ένα συναρπαστικό και σπουδαίο βιβλίο

 

Ενδελεχής σχεδιασμός, χαλκέντερη έρευνα και χαρισματική γραφή από τη Ρίκα Μπενβενίστε
στο Αυτοί που επέζησαν. Αντίσταση, Εκτόπιση, Επιστροφή.
Θεσσαλονικείς Εβραίοι στη δεκαετία του 1940

 

Έφη Αβδελά

Το κείμενο αυτό ήταν η βάση της ομιλίας της Έφης Αβδελά στην παρουσίαση του βιβλίου,
την Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015, στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης.

 

Άκουγα προ ημερών στο ραδιόφωνο συμπαθή δημοσιογράφο που παρουσίαζε ένα ιστορικό βιβλίο να εξηγεί πώς ο συγγραφέας του έκανε έρευνα στα αρχεία και «κατέγραψε τα γεγονότα». Όταν τον άκουσα σκέφτηκα ότι δεν θα μπορούσε να βρει κανείς πιο αντιθετική διατύπωση για να μιλήσει για το βιβλίο Αυτοί που επέζησαν. Αντίσταση, Εκτόπιση, Επιστροφή. Θεσσαλονικείς Εβραίοι στη δεκαετία του 1940, (εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2014) της Ρίκας Μπενβενίστε. Πρόκειται για ένα βιβλίο που εικονογραφεί με τον πιο παραδειγματικό τρόπο ότι η ιστορία είναι ποιητική και ερμηνεία, ότι οι ιστορικοί αντλούμε από τα αρχεία, και κάθε είδους άλλα υλικά, πρώτη ύλη που τη μετατρέπουμε σε ιστορία επειδή και εφόσον της θέτουμε ιστορικά ερωτήματα, δηλαδή επειδή και εφόσον έχουμε επιλέξει τις μεθοδολογικές και θεωρητικές μας συντεταγμένες.

Ο τίτλος του βιβλίου δείχνει καθαρά το θέμα του: είναι οι Θεσσαλονικείς Εβραίοι που επιβίωσαν του ναζιστικού διωγμού είτε ως αντάρτες είτε ως εκτοπισμένοι, και οι οποίοι είτε μετανάστευσαν αλλού είτε επέστρεψαν στη γενέθλια πόλη τους. Όμως η περιγραφή αυτή είναι πολύ φτωχή σε σχέση με το σύνθετο, πολυεπίπεδο, καινοτόμο και συναρπαστικό εγχείρημα που συνιστά το βιβλίο.

Η Ρίκα Μπενβενίστε, μεσαιωνολόγος σύμφωνα με τις επίσημες περγαμηνές της και μεγάλο μέρος της επιστημονικής της δραστηριότητας, ασχολείται ερευνητικά με τη σύγχρονη ιστορία και συγκεκριμένα με το ναζιστικό διωγμό των Εβραίων από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Παιδί διασωθέντων η ίδια, από τη λεγόμενη δεύτερη γενιά, ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα γύρω από το θέμα, από την εποχή που στήθηκε η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Εβραϊσμού -και το πρώτο συνέδριο για τους Εβραίους στον ελλαδικό χώρο το 1991- έως σήμερα: έχει επιμεληθεί ειδικούς τόμους, έχει οργανώσει συνέδρια, έχει καθοδηγήσει διδακτορικές διατριβές, έχει συνδιοργανώσει ομάδες, σεμινάρια και ομιλίες, έχει αναλάβει και ολοκληρώσει ένα σύνθετο ερευνητικό πρόγραμμα. Παράλληλα, με τις συνολικές μελέτες της, τη διδασκαλία της, τις παρεμβάσεις της, η Ρίκα Μπενβενίστε αναγνωρίζεται ως ιστορικός που στοχάζεται συστηματικά γύρω από την ιστορική μεθοδολογία, γύρω από τη σχέση ιστορίας και μνήμης, που παρακολουθεί τις σύγχρονες ιστοριογραφικές συζητήσεις και προσεγγίζει την ιστορία που παράγεται στην Ελλάδα στο πλαίσιο ευρύτερων, ευρωπαϊκών και διεθνικών επεξεργασιών. Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα συνιστά τον καρπό όλης αυτής της δραστηριότητας, ατομικής και συλλογικής, ειδικής και γενικής: αποτυπώνει εξαντλητική έρευνα σε αρχειακές πηγές από όλον τον κόσμο, εκπληκτική ικανότητα να τιθασευτεί μια γιγαντιαία βιβλιογραφία μέχρι τις πιο πρόσφατες συνεισφορές της, και απόλυτο έλεγχο στην υλοποίηση μεθοδολογικών επιλογών. Το βιβλίο είναι προϊόν ενδελεχούς σχεδιασμού, χαλκέντερης έρευνας και χαρισματικής γραφής.

