Ρωσία όπως Ευρώπη

 

Επανεξετάζοντας τη διχοτομία Δύση- Ανατολή: τα πολλαπλά πρόσωπα της Ρωσίας στον ελληνικό 19ο αιώνα

 

Άντα Διάλλα

 

Στην Ιστοριογραφία αλλά και στον δημόσιο λόγο οι στάσεις του ελληνικού κόσμου απέναντι στη Ρωσία αντιμετωπίζονται συνήθως με βάση ένα δίπολο. Από τη μια μεριά είναι η ιστορία του ελληνικού φιλορωσισμού που αξιολογείται ως μια παραδοσιακή και συντηρητική τάση της νεοελληνικής κοινωνίας και περιλάμβανε την πρόσληψη της Ρωσίας ως τόπου ελπίδας για τους σκλαβωμένους Έλληνες (το ξανθόμαλλο γένος, η καλή ορθόδοξη Ανατολή εναντίον λατινικής Δύσης κ.λπ.). Από την άλλη, η ιστορία του αντιρωσισμού και αντισλαβισμού. Οι Ρώσοι άλλοτε περιγράφονται ως εχθροί στο πλαίσιο των αντίπαλων βαλκανικών εθνικισμών, άλλοτε ως προστάτες στις ελληνικές περιπέτειες του Ανατολικού Ζητήματος, όπως στο Κρητικό, άλλοτε ως κακοί «αδελφοί» στα Πατριαρχεία της Ανατολής, τέλος, ως οι άνομοι ή νόμιμοι διεκδικητές της βυζαντινής κληρονομιάς. Και στις δύο εκδοχές, με θετικό ή αρνητικό πρόσημο, η Ρωσία εμπίπτει στον χώρο της παράδοσης, της συντήρησης και του αντιευρωπαϊσμού. Είχαν όμως έτσι τα πράγματα; Η επαφή με τον ρωσικό πολιτισμό και ιδιαίτερα με τη ρωσική λογοτεχνική παραγωγή και την κριτική της μας προσφέρει γόνιμα ερεθίσματα για να κατανοήσουμε μια δυναμική που ξεπερνά τα δικά μας στερεότυπα για τη διχοτομία Δύσης-Ανατολής. Το ερευνητικό έργο της Σόνιας Ιλίνσκαγια που αποτυπώνεται στον τόμο με τίτλο Η ρωσική λογοτεχνία στην Ελλάδα. 19οςαιώνας (Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006) προσφέρει το υπόβαθρο για τις σκέψεις που ακολουθούν.

Στο Ελληνικό Βασίλειο το ενδιαφέρον για τη Ρωσία αποτυπώνεται καθ’ όλη τη διάρκεια του διευρυμένου 19ου αιώνα στα ημερήσια και τα μηνιαία έντυπα. Πέραν των αναμενόμενων πολιτικών νέων και αναλύσεων, η ελληνική κοινή γνώμη ενημερώνεται για όλες τις πτυχές της ρωσικής ζωής: τις «προόδους» στην πολιτική, την κοινωνία, τη βιομηχανία, το εμπόριο, την τεχνολογία και ιδίως στον πολιτισμό και τη λογοτεχνία. Από τη δεκαετία του 1840 ακόμη δημοσιεύονται οι πρώτες μεταφράσεις του Πούσκιν, του Καπνίστ, του Λέρμοντοφ, του Καραμζίν. Από τη δεκαετία του 1870, μαζί με την ανάπτυξη του τύπου που γίνεται αρωγός της λογοτεχνίας πληθαίνουν οι μεταφράσεις των κορυφαίων της παγκόσμιας λογοτεχνίας, της ρωσικής μη εξαιρουμένης, με συνέπεια και την ανάπτυξη του κριτικού λόγου. Στη δεκαετία του 1880, τότε που εμφανίζεται η λογοτεχνική γενιά του ’80, εντείνεται και η γνωριμία με τον ρωσικό πολιτισμό που περιλαμβάνει όλες τις μορφές τέχνης και τους θεσμούς γύρω από αυτήν. Κατά την περίοδο αυτή θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε την ίδια τάση και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Μεταφράζονται και ξαναμεταφράζονται οι αδιαμφισβήτητοι αστέρες-γίγαντες του ρωσικού μυθιστορήματος. Συγγραφείς με πανευρωπαϊκή αναγνώριση, όπως ο Ιβάν Τουργκένιεφ, ο θεωρούμενος ως ο πιο Ρώσος Ευρωπαίος μυθογράφος, το έργο του οποίου επαινείται για τον ρεαλισμό και τον κοσμοπολιτισμό του. Ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, ο απαράμιλλος ψυχολόγος, ο μέγας οικουμενικός μυθογράφος, που, όμοια με τον Τουργκένιεφ, δεν ανήκει μόνο στη Ρωσία αλλά σε όλη την οικουμένη. Ο πιο πολυμεταφρασμένος από όλους τους ήταν ο Λέων Τολστόι: ο αναρχικός, ο χριστιανικός φιλόσοφος, ο παιδαγωγός, ο άνδρας που απασχολούσε συνεχώς τη ρωσική και διεθνή κοινή γνώμη με τις απόψεις για τη διανομή της περιουσίας του, τη θρησκευτική ανεκτικότητα, τον πασιφισμό, την πολιτική του αφοπλισμού, τον αφορισμό του από την επίσημη Εκκλησία. Όπως έγραφαν οι κριτικοί, «Η Ευρώπη δεν έχει ομοίους του». «Δίνει ιδιαίτερη ώθηση σε μεγάλους φιλολογικούς κλάδους». «Δημιουργεί το δράμα και την μυθιστορίαν επί νέων βάσεων». «Προκηρύσσει αληθή ανατροπήν των όρων του γεγηρακότος βίου της κοινωνίας».

