- «Εγώ είμαι ποιητής ιστορικός» - «Τι ήξερε από την Ιστορία ο ιστορικός;»

 

Καβάφης, Αναγνωστάκης και μικροϊστορία

 

Κώστας Καραβίδας

 

Ό,τι ακολουθεί δεν είναι παρά μια δοκιμή συγκριτολογικής διερεύνησης ενός σκηνοθετημένου, οιονεί ποιητικού και ιστοριογραφικού διαλόγου, όπως ακριβώς υπαινίσσεται το φραστικό μοντάζ του τίτλου. Θα επιχειρήσω να εξετάσω πτυχές μιας απρόσμενης και ασχολίαστης μέχρι σήμερα συνάντησης του Αναγνωστάκη με τον Καβάφη στο πεδίο της ιστορίας και πιο συγκεκριμένα της μικροϊστορίας.

Η μικροϊστορία είναι μέθοδος ιστοριογραφίας και όχι ρεύμα οργανωμένο πάνω σε σαφείς θεωρητικές αρχές. Ως ιστοριογραφική τάση εμφανίστηκε στην Ιταλία στις αρχές της δεκαετίας του ’70 με βασικό εκπρόσωπό της τον Κάρλο Γκίνζμπουργκ. Η μικροϊστορία δεν υποκαθιστά την ιστορία ούτε είναι ανταγωνιστική προς αυτή· είναι μάλλον συμπληρωματική μέθοδος εμπλουτισμού της «μεγάλης» ιστορίας και αποκατάστασης των αδικιών που σχεδόν αναπόφευκτα εκείνη διαπράττει. Η πρακτική της συνίσταται στη σμίκρυνση της κλίμακας παρατήρησης, μέσω της υιοθέτησης μιας οπτικής μικροανάλυσης, που σκοπό έχει να διασώσει από την ιστορική αφάνεια την ατομικότητα κάθε μέλους της κοινωνικής ζωής. Ό,τι επιχειρεί να περισώσει, βρίσκει εντυπωσιακή έκφραση στους στίχους του Μανόλη Αναγνωστάκη:

 

Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί

Και τόσα γεγονότα απλά βιβλία

 

Στόχος μου είναι να δείξω πώς ο Καβάφης και ο Αναγνωστάκης, αν και διαφορετικής ιστορικής αίσθησης ποιητές, αντιμετωπίζουν στο ποιητικό τους έργο με κοινή, σε γενικές γραμμές, οπτική την ιστορία. Και αυτή η ομόλογη ιστορική ποιητική, στην οποία θα βρούμε και σημαντικές διαφοροποιήσεις, δεν είναι άλλη από την οπτική της μικροϊστορίας, δηλαδή η έμφαση σε πρόσωπα και γεγονότα περιθωριακά και σβησμένα, σχεδόν ξεχασμένα, από τη μεγάλη ιστορία, τη μακροϊστορία. Οι στίχοι τους, όπως θα προσπαθήσω να δείξω, απηχούν την αγωνία του ανθρώπου σε όλες τις εποχές να σταθεί με αξιοπρέπεια απέναντι στις δυσμένειες της ζωής και της ιστορίας.

 

Η «αισθηματοποίηση της ιστορίας» στον Καβάφη

Ο Καβάφης και ο Αναγνωστάκης, στο μεγαλύτερο μέρος του έργου τους, ακόμα και σε εκείνα τα ποιήματά τους που δεν είναι ιστορικά, βρίσκονται σε ανοιχτό διάλογο με την ιστορία. Το ιστορικό τους ενδιαφέρον είναι μάλιστα επικυρωμένο σε ανύποπτο χρόνο με προγραμματικές δηλώσεις ποιητικής ιστοριογραφίας. Η δήλωση του Καβάφη «Εγώ είμαι ποιητής ιστορικός», μάλλον θα πρέπει να θεωρηθεί περισσότερο ακριβής απ’ ό,τι ίσως πιστεύουμε, παρά την αποπροσανατολιστική διευκρίνιση του ίδιου του ποιητή να μη ζητήσουμε να τον βρούμε έξω από τα ποιήματά του. Δεν είναι ωστόσο χωρίς αξία και μια άλλη δήλωση του Καβάφη: «Ποτέ μου δεν θα μπορούσα να γράψω μυθιστόρημα ή θέατρον· αλλ’ αισθάνομαι μέσα μου 125 φωνές να με λέγουν ότι θα μπορούσα να γράψω ιστορίαν». Ο Σαρεγιάννης σημειώνει εύστοχα επ’ αυτού: «Μεγάλη μέρα θα ήταν για τον Καβάφη εκείνη που θα ανακάλυψε ότι η ιστορία μπορεί να αντιμετωπιστεί και σα μια ανθολογία από ζωές αγνώστων ή μισοαγνώστων ανθρώπων».

