ευρώπη των ταυτοτήτων ή ευρώπη των αξιών;

 

Μερικές σκέψεις με αφορμή τη Ρωσία, την Ουκρανία και την Ελλάδα

Άντα Διάλλα

 

Η Ελλάδα και η Ουκρανία, αυτές οι δύο πολύ διαφορετικές περιφερειακές ευρωπαϊκές χώρες, βρέθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα κυριολεκτικά στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος και προκάλεσαν πυρετό διαβουλεύσεων στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η ανήκουστη ανθρωπιστική κρίση που και οι δύο υφίστανται –για διαφορετικούς λόγους– και η συνθετότητα επίλυσης των αιτιών της κρίσης αυτής για την κάθε περίπτωση κατέστησαν εξόφθαλμη την εικόνα της πολλαπλώς διχασμένης Ευρώπης μεταξύ του πλούσιου Βορρά και του φτωχού Νότου, της «σταθερής Δύσης» έναντι της «χαώδους Ανατολής» με τις αντίστοιχες μυθολογίες και τα επικίνδυνα στερεότυπα.

Το σημαντικότερο όμως νομίζω είναι ότι και οι δύο αυτές χώρες έθεσαν επιτακτικά το ερώτημα όχι τι είναι η Ευρώπη, ποια είναι δηλαδή η ταυτότητά της, αλλά ποιες είναι οι σύγχρονες ευρωπαϊκές αξίες. Αμφότερες οι χώρες διεκδίκησαν το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια: οι Ουκρανοί πριν από έναν χρόνο περίπου στο Μεϊντάν, όταν ξεσηκώθηκαν ενάντια στο διεφθαρμένο κράτος τους και τo πολιτικό προσωπικό που το στελέχωνε, αξιώνοντας να χτίσουν στη θέση του μια δημοκρατική κοινωνία (δεν είναι τυχαίο ότι ο νυν πρόεδρος Ποροσένκο καθιέρωσε την 21η Νοεμβρίου ως μέρα Αξιοπρέπειας και Ελευθερίας). Ανάσα αξιοπρέπειας διεκδίκησαν και οι Έλληνες προχτές στο Σύνταγμα, δίνοντας το δικό τους σύγχρονο νόημα στο περιεχόμενο της αυτοδιάθεσης.

Οι παραπάνω «συγγένειες» δεν έχουν συζητηθεί αρκετά δημοσίως ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Ουκρανία. Αντιθέτως, τα ουκρανικά μέσα ενημέρωσης αντιμετώπισαν με σκεπτικισμό το εκλογικό αποτέλεσμα της 25ης Ιανουαρίου. Τούτο, διότι οι αναλυτές προέβλεπαν ότι η νέα «ριζοσπαστική αριστερή» (όπως τη χαρακτηρίζουν) ελληνική κυβέρνηση θα τηρούσε φιλορωσική στάση στα ευρωπαϊκά φόρα ως προς το ουκρανικό ζήτημα.

Δεν είναι άδικα ευέξαπτοι οι Ουκρανοί. Πρώτον, γιατί οι περισσότερες αναλύσεις για τη χώρα τους σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο είτε είναι φιλορωσικές είτε είναι αντιρωσικές, της στερούν την ιδιότητα του ενεργού υποκειμένου της διεθνούς ζωής. Την αντιμετωπίζουν σαν ένα αντικείμενο, σαν τη σκακιέρα πάνω στην οποία Η.Π.Α., Ευρώπη και Ρωσία παίζουν την παρτίδα τους. Δεύτερον, γιατί έχουν επίγνωση ότι το ρωσικό αφήγημα περί του πολέμου που διεξάγεται στα ουκρανικά εδάφη βρίσκει ευήκοα ώτα στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, φαινόμενο που το αποδίδουν τόσο στην αδιαφορία όσο και στην άγνοια για το τι είναι η χώρα τους.

Ας δούμε εν τάχει κάποιες όψεις μόνο του ρωσικού αφηγήματος. Στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Αίγυπτο, ο πρόεδρος Πούτιν δήλωσε εμφατικά ότι η ουκρανική κρίση οφείλεται στις αποσταθεροποιητικές ενέργειες των Η.Π.Α. και των συμμάχων τους, επειδή θεωρούν τον εαυτό τους νικητές στον Ψυχρό Πόλεμο και επιχειρούν να επιβάλουν παντού τη θέλησή τους. Σε ό,τι αφορά την Ουκρανία, αυτό σημαίνει ότι το Μεϊντάν δεν θα ήταν δυνατό δίχως τα αμερικάνικα δολάρια. Οι πολιτικές αυτές, σύμφωνα με τον Ρώσο πρόεδρο, απορρέουν από μια διαρκή ρωσοφοβία και δηλώνουν επιστροφή στο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου. 