Η ελληνική μεταφραστική ευαισθησία παρουσιάζει στο ελληνικό κοινό λιγότερο γνωστούς τότε –αλλά και από την άποψη του σημερινού καλλιεργημένου αναγνώστη– λογοτέχνες, όπως είναι ο Βσεβολόφ Γκαρσίν, ο Κωνσταντίνος Λεόντιεφ (αν και υποεκπροσωπούμενος, αν σκεφτεί κανείς την ελληνική θεματολογία και τον ιδιότυπο συντηρητικό φιλελληνισμό του) και πολλοί άλλοι. Τη διαχρονική όμως προτίμηση κρατά ο αγαπημένος και πολυμεταφρασμένος μυθογράφος του πρώιμου 19ου αιώνα Ιβάν Κριλόφ (ο Ρώσος Λαφονταίν, ή ο Ρώσος Αίσωπος κατά τη Σόνια Ιλίνσκαγια). Αργά ανακαλύπτεται ο Νικολάι Γκόγκολ, αλλά σχεδόν ταυτόχρονα με τη λογοτεχνική τους εμφάνιση στο μεταίχμιο των αιώνων μεταφράζονται ο Τσέχοφ, ο Γκόρκι, ο Αντρέγεφ.

Όσα δεν προλαβαίνει η μετάφραση, τα παρουσιάζει η κριτική. Μεταξύ άλλων και το θέμα του μηδενισμού που συμφέρεται με τον σοσιαλισμό. Η πραγμάτευση του θέματος γενικά στον τύπο όσο και σε συνάφεια με τη λογοτεχνική παραγωγή έδειχνε διογκωμένους τους μελλοντικούς κινδύνους του εκσυγχρονισμού, όταν αυτός συνδεθεί με τις σοσιαλιστικές, εξισωτικές ιδεολογίες που βάλλουν τα ιερά και όσια της Εκκλησίας, της παράδοσης αλλά κυρίως της αστικής φιλελεύθερης τάξης. Ωστόσο, κάποιες προσωπικότητες, όπως ο ριζοσπάστης συγγραφέας Σαλτικόφ-Στσεντρίν, ο Γκέρτσεν, ο Τσερνισέφσκι, ο Κραπότκιν, επαινούνται για την παρρησία, το ήθος, την αφοσίωση στην υπόθεση των αδικημένων και τις χειραφετικές απόψεις τους για τα δύο φύλα.

Τα αρκετά κριτικά σημειώματα και τα λίγα κριτικά δοκίμια εκφράζουν τον θαυμασμό τού τότε μορφωμένου ανθρώπου απέναντι στη διανοητική ακτινοβολία των Ρώσων συγγραφέων και στις ιδέες τους που αξιολογούνταν ως σημαντική συμβολή στη διανοητική ώθηση της ανθρωπότητας. Οι ιδιαίτερες συναισθηματικές πνευματικές ποιότητες των Ρώσων κωδικοποιούνται ως οικουμενικές. Ως ένας πλούτος ιδεών που προσφέρει πολύτιμες νέες θεάσεις για θέματα παλαιά και καινούρια στη μοντέρνα κατάσταση των σύγχρονων κοινωνιών: νέες ιδέες για τον άνθρωπο, την εσώτερη ζωή, την ατομική ευθύνη, τη δικαιοσύνη, τους συναισθηματικούς δεσμούς, τις σχέσεις των δύο φύλων, τον σεξουαλικό εξευτελισμό, την κοινωνική αδικία απέναντι στους ασθενέστερους, την κινητικότητα σε μια περίοδο εξαστισμού όπου οι άνθρωποι από την περιφέρεια έφταναν στην πόλη (κάτι που αποτελούσε και τον κεντρικό μύθο του ρωσικού κλασικού μυθιστορήματος) και έρχονταν αντιμέτωποι με τη διεφθαρμένη και απρόσωπη μητρόπολη, οι φτωχοί των πόλεων, οι μικροεγκληματίες, οι πόρνες, οι φοιτητές, τα ορφανά, τα εγκαταλειμμένα παιδιά, τα ψυχιατρεία αλλά και η φιλοδοξία για μια επαγγελματική επιτυχία.