Η ιστορία για τον Καβάφη είναι, όπως υποστήριξε ο Μπρόντσκυ, μια «σύνοψη ντοκουμέντων και επιγραφών», κυρίως από τον 3ο π.Χ. μέχρι τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Εστιάζει στον πολυτάραχο ελληνιστικό κόσμο, «σε πολιτείες που λάμπουν και τρεμοσβήνουν», κατά τον Σεφέρη, στον οποίο οφείλουμε τις πρώτες –αμφισβητούμενες σήμερα– παρατηρήσεις για την ιστορική αίσθηση στον Καβάφη. Πρωταγωνιστές του ποιητικού κόσμου του είναι πρόσωπα για τα οποία «στην ιστορία λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται», ήρωες από το περιθώριο, από τις υποσημειώσεις των μεγάλων βιβλίων της ιστορίας, αλλά και γνωστοί αυτοκράτορες και βασιλείς που φωτίζονται όμως από απρόσμενες οπτικές.

Η «σκόρπια αρχιτεκτονική» της καβαφικής ιστοριογραφίας γίνεται πιο συγκεκριμένη στον «Καισαρίωνα», ποίημα που αναφέρεται στον πρεσβύτερο γιο της Κλεοπάτρας, που μετά την ήττα του Αντωνίου στο Άκτιο (31 π.Χ.) θανατώθηκε από τον Καίσαρα Οκτάβιο. Σε αυτό το ποίημα ο Καβάφης αιτιολογεί την ενασχόλησή του με την ιστορία και μας εισάγει στο ποιητικό-ιστοριογραφικό του εργαστήριο, εκεί όπου δούλεψε με θαυμαστή συνέπεια και ακρίβεια, εξακριβώνοντας τις πηγές του και εξιχνιάζοντας άγνωστα περιστατικά της ελληνιστικής, της ρωμαϊκής και της βυζαντινής εποχής:

 

Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή,

εν μέρει και την ώρα να περάσω,

την νύχτα χθες πήρα μια συλλογή

επιγραφών των Πτολεμαίων να διαβάσω.

 

Στο ίδιο ποίημα φαίνεται πως η μικροϊστορική οπτική κατευθύνει την ανάγνωση του ιστορικού Καβάφη:

 

Όταν κατόρθωσα την εποχή να εξακριβώσω

θάφινα το βιβλίο αν μια μνεία μικρή,

κι ασήμαντη, του βασιλέως Καισαρίωνος

δεν είλκυε την προσοχή μου αμέσως…

 

Ο «Καισαρίων» έχει ενδιαφέρον ως δείγμα της μικροϊστορικής ποιητικής του Καβάφη, στην οποία συμφύρονται ο αισθητικός και ερωτικός Καβάφης με τον ιστορικό. Εδώ νομίζω ταιριάζει η εύστοχη παρατήρηση, πάλι του Μπρόντσκυ, για τον Αλεξανδρινό: «Στα ιστορικά του ποιήματα τον απασχολεί η παρακμή του ελληνιστικού κόσμου, κατάσταση της οποίας αυτός ο ίδιος, σαν άτομο, αποτελεί μικρογραφία ή καθρέφτισμα». Κατά κάποιον τρόπο, η ιστορία στο έργο του, για να χρησιμοποιήσω το υπέροχο ρήμα του Καβάφη, «αισθηματοποιείται»:

 

Α, να, ήρθες συ με την αόριστη

γοητεία σου. Στην ιστορία λίγες

γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,

κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου.

