ο μάης γύρισε σπίτι του;

 

Η γενιά του ελληνικού 2000 απέναντι στο γαλλικό ’68.
Σκέψεις με αφορμή την ταινία του Ολιβιέ Ασαγιάς

 

Κώστας Καραβίδας

 

It begins with a blessing, it ends with a curse
Making life easy by making it worse

The Soft Machine, «Why are we sleeping?» (1968)

 

Ο γαλλικός Μάης του ’68 γέρασε. Δεν ξέρω αν μπορεί πλέον να τροφοδοτεί αφιερώματα, αλλά μετά την τελευταία «στρογγυλή» επετειακή αφορμή του 2008, πολύ φοβάμαι ότι στενεύεται αφόρητα ανάμεσα σε προσεγγίσεις νοσταλγικής ανάμνησης μιας ανεπίστρεπτης νεότητας και στην αντιδραστική (και κυρίαρχη πλέον) ερμηνεία του ως αφετηριακού σημείου για τη σημερινή ολική ηθική κατεδάφιση της Ευρώπης. Είναι προφανές ότι οι ουτοπικοί μύθοι του δεν αναπαράγονται πια με την ίδια ευκολία που συνέβαινε στις προηγούμενες δεκαετίες.

Το φιλμ του Ολιβιέ Ασαγιάς (γενν. 1955) Μετά το Μάη, που κατέκτησε το Βραβείο Σεναρίου στο Φεστιβάλ της Βενετίας και προβλήθηκε πρόσφατα και στην Ελλάδα –όχι με ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία– επιχειρεί να αποτυπώσει τον απόηχο της εξέγερσης, δίνοντας παράλληλα και μια ερμηνεία για το τι απομένει σήμερα από το μεθυστικό άρωμα της ουτοπίας που φορέθηκε στην Ευρώπη μετά το σημαδιακό 1968 και το αργόσυρτο πέρασμα των long sixties. Τοποθετώντας το σενάριο στα 1971, λίγο έξω από το Παρίσι, ο Ασαγιάς εκδηλώνει διαθέσεις ιστορικοποίησης, ακολουθώντας μια μάλλον χαοτική ροή αφήγησης. Στις πολλαπλές σκηνές της ταινίας αναπαριστά και επιχειρεί να χωρέσει όλες τις στερεοτυπικές εκφράσεις του πνεύματος του ’68. Αυτό που μένει περισσότερο στον θεατή είναι η εικόνα ενός δημιουργικού χάους, μιας άφοβης περιπλάνησης των ηρώων σε δρόμους απάτητους. Ο Μάης του Ασαγιάς έβαλε χρώμα στα ρούχα και σκοτεινιά στα βλέμματα των νέων της εποχής. Ο κόσμος των ενηλίκων είναι σχεδόν απών από την ταινία και, όπου εμφανίζεται δειλά, δείχνει να μην καταλαβαίνει τη βίαιη ωρίμαση μιας γενιάς και τη γενικευμένη της ανησυχία.

Ο Μάης του ’68, ως γνωστόν, ηττήθηκε πολιτικά αλλά θριάμβευσε αισθητικά στο πεδίο της κουλτούρας. Από το 1970 και μετά κάθε δεκαετία δίνει τη δική της ερμηνεία για την ήττα, αλλά συνήθως παραμένει αμήχανη απέναντι στη βαθύτερη, ίσως, ουσία του: τη σφοδρή κριτική του σε ό,τι αρρωστημένο και νόθο φώλιαζε μέσα στον κόσμο της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής αστικής υποκρισίας. Ο ηττημένος πολιτικά Μάης μετουσιώθηκε σε μια διαδικασία καταστροφής των ψευδαισθήσεων, τερματισμού της αυταπάτης και οδυνηρού αποφενακισμού των μαζών.