Για όσες και όσους δεν το έχουν διαβάσει ακόμη, θα επιχειρήσω να το παρουσιάσω πολύ συνοπτικά, δείχνοντας ταυτόχρονα γιατί το θεωρώ πολυεπίπεδο, σημαντικό και καινοτόμο.

Το βιβλίο ασχολείται με τρεις διαφορετικές κατηγορίες Θεσσαλονικιών Εβραίων που διασώθηκαν από το ναζιστικό διωγμό: όσους εντάχθηκαν στην Αντίσταση, όσους επέζησαν από τα στρατόπεδα και περίμεναν ως εκτοπισμένοι στη Γερμανία να μεταναστεύσουν στην Αμερική ή στο Ισραήλ, και κάποιους από την ηγετική ομάδα της κοινότητας που επέζησαν της εκτόπισης και επέλεξαν να επιστρέψουν. Καθένα από τα τρία μέρη του βιβλίου συνθέτει όσα στοιχεία η συγγραφέας μπόρεσε να εντοπίσει για τα πρόσωπα που εντάσσει σε αυτό, ορισμένα από τα οποία τα βρίσκουμε να διατρέχουν περισσότερα μέρη από ένα. Καθεμιά από τις τρεις εκδοχές επιβίωσης αφορά ομάδες ανθρώπων με κοινές εμπειρίες, αλλά όχι αναγκαστικά ίδια προέλευση, διαδρομή ή κατάληξη. Η Ρίκα Μπενβενίστε συνθέτει ατομικές μαρτυρίες, ημερολογιακά κατάλοιπα, αρχειακό υλικό και μια εξαιρετικά πλούσια βιβλιογραφία για να θέσει στο επίκεντρο της αφήγησής της ανθρώπους με ονοματεπώνυμο, μέλη όλοι της μεγαλύτερης εβραϊκής κοινότητας στην Ελλάδα, από τους ελάχιστους που επέζησαν όταν αυτή αποδεκατίστηκε από τους ναζί. Σε κάθε μέρος, διαπραγματεύεται ένα δύσκολο ιστορικό ερώτημα που συζητιέται στην ιστοριογραφία για τη ναζιστική εξόντωση των Εβραίων, παλαιό ή πρόσφατο, πολυσυζητημένο ή όχι, γνωστό ή άγνωστο στα καθ’ ημάς: στο πρώτο, την αντίσταση των θυμάτων· στο δεύτερο, τι απέγιναν οι επιζώντες μετά την απελευθέρωσή τους από τα στρατόπεδα· στο τρίτο, το ρόλο και την τύχη των εβραϊκών συμβουλίων και των μελών τους. Κάθε φορά εντάσσει την περίπτωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στις σχετικές επεξεργασίες της ευρωπαϊκής ιστοριογραφίας, αλλά και αναδεικνύει την ιδιαιτερότητά τους σε σχέση με τους Εβραίους άλλων χωρών και άλλων ελληνικών περιοχών. Στη συνέχεια αφηγείται τις ιστορίες της κάθε ομάδας, εξατομικεύοντας όσο είναι δυνατό, με προγραμματικό στόχο να συνθέσει το ατομικό με το συλλογικό, να διερευνήσει το ρόλο του τυχαίου στη διαμόρφωση των ατομικών επιλογών, να ανιχνεύσει την επίδραση της κοινωνικής προέλευσης στην ικανότητα επιβίωσης, να δει τη σημασία του τόπου και το βάρος της διαχρονίας στην τύχη και τις επιλογές των ανθρώπων. 