Σ’ έπλασα ωραίο κ’ αισθηματικό.

 

Αλλά μήπως και εκείνο το «αφέθηκες κ’ ενδίδεις» της «Σατραπείας» που αναφέρεται στον Θεμιστοκλή δεν υποδηλώνει αυτή την ειρωνική αισθηματοποίηση της ιστορίας; Το ιστορικό επεισόδιο στον Καβάφη είναι μέσο για την έκφραση μιας προσωπικής συγκίνησης. Στα πιο επιτυχημένα από τα ιστορικά του ποιήματα, εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι η ανάδειξη των στάσεων των υποκειμένων, που κι αυτές «αισθηματοποιούνται»:

 

Είναι κι αυτή μια στάσις. Νοιώθεται.

 

γράφει στο ποίημα «Στα 200 π.Χ.» αναλαμβάνοντας να διευκρινίσει και να αξιολογήσει το ιστορικό επίγραμμα «Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων» που συνόδευσε την εκστρατεία στην Ασία.

Πιο χαρακτηριστικό όμως και πλούσιο μικροϊστοριογραφικό ποίημα του Καβάφη είναι το βυζαντινό «Ο Ιωάννης Καντακουζηνός υπερισχύει». Στο ποίημα αυτό ο ποιητής κατορθώνει με τη γνωστή εκπληκτική οικονομία του λόγου του να μας εισαγάγει σε μια ολόκληρη εποχή, επισημαίνοντας πολλαπλές όψεις της φεουδαρχικής κοινωνίας και οικονομίας, της κουλτούρας των ευγενών και της εκκλησίας αλλά και των αυτοκρατορικών πρακτικών. Νομίζω ότι ο μικροϊστορικός Γκίνζμπουργκ, συγγραφέας του περίφημου έργου Το τυρί και τα σκουλήκια, που ανασυνθέτει τον άγνωστο ευρωπαϊκό 16ο αιώνα μέσα από το παράδειγμα ενός μυλωνά από το ιταλικό Φριούλι, ο οποίος οδηγήθηκε στην πυρά από την Ιερά Εξέταση, θα ζήλευε μια τέτοια περιεκτική ιστορική ανατομία. Το παραθέτω ολόκληρο ως έξοχο δείγμα πυκνής περιγραφής που χωρίς να φλυαρεί σχολιάζει με ειρωνεία –συνεπώς αξιολογεί– την εποχή της αυτοκρατορίας του λογίου αλλά άπληστου Ιωάννη Καντακουζηνού, δίνοντάς μας παράλληλα την πανοραμική τοιχογραφία μιας κοινωνίας σε παρακμή:

 

Τους κάμπους βλέπει που ακόμη ορίζει

με το σιτάρι, με τα ζώα, με τα καρποφόρα

δένδρα. Και πιο μακρυά το σπίτι του το πατρικό,

γεμάτο ρούχα κ’ έπιπλα πολύτιμα, κι ασημικό.

 

Θα του τα πάρουν – Ιησού Χριστέ! – θα του τα πάρουν τώρα.

 

Άραγε να τον λυπηθεί ο Καντακουζηνός

αν πάει στα πόδια του να πέσει. Λεν πως είν’ επιεικής,

λίαν επιεικής. Αλλ’ οι περί αυτόν; αλλ’ ο στρατός;–

Ή, στην κυρία Ειρήνη να προσπέσει, να κλαυθεί;

 

Κουτός! Στο κόμμα να μπλεχθεί της Άννας –

που να μην έσωνε να την στεφανωθεί

ο κυρ Ανδρόνικος ποτέ. Είδαμε προκοπή

από το φέρσιμό της, είδαμε ανθρωπιά;

Μα ώς κ’ οι Φράγκοι δεν την εκτιμούνε πια.

