και πάντοτε οι φίλοι που χάνονται, κι εκείνοι που μένουν «πίσω» – μόνοι. Οι φίλοι που μετακινούνται πάνω στον χάρτη της ζωής μας σε μοίρες και μοίρες μακριά από μας, γιατί... έτσι. Γιατί χίλια «έτσι». Στη ζωή μεθόρια, οι αποχαιρετισμοί των ανθρώπων διατρέχουν όλες τις σελίδες. Μένει ένα «έτσι» να παραγεμιστεί με εξηγήσεις και αναλύσεις ενός κυριαρχικού «γιατί;». Στο πρόσφατο μυθιστόρημα του Γρηγοριάδη η οικειότητα που λέγαμε στην αρχή δεν σ’ αφήνει ενεό ενώπιον της αλήθειας που διαβάζεις. Τα ξέρεις όλα, τα ’χεις ζήσει, δεν μπορεί.

Κι οι άνθρωποι αποχαιρετιούνται. Με ένα «γεια» ή και χωρίς αυτό. Χάνονται ως σώματα, σβήνονται ως μνήμες, ξεβάφουν ως εικόνα. Μένει, όμως, το κοινό βίωμα μαζί τους. Η οικειότητα, που λέγαμε. Ένα τραγούδι που θ’ ακουστεί, μια κάποια μυρωδιά ρούχου ή φαγητού, μια βόλτα στη θάλασσα, ένα ανέκδοτο, κάτι, οτιδήποτε μένει εκεί, κατσικωμένο στις καταγραφές του έρμου του μυαλού.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν ησυχάζει ποτέ το μυαλό της Ζωής του βιβλίου – της Ζωής με τη διαρκή αυτοκριτική και αυτοαποδόμηση· της υπέροχης νεαρής με την έλλειψη αυτοπεποίθησης. Κάθε της κίνηση, κάθε της λέξη, κάθε της βόλτα θυμίζει κάτι, κάποιον. Με αφηγηματική μαεστρία, όπου οι ιστορίες επιτάσσουν τον αφηγηματικό τους τρόπο, ο Γρηγοριάδης νοσταλγεί το παρελθόν και μιλά για το αέναο παρόν της θύμησης, της οικειότητας. Κραυγάζει απελπισμένα στη σελίδα 194 ένα «[...] αλλά έτσι ήταν οι φιλίες με τους συναδέλφους: κρατούσαν όσο και οι σχολικές χρονιές» και στη σελίδα 258 ένα «[...] απ’ όλη την ιστορία αυτή μάθαμε ότι στις παρυφές της πόλης μας υπάρχουν άνθρωποι με τις δικές τους ζωές...» ή στη σελίδα 257 «Γιατί να ζούνε χωριστά πια οι παλιές καλές παρέες;» Γιατί «έτσι». Γιατί οι άνθρωποι είναι άνθρωποι – κι είναι δύσκολο να είσαι άνθρωπος, και όχι με την ουμανιστική έννοια, αλλά με την έννοια του να υπάρχεις απλώς.

«Απλώς» – ωραίο επίρρημα για να συνοδεύει το ρήμα «υπάρχω». Υπάρχω απλώς. Νά τι είναι οι ήρωες του Γρηγοριάδη: θέλουν με νύχια και με δόντια, έτοιμοι να πουλήσουν την ψυχή τους στο διάολο γι’ αυτό, να υπάρχουν απλώς. Απελευθερωμένοι από τους γύρω, χωρίς τη σκλαβιά τους. Γιατί τόση μανία ο Γρηγοριάδης με τους απελεύθερους; Μένει ν’ απαντηθεί – ή και όχι.

 

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης έγραψε το πιο ολοκληρωμένο του μυθιστόρημα. Μπήκε όλος μέσα του και βγήκε όλος σημαδεμένος από τις καλύτερες λογοτεχνικές στιγμές του. Ο συγγραφέας είναι ένας δύτης του παραμυθιού, ένας κολυμβητής των κοινωνικών φαινομένων κι ένας δραματικός –τελικά– λογοτέχνης. Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι ο φίλος που θα μας πει ιστορίες άλλων. Και που θα τον ακούμε για ώρες.

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι ένας κανονικότατος ρεαλιστικός παραμυθάς.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 26 (06.2015)