Στο πρώτο μέρος στο επίκεντρο είναι είκοσι Θεσσαλονικείς Εβραίοι αντάρτες, δεκαεννέα άντρες και μία γυναίκα, όλοι πολύ νέοι. Η αφήγηση συνθέτει σχολαστικά τα διάσπαρτα στοιχεία για τον καθένα, επιδιώκοντας να απαντήσει κάτω από ποιες συνθήκες βρέθηκαν στο βουνό· ποια ήταν η καθημερινότητα του μάχιμου αντάρτικου· ποιοι επέζησαν και ποιοι χάθηκαν σε μάχες και κακουχίες· πώς έζησαν την Απελευθέρωση, την επιστροφή στην κατεστραμμένη τους κοινότητα, την επανένταξη στην υποτιθέμενη «κανονικότητα» σε συνθήκες πένθους, ανασυγκρότησης και Εμφυλίου. Μαθαίνουμε ότι η ευρωπαϊκή ιστοριογραφία έχει ήδη εδώ και δεκαετίες καταρρίψει την άποψη ότι οι Εβραίοι «πήγαν σαν πρόβατα στη σφαγή τους», εντοπίζοντας τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους αντιστάθηκαν στις ποικίλες συγκυρίες. Θυμίζω εδώ ότι μόλις πέρσι έγινε η έκθεση του Εβραϊκού Μουσείου της Αθήνας για τους Εβραίους «συναγωνιστές». Η Ρίκα Μπενβενίστε ανασυγκροτεί την ατομική ιστορία του καθενός από τους είκοσι αντάρτες, με βάση προφορικές ή γραπτές μαρτυρίες και κάποια ημερολόγια: Πώς το έσκασαν από το γκέτο ή τα καταναγκαστικά έργα; Γιατί αυτοί και όχι άλλοι; Ποιο ήταν το πολιτικό και κοινωνικό προφίλ όσων έφυγαν; Μέσα από ποιες διασυνδέσεις βρήκαν τους αντάρτες; Τι αντιμετώπιση συνάντησαν; Τι βρήκαν όταν γύρισαν; Τα διάσπαρτα και αποσπασματικά ίχνη σκιαγραφούν σπαράγματα ζωών και φυσικά αφήνουν πολλές πλευρές ακόμη σκοτεινές, απρόσιτες στην ιστορική έρευνα: Πόσο μονοσήμαντη είναι η εικόνα που παράγουν οι μαρτυρίες για την απόλυτη αποδοχή των Εβραίων ανταρτών από τους συμμαχητές τους; Η νοσοκόμα Φανή, μόνη γυναίκα, πώς βρέθηκε στο βουνό; Γιατί δε λέει περισσότερα, αφού αλληλογραφεί με τη συγγραφέα; 