Γελοία τα σχέδιά της, μωρά η ετοιμασία της όλη.

Ενώ φοβέριζαν τον κόσμο από την Πόλι,

τους ρήμαξεν ο Καντακουζηνός, τους ρήμαξε ο κυρ Γιάννης.

 

Και που το είχε σκοπό να πάει με του κυρ Γιάννη

το μέρος! Και θα τόκαμνε. Και θάταν τώρα ευτυχισμένος,

μεγάλος άρχοντας πάντα, και στεριωμένος,

αν ο δεσπότης δεν τον έπειθε την τελευταία στιγμή,

με την ιερατική του επιβολή,

με τες από άκρου εις άκρον εσφαλμένες του πληροφορίες,

και με τες υποσχέσεις του, και τες βλακείες.

 

Το μείζον ερώτημα που βασάνισε την καβαφική κριτική είναι αν ο ιστορικός Καβάφης αναφέρεται στο παρόν της εποχής του. Νομίζω η λύση του αινίγματος είναι η παραδοχή ότι με τον Καβάφη δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος για το πότε αναφέρεται στο παρόν και πότε όχι. Πότε η ιστορία γίνεται απόδραση από το παρόν και πότε αποτύπωσή του. Η κεντρική στρατηγική της καβαφικής γραφής είναι ούτως ή άλλως η απόκρυψη και αυτή δεν λείπει ούτε από τα ιστορικά του ποιήματα. Όπως και να ’χει, και τούτο ισχύει και για τον Καβάφη αλλά και για τον Αναγνωστάκη, η προσφυγή στην ιστορία υπονοεί και προϋποθέτει το αβάσταχτο και το θλιβερό του παρόντος. Ξέρουμε πάντως στα σίγουρα μόνο μία, επισημασμένη από τον Τσίρκα, περίπτωση καβαφικού μικροϊστορικού ποιήματος που παραπέμπει σε υπαρκτό ιστορικό γεγονός. Είναι το «27 Ιουνίου 1906, 2 μ. μ.», που αναφέρεται στην ομαδική εκτέλεση Αιγύπτιων χωρικών από τους Βρετανούς στο χωριό Ντενσουάι. Η μοναδική τόσο απροκάλυπτη υποταγή του Καβάφη στον πειρασμό της περιστασιακής ποίησης είχε αρνητικές συνέπειες για την ποιότητα αυτού του ποιήματος:

 

[…]

Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας

κ’ επέρασάν το τό σκοινί και τόπνιξαν

το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,

κ’ ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν,

με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας

το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,

η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα

και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·

«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,

«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα παιδί μου».

 

Το μόνο που θυμίζει Καβάφη σε αυτό το δύσκολα ταξινομήσιμο μικροϊστορικό ποίημα είναι εκείνο «το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα» των τελευταίων στίχων, δείγμα κι αυτό της ειρωνικής αισθηματοποίησης της ιστορίας από τον ποιητή.

 

Η «ιστορικοποίηση του αισθήματος» στον Αναγνωστάκη

Αλλάζοντας σκηνικό και περνώντας στον Αναγνωστάκη μπορούμε να πούμε εξαρχής ότι η μικροϊστορική του ποιητική είναι λιγότερο εμφανής και περισσότερο υπαινικτική από του Καβάφη. Η ιστορία στον Αναγνωστάκη διαθλάται στο καμίνι της καθημερινότητας. Οι προγραμματικές δηλώσεις ποιητικής ιστοριογραφίας στα ποιήματά του δεν αφήνουν ωστόσο περιθώρια παρερμηνειών των προθέσεών του. Ήδη από την πρώτη του συλλογή, τις Εποχές (1945), εκδηλώνει τις ιστοριογραφικές του προθέσεις:

 

Μια μέρα θα γράψω την ιστορία των χρόνων μου

Ένας κήπος μ’ άδικα κομμένα άγουρα ρόδα

Μια θάλασσα που ταξιδεύουνε τα πλοία χωρίς προορισμούς

Πρόσωπα σπαταλημένα την εποχή που κατόρθωσαν ν’ αγγίξουν ελαφρά μια συνετά φυλαγμένη πτυχή μας.