Ο σκηνοθέτης συμφωνεί με εκείνους που δεν βλέπουν στον Μάη μια ενιαία πολιτική κληρονομιά. Οι τροπές που δίνει ο Ασαγιάς στη ζωή των νεαρών πρωταγωνιστών της ταινίας παραπέμπουν στην ιδέα ότι ο γαλλικός Μάης δεν υπήρξε ούτε ιδεολογικά ούτε αισθητικά μονοσήμαντος. Αντιθέτως, σηματοδότησε το ξέσπασμα της υποκειμενικότητας στην πρόσληψη της Ιστορίας. Ο Μάης εγκαινίασε τη δυνατότητα του ατόμου να συλλαμβάνει προσωπικά και ενδόμυχα, τόσο στο ιδεολογικό όσο και στο αισθητικό πεδίο, τις μεγάλες αναταράξεις της Ιστορίας. Αυτή η νέα σχέση του ατόμου με την Ιστορία επέφερε δραστικές αλλαγές σε όλες τις μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς και συλλογικής δραστηριότητας, εξωθώντας τον κόσμο, ως συλλογική οργάνωση, σε σταδιακή αποσυνάρθρωση.

Γι’ αυτό και οι νεαροί ήρωες της ταινίας, καθώς αυτή κυλάει προς το τέλος, χάνονται σε ποικίλους δρόμους: στην τέχνη, στην πολιτική, στα ναρκωτικά, στο ψυχεδελικό ροκ, στον συμβιβασμό της εργασίας και του σπιτιού. Ένας μετά τον άλλο ολοκληρώνουν τον κύκλο της περιπλάνησης συντετριμμένοι. Το-μετά-τον-Μάη του Ασαγιάς υπήρξε, σε μεγάλο βαθμό, retour à la normale. Οι ήρωες γυρίζουν πίσω, αν και ποτέ μια τέτοια επιστροφή δεν σε αφήνει ίδιο και απαράλλακτο. Ο Μάης του ’68 στα χέρια του Ασαγιάς έγινε ένα φιλμ ενηλικίωσης και έδωσε μια ερμηνεία που τον αντικρίζει κυρίως ως ένα ανοιχτό καλλιτεχνικό εργαστήρι. Το δείχνει ξεκάθαρα και δεν θες να διαφωνήσεις: ο Μάης άνοιξε χίλιους νέους δρόμους για τη μοναξιά (κάποιοι απ’ αυτούς εξόχως γοητευτικοί) και την εξατομίκευση.

Εξυψώνοντας την καθημερινότητα σε αισθητικό διακύβευμα συγκρότησε ένα νέο πολιτισμικό βίωμα, που η ανθρωπότητα δεν έχει ακόμη υπερβεί. Ειδικότερα για την Αριστερά, μαζί με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989, παραμένει τραύμα ανεπούλωτο και δύσκολα διαχειρίσιμο. Αν κάτι έχει εξαιρετική σημασία για την ιστορικοπολιτική του προοπτική είναι ότι στο διαρκές εκκρεμές της τέχνης και της πολιτικής, ο Μάης ήταν η τελική (;) ήττα της πολιτικής κι αυτός είναι ο μακρινός απόηχός του που φτάνει στο παρόν.