Οι παρατηρήσεις του Πούτιν είναι εν μέρει σωστές. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τα σχέδια διείσδυσης των Η.Π.Α. στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας. Ούτε, επίσης, μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι η ρωσοφοβία είναι ένα έμμονο στοιχείο της διαμόρφωσης των πολιτικών της Ευρώπης/Δύσης απέναντι στη Ρωσία. Τη δυτική αυτή εμμονή αξιοποιεί αποτελεσματικά η προεδρική ρητορεία. Μετατρέποντας την ιστορία σε ιδεολογία και τα ιστορικά γεγονότα σε συναισθηματική έξαρση, προβάλλει μια ταυτότητα της Ρωσίας ως μιας μεγαλειώδους χώρας, διαρκώς προσβεβλημένης και απειλούμενης που περιστοιχίζεται από δαίμονες. Η χώρα αυτή, επομένως, που κατοικείται από έναν όχι πάντα ώριμο λαό, χρειάζεται επειγόντως έναν σωτήρα, ο οποίος θα είναι σε θέση να την οδηγήσει στον αληθή προορισμό της. Φιλοτεχνεί έτσι ο πρόεδρος την εικόνα του εαυτού του ως ευγενούς ιππότη που μπορεί να σώσει τη χώρα και να εδραιώσει ένα αυστηρό αλλά σοφό κράτος, έντιμο και ισχυρό παίκτη το διεθνές περιβάλλον.1 Η πολιτική χρήση της ιστορίας είναι πανταχού παρούσα στη Ρωσία αλλά και στην Ουκρανία. Στην τελευταία, ειδικοί ιστότοποι έχουν κατασκευαστεί προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη ρωσική προπαγάνδα, δίνοντας «ιστορικά έγκυρες» απαντήσεις σε ερωτήματα όπως, χάριν παραδείγματος, «Είναι η Κριμαία ρωσική γη από παλιά;» ή «Είναι η Ουκρανία και η Μικρορωσία το ίδιο;».2 Στον τρέχοντα πόλεμο, στα εδάφη της Ουκρανίας επιστρατεύονται εκατέρωθεν των συνόρων μοτίβα και μεταφορές από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο για να περιγράψουν και να νοηματοδοτήσουν το περιεχόμενο του σημερινού πολέμου στο Ντομπάς, που από τη ρωσική πλευρά παρουσιάζεται ως συνέχεια της πάλης της Ρωσίας ενάντια στον φασισμό. Αυτήν ακριβώς τη ρωσική ιδέα –ότι δηλαδή σήκωσε το βάρος του πολέμου ενάντια στον φασισμό στην Ευρώπη– θέλησε να αμφισβητήσει ο υπουργός Εξωτερικών της Πολωνίας Γκζέγκοζ Σετύνα με την ανιστόρητη δήλωσή του στις τελετές των εβδομήντα χρόνων από την απελευθέρωση του Άουσβιτς ότι το στρατόπεδο απελευθερώθηκε από Ουκρανούς. Πέταξε έτσι το μπαλάκι της αποδόμησης της ρωσικής εκδοχής του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου στους ίδιους τους Ουκρανούς, κάτι που οι τελευταίοι δεν είναι σίγουρο ότι επιθυμούν να πράξουν. 

Το αφήγημα του Πούτιν πείθει, επιτυγχάνοντας ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του στο εσωτερικό της Ρωσίας. Μπορεί εύκολα να το διαπιστώσει κανείς, δίχως να κοπιάσει, μιλώντας με τους Ρώσους, βλέποντας τηλεόραση ή ακόμη χαζεύοντας στους τίτλους των βιβλίων ιστορίας πουδεσπόζουν στα κεντρικά και μαζικά βιβλιοπωλείατης Μόσχας, όπου κυριαρχείη στρατιωτική ιστορία με προβεβλημένα θέματα τον Πατριωτικό Πόλεμο του 1812 και τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο του 1941-1945, τον Κουτούζοφ και τον Στάλιν. Στο κλίμα που δημιουργεί αυτή η ιστορική κουλτούρα μπορεί κανείς να φανταστεί την αλγεινή εντύπωση που προκάλεσε σε εκατομμύρια Ρώσων η βλακώδης δήλωση του πρωθυπουργού της Ουκρανίας Γιατσενιούκ σε πρόσφατη επίσκεψή του στη Γερμανία, ότι Ουκρανία και Γερμανίασυνδέονται με τους κοινούς αγώνες ενάντια στη σοβιετική επιθετικότητα, που εκδηλώθηκε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τη σοβιετική επέμβαση στην Ουκρανία και τη Γερμανία(!!!).