Διερωτόνταν τότε οι κριτικοί πώς έγινε και η μέχρι πρότινος άμουση ρωσική κοινωνία, όπως εξακολουθούσε να είναι και η ελληνική, κατάφερε να δημιουργεί πολιτισμό πανευρωπαϊκής αξίας και σημασίας; Πώς κατάφερε να κάνει γιγαντιαία άλματα και να ξεπεράσει σε αυτό το πεδίο και τους πλέον ανεπτυγμένους Δυτικούς «προδρόμους της». Σχηματοποιώντας, οι απαντήσεις που έδιναν περιστρέφονταν γύρω από τους παρακάτω άξονες: Πρώτο, η ρωσική λογοτεχνία δεν στηρίχτηκε σε έναν «ευχαριστημένο» εθνισμό που ηλεκτρίζει απλώς το αρχαίο κλέος του έθνους. Δεύτερο, εμπνεύστηκε από τον πλούτο του λαϊκού βίου, από την εθνική ψυχή, όπως διεσώθη στα δημοτικά άσματα. Τρίτο, απέρριψε τη μίμηση των Δυτικοευρωπαίων και συνέθεσε δημιουργικά τα ρωσικά με τα δάνεια στοιχεία, παράγοντας μια πραγματικά αυθεντική κουλτούρα. Τέταρτο και ιδιαιτέρως σημαντικό, η δημοτική γλώσσα που χάρη στην αναπλαστική δημιουργία του Πούσκιν και του Καραμζίν από τις αρχές ακόμη του 19ου αιώνα έγινε η γλώσσα των αριστοκρατών και των μουζίκων κι έτσι επιτεύχθηκε η εθνική ολομέλεια.

Τέλος, εξαίρεται η κριτική στάση των ποιητών, των μυθογράφων και των κριτικών που είχε ως αποτέλεσμα η ρωσική λογοτεχνία να διακρίνεται για την παρρησία, τη διανοητική ανεξαρτησία, τη φιλανθρωπία και «ύψος ιδεών απαράμιλλον». Αυτές ήταν οι αρετές που της χάρισαν έναν μετασχηματιστικό ρόλο στα κοινωνικά φρονήματα και ιδιαιτέρως στο να κατανοήσουν όλοι ως μέλη της κοινωνίας ότι έχουν καθήκοντα ο ένας απέναντι στον άλλον. Η λέξη ιντελιγκέντσια δεν χρησιμοποιείται στις σχετικές αναφορές. Ωστόσο, αποδίδονται στους Ρώσους συγγραφείς ορισμένα από τα χαρακτηριστικά της έτσι όπως συζητούνταν στο ρωσικό περιβάλλον από τη δεκαετία του 1860.

Χάρη σε αυτές τις προϋποθέσεις και παρά τις απουσίες που οι Νεοέλληνες αναγνώριζαν ότι χαρακτηρίζουν τον ρωσικό πολιτισμό σε σύγκριση με τις ανεπτυγμένες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, η ρωσική φιλολογία, αν και εισήλθε τελευταία στον κύκλο των πολιτισμένων και παλαιών ευρωπαϊκών εθνών, βρισκόταν στην πρωτοπορία και το έπραξε, όπως και στις υπόλοιπες όψεις της ζωής της, «πηδώσα τους ενδιάμεσους βαθμούς και υφικνούμενη αμέσως εις την ωριμοτέραν έκφρασιν αρχαίων πολιτισμών». Ο δημοσιογράφος, λογοτέχνης, μεταφραστής, γνώστης της ρωσικής γλώσσας και πραγματικότητας και πολιτικός Αθανάσιος Βελλιανίτης προέτρεπε τους Έλληνες να λάβουν τους χυμούς της ρωσικής λογοτεχνίας, ώστε η ελληνική λογοτεχνία να μπορέσει να συμβάλει στην κοινωνική και πολιτική ανάπλαση της πατρίδας.

Ποιοι ήταν οι φορείς της γνωριμίας με τον ρωσικό πολιτισμό. Κυρίως Έλληνες της διασποράς, που ζούσαν στην κοσμοπολίτικη Πετρούπολη, τη Μόσχα ή την πολυπολιτισμική Οδησσό. Δηλαδή στα μεγάλα αστικά κέντρα, που αποτελούσαν και τις νησίδες του νεωτερικότητας και του μοντερνισμού στο μέσο μιας παραδοσιακής ενδοχώρας. Αλλά και στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία και αλλού, οι μητροπόλεις δεν ήταν τέτοιες νησίδες; Άρα μήπως να ξανασκεφτούμε τον ρόλο της μητροπολιτικής Ρωσίας στη μεταφορά των νεωτερικών ιδεών ως εξίσου κεντρικό με αυτόν της Γαλλίας ή της Αγγλίας;

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 14 (06.2014)