 

Για τον Αναγνωστάκη η ιστορία των χρόνων του, δηλαδή της Κατοχής, του Εμφυλίου και της μετεμφυλιακής Ελλάδας ταυτίζεται με τα πρόσωπα που έζησαν τις συνέπειες της πανουργίας της ιστορίας. Αυτός είναι ο «ένας κήπος μ’ άδικα κομμένα άγουρα ρόδα». Γι’ αυτό σε κάποιο του ποίημα αναρωτιέται εναγωνίως:

 

Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;

 

Η ιστορία για τον Αναγνωστάκη –σε αντίθεση με τον Καβάφη– δεν προσφέρει τέρψη. Το δυσβάσταχτο παρόν του πολέμου δεν αφήνει περιθώρια:

 

Τα βράδια ξαγρυπνούσαμε στα βιβλία με τις αρχαίες ηρωικές ιστορίες

Τον αθώο μας ύπνο τυράννησαν οι αντίλαλοι των φημισμένων πολεμιστών

Ύστερα τα ξεχάσαμε όλα αυτά σε μια γωνιά γελώντας για τα παιδιάστικα καμώματα.

Ίσως αύριο μια τόση τρυπίτσα μου χαράξει το μέτωπο

 

Ο ιστορικός στοχασμός του Αναγνωστάκη βρίσκει εμβληματική έκφραση σε δύο στίχους-σπαράγματα από το Υ.Γ. Ο πρώτος μοιάζει με επίθεση της ποίησης απέναντι στην ιστορία:

 

Τι ήξερε από την Ιστορία ο ιστορικός;

 

αναρωτιέται ο Αναγνωστάκης, αναπλάθοντας εκείνο το αρχαίο «ποίησις σπουδαιότερον και φιλοσοφώτερον Ιστορίας εστίν». Προτού ωστόσο προλάβουμε να του αποδώσουμε μεταμοντέρνες προθέσεις σχετικοποίησης της δυνατότητάς της ιστορικής επιστήμης να αναδεικνύει την αλήθεια, πάλι στο Υ.Γ. ο ποιητής μάς προλαβαίνει με προφανή ειρωνεία απέναντι στις νέες τάσεις των καιρών της κατάρρευσης των μεγάλων αφηγήσεων:

 

Το ενοχλητικότερο ήταν πως επέμενε να γράφει

την αλήθεια με άλφα κεφαλαίο

 

Ολόκληρη η μικροϊστορική αφήγηση του Αναγνωστάκη είναι ένας κόσμος διάψευσης και ματαίωσης. Αυτό που τον διαφοροποιεί από τον Καβάφη και καθορίζει αποφασιστικά την ποιητική ιστοριογραφία του είναι το βίωμα. Ο Αναγνωστάκης δεν ανατρέχει όπως ο Καβάφης στην παλαιότερη ιστορία. Έχει πρωτογενή, δηλαδή άμεση, σχέση με την ιστορία που μεταγράφει ποιητικά. Η ιστορία στην ποίησή του εμφανίζεται ως βιωμένη εμπειρία. Δεν επικαλείται πηγές και τεκμήρια γιατί ο ίδιος αποτελεί πηγή και τεκμήριο. Η μικροϊστορική οπτική του ανασύρει στην επιφάνεια νικημένους συντρόφους, βουβά πρόσωπα από το μισοσκόταδο της Ιστορίας, «ονόματα σαν προσευχές», όπως του Χάρη 1944, του Λοχία Όττο V…, του Γιώργου Τάδε, του Ραούλ και άλλα πολλά σκόρπια, από την ιστορία των αριστερών αγώνων. Κι ας λέει παραπλανητικά ο ίδιος ότι:

 

Όλα τα πρόσωπα της ιστορίας μας είν’ εντελώς φανταστικά […]

Γιατί και η Εποχή δεν υπήρξε – μη μιλήσεις πια γι’ αυτή

 