Τα νοσταλγικά περάσματα του Ασαγιάς στη δική του εφηβεία δεν αδικούν αισθητικά την ταινία, αφού αποφεύγεται η μυθοποίηση και η αναγωγή του Μάη σε υπερ-ουσία του μετανεωτερικού κόσμου. Καθώς παρατηρούσα τις κλεφτές ματιές του σκηνοθέτη στην εφηβεία του, στη σκηνή, για παράδειγμα, που εμφανίζει τον ήρωά του να διαλέγει βινύλια ή στις βιβλιοφιλικές του αναζητήσεις, σκεφτόμουν ότι η δική μου γενιά δεν απέκτησε ποτέ στη μετα-εφηβεία της μουσικές, βιβλία και συγγραφείς που να αποτελούν σημείο αναφοράς. Ήταν και παραμένει μια απόλυτα κατακερματισμένη όσον αφορά το γούστο και την αισθητική, γενιά. Ειδικότερα μετά τα «αστραφτερά» ’90s, το συλλογικό γούστο αποσυναρμολογήθηκε σε χίλια κομμάτια και έκτοτε… ο καθείς και ο προσωπικός του δρόμος. Δεν έχω προφανώς καμία βιωματική μνήμη από το ’68, μπορώ όμως να πω ότι η ατμόσφαιρά του, όπως καταγράφεται στην ταινία του Ασαγιάς, δηλαδή ο καπνός των γενικών συνελεύσεων, η νευρωτική ελευθεριακότητα, η στεγνή ιδεολογικοποίηση των πάντων, ο αποχυμωμένος ψυχρός ερωτισμός των πολιτικοποιημένων νέων, μου έφεραν αισθητική αποφορά. Με ξένισαν πολλά στον κινηματογραφικό Μάη, κυρίως γιατί θυμήθηκα κακοχωνεμένες φόρμες του που επιβίωσαν σε πρακτικές και συμπεριφορές ετεροχρονισμένων επαναστατών της ύστερης Μεταπολίτευσης: τα αδιάλλακτα βλέμματα, οι καπνισμένες σκέψεις, ο γιακωβινισμός γύρω από την κατοχή της αρετής από γκρούπες και άτομα, η διύλιση του κώνωπα σε ασήμαντα ή σημαντικά έντυπα. Πιο οικεία, απεναντίας, μου στάθηκε η σκηνή στην οποία ο ήρωας του Ασαγιάς –έχοντας πάρει πια τον δρόμο της καλλιτεχνικής δημιουργίας με αισθητικούς και όχι ιδεολογικούς όρους– ξανακούει μετά από καιρό την πρώην φιλενάδα του που τον εγκατέλειψε χάριν ενός σκηνοθέτη του προπαγανδιστικού πολιτικού κινηματογράφου να χρησιμοποιεί τη λέξη «σύντροφος». Λέξη που ακούγεται τόσο μα τόσο ξένη στα αυτιά του…

Τι να κρατήσει λοιπόν κανείς από το πνεύμα του Μάη; Εγώ θα πω αυτό που κρίνω ότι έλειψε θανάσιμα από τη μετα-εφηβεία της δικής μου γενιάς: αυτό το έσω κάψιμο της αναζήτησης που εξωθούσε το βλέμμα να γίνεται κινηματογραφικό στη σχέση του με τον κόσμο.

Χωρίς να ταυτίζομαι με εκείνους που βλέπουν στον Μάη του ’68 τη ρίζα του μεταμοντέρνου κατακερματισμού των αφηγήσεων και των μεγάλων ιδεολογικών προταγμάτων, δεν μπορώ να αγνοήσω ότι η αναπόδραστη σήμερα πορεία των ανθρώπων των δυτικών κοινωνιών στην εσωστρέφεια δανείζεται από το αμφισβητητικό πνεύμα του Μάη. Ο μουδιασμένος ευρωπαϊκός κόσμος αδυνατεί, μετά τα αλλεπάλληλα σοκ, να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην ανάδειξη της υποκειμενικότητας και την ένταξη σε συλλογικότητες. Και ο βολονταρισμός της εξεγερσιακής ρητορείας εξακολουθεί να συγκροτεί απολυτότητες που δυσχεραίνουν την αναπνοή των αποχρώσεων.

Μετά τον Μάη λοιπόν μας έμειναν τα «μετά»… Και τώρα, άντε να εφευρίσκεις και να συναρμολογείς «το μετά το μετά». Ο πολιτικός γρίφος παραμένει άλυτος: πώς θα προστατεύεται η ατομικότητα μέσα στη συλλογικότητα και πώς θα λειτουργεί η συλλογικότητα επ’ ωφελεία του ατόμου.

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

σελ. 1 (από: 1) ΧΡΟΝΟΣ 01 (05.2013) < προηγ. άρθρο     |     επόμ. άρθρο >