Το ενδιαφέρον σε αυτή την υπόθεση δεν είναι τόσο η αναμενόμενη εσωτερική συσπείρωση που επιτυγχάνει ο Πούτιν –προς μεγάλη απογοήτευση της εξοργισμένης ρωσικής αντιπολίτευσης– αλλά η πειστικότητα ορισμένων ιδεολογημάτων του στο ευρωπαϊκό περιβάλλον. Όχι βεβαίως στο αναμενόμενο εξωτερικό ακροατήριό του που είναι το δεξιό φάσμα και έλκεται από την αυταρχικότητα του προτύπου που προβάλλει ο πανίσχυρος ένοικος του Κρεμλίνου. Αλλά στο ακροατήριο που απαρτίζεται από ανθρώπους με ισχυρές αντιαμερικανικές και αντιιμπεριαλιστικές διαθέσεις. Το ακροατήριο αυτό, το οποίο έχει πολύ διαφορετικές πεποιθήσεις από τον πρόεδρο σε μείζονα θέματα δημοκρατίας όπως η ομοφοβία, οι ομόφυλοι γάμοι, ο ρατσισμός κ.λπ., υιοθετεί την εικόνα ότι η Ρωσία είναι η μεγάλη αμφισβητίας της αμερικανικής ηγεμονίας στον σύγχρονο πολυπολικό κόσμο, κάτι σαν συνέχεια της Ε.Σ.Σ.Δ. σε αυτόν τον αγώνα. Τούτων δοθέντων, τι είναι το Μεϊντάν και ο σημερινός πόλεμος στην Ουκρανία αν όχι ένα αμερικάνικο σχέδιο να αποδυναμωθεί η Ευρώπη και η Ρωσία; Οι περιορισμοί που επιβάλλει η ρωσική θέαση των πραγμάτων στους εξωτερικούς παρατηρητές της κατάστασης στην Ουκρανία οδηγούν τις περισσότερες φορές σε αντιλήψεις όπως ότι η Ουκρανία είναι τελικά ένα περιττό κράτος ή ότι ποτέ δεν ήταν ένα έθνος ή ότι εκ «γενετής» ήταν διχασμένη και πολλά άλλα που υπογραμμίζουν στην καλύτερη περίπτωση την ατελή γνώση της περιοχής και την ελλιπή προσπάθεια στοχασμού και αναστοχασμού πάνω στο εθνικό φαινόμενο στις σύγχρονες συνθήκες. Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει είναι μήπως ο αντιιμπεριαλισμός μερίδας της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης μπορεί τελικά να λειτουργεί σε όφελος του ρωσικού νεοϊμπεριαλισμού; 

Φέτος συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από την αρχή της περεστρόικας που σήμανε στη συνέχεια και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Τότε η Ε.Σ.Σ.Δ., η ηττημένη αυτής της αναμέτρησης, τροφοδοτούσε το ευρωπαϊκό ιδεώδες με την ιδέα του «κοινού ευρωπαϊκού σπιτιού», μια ιδέα που συνεπήρε Ρώσους και λοιπούς Ευρωπαίους και που σήμερα φαίνεται να προκαλεί όχι μόνο μια γλυκιά νοσταλγία αλλά και μια πικρία για την ακύρωσή της. Η πολλαπλή ευρωπαϊκή κρίση μάς υποχρεώνει να σκεφτούμε και να διεκδικήσουμε ξανά μια ενιαία, ενωμένη και ελεύθερη Ευρώπη, χώρο δημοκρατίας και ευημερίας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Leonid Bljakher, «Istorija kak ideologija. Etjud ob istoricheskom jazyke V.V. Putina», Gefter (26.12.2014, gefter.ru).

2. http://likbez.org.ua/

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 22 (02.2015)