Κάποια απ’ αυτά τα πρόσωπα μένουν σκοπίμως αταυτοποίητα, σε κάποια ποιήματα υπονοούνται και μοιάζουν με τις ψευδοϊστορικές περσόνες του Καβάφη:

 

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ’ξερα τι κάθαρμα ήσουν,

Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα

 

Ή πάλι εκείνος ο ανώνυμος που: 

 

Και πώς να τον βρίσεις κάθαρμα, όταν έχει κάτσει είκοσι χρόνια φυλακή

 

Το πρόσωπο, κατά κανόνα δοσμένο –μέχρι τον Στόχο– είτε με το μικρό του όνομα είτε με τα αρχικά του, γίνεται ο βασικός άξονας της μικροϊστορικής προσέγγισης του Αναγνωστάκη:

 

Πώς να εξηγήσω πιο απλά τι ήταν ο Ηλίας

Η Κλαίρη, ο Ραούλ, η οδός Αιγύπτου

Η 3η Μαΐου, το τραμ 8, η «Αλκινόη»

Το σπίτι του Γιώργου, το αναρρωτήριο.

Θα σου μιλήσω πάλι ακόμα με σημάδια

Με σκοτεινές παραβολές με παραμύθια

Γιατί τα σύμβολα είναι πιο πολλά απ’ τις λέξεις

Ξεχείλισαν οι περιπέτειες οι ιδιωτικές

Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει

 

Το εξοχότερο όμως δείγμα πυκνής μικροϊστορικής περιγραφής του Αναγνωστάκη είναι το ποίημα «Πόλεμος». Με ποιητική οικονομία που μας φέρνει στον νου τον «Ιωάννη Καντακουζηνό» του Καβάφη, κατορθώνει μέσα σε λίγους στίχους να αναπαραστήσει με μικροϊστορική ματιά σκόρπιες εικόνες, άγνωστα κι ασήμαντα πρόσωπα και ψυχικές διαθέσεις της κατοχικής Θεσσαλονίκης, δίνοντας μάλιστα υπαινικτικά βάθος και προοπτική στη σκηνή του:

 

Οι δείχτες κοκαλιάσανε κι αυτοί στην ίδια ώρα.

Όλα αργούν πολύ να τελειώσουνε το βράδυ, όσο κι αν τρέχουν γρήγορα οι μέρες και τα χρόνια

Έχει όμως κανείς και τις διασκεδάσεις του, δεν μπορείς να πεις· απόψε λ.χ. σε τρία θέατρα πρεμιέρα.

[…]

Στο λιμάνι τα μπορντέλα παραγεμίσανε από το πλήρωμα των καινούριων αντιτορπιλικών κι οι μάρκες πέφτουνε γραμμή.

[…] 

Στην οδό Αιγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά) τα κορίτσια κοκαλιασμένα περιμένανε απ’ ώρα τον Ισπανό με τα τσιγαρόχαρτα.

Κι εγώ ο ίδιος δεν το πιστεύω αλλά προσπαθώ να σε πείσω οπωσδήποτε, πως αυτό το πράγμα στη γωνιά ήτανε κάποτε σαν κι εσένα. Με πρόσωπο και με κεφάλι.

[…] 

Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες και οι φανφάρες κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ’ τις άναρθρες κραυγές

[…] 

Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!

Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.

Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!

 

Ο Αναγνωστάκης μιλάει με ονοματεπώνυμα μόνο στο Περιθώριο ’68-’69, σε αυτό το εικονοστάσι αγίων και προσκλητήριο νεκρών συντρόφων, από τον σχεδόν άγνωστο Οκνίτη Κώστα Χατζημάλη μέχρι τον Νίκο Μπελογιάννη. Πρόκειται για την καταγραφή αυτών των «ονομάτων σαν προσευχές» που αναφέρει στον Στόχο:

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

[…]

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ

Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι

σκοτάδι,

Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω

Ονόματα σαν προσευχές του τραγουδώ τους νεκρούς μας

 

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

 