Το δεύτερο μέρος αναφέρεται σε εκατό περίπου Θεσσαλονικείς Εβραίους που επέζησαν από τα στρατόπεδα και έζησαν για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα ως εκτοπισμένοι στο στρατόπεδο Φέλνταφιγκ της Γερμανίας. Θέμα εντελώς άγνωστο στα καθ’ ημάς, οι εκτοπισμένοι μετά το τέλος του πολέμου, οι λεγόμενοι DPs (displaced persons) –μέρος μόνο από τους οποίους ήταν Εβραίοι–, έχουν πρόσφατα προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών ιστορικών σε διεθνές επίπεδο γιατί συνδέονται με πλήθος νέα ιστορικά ζητήματα: τη συγκρότηση των νέων διεθνών θεσμών υπό αμερικανική ηγεμονία στις συνθήκες του εκκολαπτόμενου Ψυχρού Πολέμου· τις σχέσεις ανάμεσα στις μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών κατά τη διάρκεια του πολέμου και τα μεταπολεμικά μαζικά μεταναστευτικά ρεύματα· συνακόλουθα, τη μετατροπή των προσφύγων σε εργατικό δυναμικό· την κατασκευή της μεταπολεμικής αυτοεικόνας των Γερμανών ως θυμάτων· την αδύνατη επανένταξη στη μεταπολεμική Ευρώπη όσων Εβραίων επέζησαν και τη σχέση τους με το σιωνιστικό όραμα, κ.ο.κ. Η Ρίκα Μπενβενίστε αφηγείται για πρώτη φορά την ιστορία των εκατό Θεσσαλονικιών του Φέλνταφιγκ, συνθέτοντας τα αποσπασματικά ίχνη τους στα κοινοτικά αρχεία με εξονυχιστική έρευνα στα αρχεία διεθνών οργανισμών και ιδρυμάτων. Πρόκειται για ομάδα πολύ νέων ανθρώπων που τα μέλη της επέζησαν μέσα από κοινές διαδρομές -από το Άουσβιτς στη Βαρσοβία και από κει στο Νταχάου- και μετά την απελευθέρωσή τους αποφάσισαν να μην επιστρέψουν στην Ελλάδα. Η Ρίκα Μπενβενίστε ανασυγκροτεί μέσα από σπαράγματα πληροφοριών τη δύσκολη καθημερινότητά τους στον αφιλόξενο τόπο, το εμπόδιο που συνιστούσε το γεγονός ότι δεν μιλούσαν γίντις για την ένταξή τους στη συλλογικότητα των επιζώντων, τις ατομικές τους διαδρομές, τις προσπάθειές τους να οργανωθούν, να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους, να μεταναστεύσουν είτε στην Αμερική είτε στο Ισραήλ, τη σταδιακή προσέλκυσή τους από το σιωνιστικό όραμα. 

Το τρίτο μέρος του βιβλίου αφηγείται την ιστορία μιας μόνο οικογένειας, της οικογένειας ενός μέλους του Κοινοτικού Συμβουλίου της Εβραϊκής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, που εκτοπίστηκε στο Μπέργκεν Μπέλσεν. Εδώ η αφήγηση καλύπτει το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, από τις παραμονές του πολέμου έως το τέλος της δεκαετίας του ’40. Αξιοποιώντας οικογενειακή αλληλογραφία και αρχειακά έγγραφα, η Ρίκα Μπενβενίστε παρακολουθεί από τη σκοπιά του αρχηγού της οικογένειας και αξιοσέβαστου στελέχους της εβραϊκής κοινότητας τα αδύνατα διλήμματα που έθετε για την εβραϊκή ελίτ της Θεσσαλονίκης η γερμανική κατοχή και η σταδιακή εφαρμογή της ναζιστικής πολιτικής για τους Εβραίους. Υπό το φως των πρόσφατων μελετών για την ευθύνη των Εβραϊκών Συμβουλίων στην εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης, συζητά το ρόλο που έπαιξε τόσο ο ραβίνος Κόρετς όσο και άλλα μέλη της ηγετικής ομάδας της κοινότητας, εστιάζοντας στη συστηματικά παρελκυστική τακτική των Γερμανών, στο τι μπορεί και τι δεν μπορεί να ήξερε η εβραϊκή ηγεσία για την τύχη που περίμενε τους Εβραίους, στις προσπάθειές τους να διατηρήσουν τις βασικές κοινοτικές λειτουργίες ακόμη και όταν αντικαθίστανται από ανίκανη και δοτή ηγεσία. Κύρια θέματα, η αλληλεγγύη, οι προσπάθειες για εξαγορά της καταναγκαστικής εργασίας, η ανάγκη περίθαλψης των πιο αδύνατων, αλλά και η γκρίζα ζώνη του εβραϊκού δοσιλογισμού. Στη συνέχεια η Ρίκα Μπενβενίστε ακολουθεί την οικογένεια στην εκτόπισή της στο Μπέργκεν Μπέλσεν, παρακολουθεί τη βαθμιαία επιδείνωση των συνθηκών στο στρατόπεδο των λεγόμενων «προνομιούχων», τις περιπέτειες μέχρι την Απελευθέρωση και μετά από αυτήν, που κόστισαν τη ζωή στον αρχηγό της, την επιστροφή της χήρας και των ορφανών στη Θεσσαλονίκη και τη δύσκολη προσαρμογή στις συνθήκες του πένθους για τους περισσότερους που χάθηκαν, στο αμείλικτο ερώτημα των επιζώντων: γιατί [να επιζήσω] εγώ…