Η μικροϊστορία ως χαμηλή φωνή

Κλείνοντας, ας δοκιμάσουμε κάποια συμπεράσματα για τη χρήση της μικροϊστορίας στον Καβάφη και τον Αναγνωστάκη. Η λειτουργία της μικροϊστορίας και στους δύο εδράζεται στο πλαίσιο της «αισθηματοποίησης της Ιστορίας» και της «ιστορικοποίησης των αισθημάτων». Οι δύο ποιητές κινούνται σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Στον ελληνιστικό και τον βυζαντινό κόσμο ο Καβάφης· στη δεκαετία του ’40 ο Αναγνωστάκης. «Εν μέρει χριστιανός κ’ εν μέρει ελληνίζων» ο πρώτος. Εν μέρει ενταγμένος και εν μέρει, ας μου επιτραπεί να πω, ανένταχτος, ο δεύτερος. Ποιητές του μεταιχμίου που κλήθηκαν να περιγράψουν ποιητικά και μικροϊστορικά έναν κόσμο σε παρακμή, ιστοριογραφούν διαφορετικά από αντίστοιχα ποιητικά μεγέθη της εποχής τους, τον Παλαμά και τον Ρίτσο, ας πούμε, που έλκονται περισσότερο από τις γραμμές της μεγάλης ιστορίας.

Η επιλογή της μικροϊστορίας από τον Καβάφη και τον Αναγνωστάκη φαίνεται εύλογη. Η «χαμηλή φωνή» στην ποίηση τους μεταφέρει στην επικράτεια της μικροϊστορίας και η μικροϊστορία ως «χαμηλή φωνή» της ιστορίας τούς επιτρέπει να εκφράσουν την ατομική περιπέτεια δίπλα και σε διαλεκτική σύνδεση με τη συλλογική δοκιμασία. Η μικροϊστορική τους ματιά δεν καταγράφει απλώς την ιστορία. Ερμηνεύει και αναστοχάζεται τη θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Αν ο Καβάφης και ο Αναγνωστάκης ήταν δεμένοι με μια συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα, τα ποιήματά τους δεν θα διαβάζονταν σήμερα. Φροντίζουν όμως, συμφύροντας την ιστορία με τα ανθρώπινα καθημερινά πάθη, να ξεκόβουν από τη φαινομενική ιστορική αφορμή και να υπερβαίνουν την ιστορικότητα, διαφυλάσσοντας την αυτοτέλεια του ποιητικού λόγου και επιτρέποντας σ’ εμάς την πολλαπλότητα των ανοιχτών ερμηνειών. Οποιαδήποτε άλλη ανάγνωση θα έμοιαζε με Προκρούστη που θα στένευε αφόρητα την ερμηνεία τους.

Η ήττα του Αναγνωστάκη λοιπόν και η παρακμή του Καβάφη συναντιούνται στο κοινό φόντο της ιστορικής διάψευσης. Η Ιστορία, μια ιστορία σε ψίχουλα, εισβάλλει και στην καβαφική υγρή κάμαρα και στις υγρές πλάκες της φυλακής του Αναγνωστάκη. Ολόκληρο το ποιητικό τους έργο, ερωτικό, υπαρξιακό και φιλοσοφικό, καθορισμένο από τη δραστική επιβολή του Χρόνου, συνομιλεί με την ιστορική τους διάσταση. Γιατί κατά βάθος και των δύο το ενδιαφέρον για την ιστορία δεν είναι παρά «ναυαγισμένες επικλήσεις» και «ερειπωμένες επιθυμίες», λόγος σωματικός, ματαιωμένος.

  

ΥΓ. Το παραπάνω κείμενο είναι μια συντομευμένη εκδοχή της ανακοίνωσης που έκανε ο συνεργάτης του ΧΡΟΝΟΥ Κ. Καραβίδας στην ημερίδα με θέμα «Κ. Π. Καβάφης - Μανόλης Αναγνωστάκης – Μια συνάντηση» που οργάνωσε στις 20.9.2013 ο Όμιλος Φίλων του Ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη.

 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 05 (09.2013)