Στο επίκεντρο όλου του βιβλίου είναι το ερώτημα: τι επιλογές είχαν κάθε φορά οι άντρες και οι γυναίκες που βρέθηκαν στη δίνη του διωγμού ως Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, μιας κοινότητας με τη συγκεκριμένη ιστορία και τα συγκεκριμένα κοινωνικά χαρακτηριστικά; Ποιος υπήρξε ο ρόλος του τυχαίου στη διάρκεια της προσπάθειάς τους να επιβιώσουν; Και τέλος πώς η δικές τους ιστορίες, των λίγων που σώθηκαν, μπορούν να μας κάνουν να καταλάβουμε καλύτερα την εποχή, τα διλήμματα και τις επιλογές εκείνων –των περισσότερων- που δεν σώθηκαν, που χάθηκαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ως συνέπεια της ναζιστικής πολιτικής να εξοντωθούν οι Εβραίοι της Ευρώπης;

Στον τρόπο που συνδυάζει διαφορετικά ήδη πηγών, στην έμφαση στους ανθρώπους και στη σύνδεση του ατομικού με το συλλογικό, στη συστηματική συνομιλία με τη διεθνή βιβλιογραφία, στη συνεχή σύγκριση ανάμεσα στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης με άλλες, εντέλει στο σχεδιασμό, στα μέσα και στο αποτέλεσμα, το βιβλίο της Ρίκας Μπενβενίστε συνιστά τομή για την ελληνική ιστοριογραφία. Έχει όλες τις προϋποθέσεις να σπάσει την «εξωτερικότητα» με την οποία αντιμετωπίζεται έως τώρα η ιστορία των Ελλήνων Εβραίων στην Ελλάδα, και την οποία έχει η ίδια πρώτη εντοπίσει. 

Τέλος, μολονότι κάθε οξυδερκής αναγνώστρια μάλλον θα αναρωτηθεί όσο διαβάζει το βιβλίο, ωστόσο μόνο στο επίμετρο γίνεται σαφές ότι το νήμα που διατρέχει και τα τρία μέρη του είναι η ιστορία του πατέρα της Ρίκας Μπενβενίστε και τα κατάλοιπά του στο οικογενειακό αρχείο ή στο αρχείο της εβραϊκής κοινότητας την οποία υπηρέτησε για χρόνια. Ο Ντίκ Μπενβενίστε ήταν ένας από τους αντάρτες τους πρώτου μέρους, ένα από στελέχη της εβραϊκής κοινότητας Θεσσαλονίκης με την οποία αλληλογραφούσαν οι εκτοπισμένοι του Φέλνταφιγκ, ενώ αρραβωνιάστηκε και παντρεύτηκε τη μία κόρη της χήρας που γύρισε από το Μπέργκεν Μπέλσεν, τη Ζιζή Σαλτιέλ. Ωστόσο, όπως ελπίζω να έχει γίνει σαφές έως τώρα, τίποτα δεν είναι μακρύτερα από μια οικογενειακή ιστορία όσο το βιβλίο της Ρίκας Μπενβενίστε. Αντίθετα, με το εγχείρημά της πραγματώνει το στοχασμό της για το πώς μπορεί να προσεγγιστεί το ζήτημα της ναζιστικής γενοκτονίας των Εβραίων της Ευρώπης σε μια περίοδο που οι επιζώντες λιγοστεύουν συνεχώς· και έτσι έρχεται να επιβεβαιώσει έμπρακτα την παλιά ρήση του Ζακ λε Γκοφ, άρρητου δασκάλου της, ότι η ιστορία έχει τη δυνατότητα να ανασυγκροτεί τη μνήμη, να τη μετουσιώνει· γι’ αυτό δρα λυτρωτικά. Από την άποψη αυτή πρόκειται επίσης για ένα γενναίο βιβλίο. Από τη διαδρομή που έκανε η Ρίκα Μπενβενίστε μέχρι να το ολοκληρώσει επωφελούμαστε όλες και όλοι και κυρίως η ελληνική ιστοριογραφία.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 22 (02.2015)