το (ελληνικό) παράδοξο προ των πυλών: δύο αναζωογονητικά παραδείγματα

 

«Ο αστακός» – Γιώργου Λάνθιμου - Ευθύμη Φιλίππου

«Ο βυσσινόκηπος» – Άντον Τσέχοφ, σκηνοθεσία: Νίκος Καραθάνος

 

Βασίλης Αμανατίδης

 

Για αρχή, τρεις συνδεόμενες προεξαγγελτικές σκέψεις:

 

1. Η δημιουργία συμβαίνει πάντα στην αίσια πλευρά της δόξας ενός υποθετικού μέλλοντος – δηλαδή τρίβεται στο πλευρό της αισιοδοξίας. Αν δεν συμβαίνει εκεί, είναι αυτουργία (αυτούργημα), δημιουργία πάντως όχι.

Ειδικά σήμερα, δήμος είναι η έστω ανέλπιδη πίστη σε ένα κάπως αίσιο (όχι απαίσιο) μέλλον, και ό,τι φτιάχνουμε θα έπρεπε να απευθύνεται εκεί.

Απεικονίζοντας εμμονοληπτικά στην τέχνη το απαίσιο, μπορεί και να το κολακεύεις και να το θρέφεις. Το απαίσιο απομακρύνεται καλύτερα με αίσιους τρόπους.

Στην τέχνη, ένας τρόπος μιας κάποιας απομάκρυνσης του απαίσιου είναι η αντιμετώπισή του ως παραδόξου.

 

2. Έχω την πεποίθηση ότι η σύγχρονη ελληνική τέχνη κινείται ολοένα και περισσότερο προς το παράδοξο και προς τη διερεύνησή του, σχεδόν ως αναλυτική υπόθεση εργασίας. Αν ναι, πρόκειται για τομή: μια απομάκρυνση από ό,τι γνωρίζαμε και ό,τι έχουμε συνηθίσει. Έτσι, ίσως χτιστεί σταδιακά μια νέα ανοικειότητα: δηλαδή ένα καθεστώς ανοικείωσης από ό,τι θεωρούσαμε γνωστό και σύμμαχο. Την ανοικείωση αυτή τη θρέφει η απελπισία, η τρυφερότητα, ο θυμός, η ελεύθερη –συχνά ασύδοτη– φαντασία. Βασισμένα όμως όλα σε μια φαντασίωση έλξης προς το κατά παράδοσιν δικό μας ή και πλήρους αναίρεσής του – κάτι που είναι μάλλον το ίδιο (μας ανακουφίζει, σχεδόν μας σώζει ό,τι μας πονά, αφού αυτό ήταν κάτι που αν μη τι άλλο είχαμε, άρα είναι, ή θα είναι για πάντα «δικό» μας).

 

3. Προσωπικά, περιμένω από τη σύγχρονη (ελληνική, εν προκειμένω) τέχνη να επαναπροσδιορίζει τον εαυτό της και τους εαυτούς μας, να βράζει σε αργή φωτιά τις παλιές βεβαιότητες, να τις ανασυγκροτεί υπό το πρίσμα μιας επαναπροσδιοριστικής αμφιβολίας.

Υπό την έννοια αυτή, ο Λάνθιμος (και ο Φιλίππου), ο Κούτρας (αλλιώς), η Τσαγγάρη, η Bijoux de Kant, οι Blitz, αλλά και ο Καραθάνος και η ομάδα του, και άλλοι, λίγο νεότεροι-λίγο παλιότεροι, παράγουν έργο σημαντικά αναθεωρητικό. (Στην κίνηση αυτή, για μια ακόμη φορά νιώθω ότι η κουλτούρα της εικόνας και του θεάματος προηγείται και όντως προτείνει δρόμο/-ους. Όσο για την τέχνη του λόγου: σαν να μου φαίνεται πως η πεζογραφία ανθεί αλλά –κατά κανόνα– δεν τολμά, ενώ η ποίηση –κατά περίσταση– τολμά πολύ, αλλά δεν ανθεί.)

Μαζί με όλα αυτά, ας επισημανθεί και το εξής: ο Καραθάνος και ο Σίμος Κακάλας με την Γκόλφω, ο Δημήτρης Μαυρίκιος με την Πάπισσα Ιωάννα, η Άννα Κοκκίνου και η Ρούλα Πατεράκη με τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ο Γιώργος Κουμεντάκης με τη Φόνισσα, μα και άλλοι, πολύ λιγότερο ή πολύ περισσότερο εμφανώς, νά λοιπόν μια εποχή και μια χρονική συγκυρία μες στην οποία σχεδόν εξ ενστίκτου όλο και ξαναγυρνούμε –συνήθως κατά τρόπο ταυτόχρονα επιβεβαιωτικό και αναθεωρητικό– σε παλαιές κολυμβήθρες. Πρόκειται για μια κίνηση που προκαλεί συγκίνηση, ενίοτε μεγάλη, μα μόνο όταν δεν γίνεται επιτούτου, όταν δηλαδή υπακούει στην επανένωση, στην επανεγγραφή και στη μετατόπιση, και όχι σε επιτόπου και επιτούτου προγονοκαπηλίες.

Ας πιούμε, οπότε, στο μέλλον. Μα σε ένα μέλλον που ενσωματώνει μαχητικά το παρελθόν ή και εναντιώνεται σε αυτό. Κυρίως ας πιούμε στο μέλλον, αφού κιόλας εξακολουθούμε συνήθως να αντιμετωπίζουμε παθητικά/ηδονικά το παρελθόν ως καταπιώνα μας, αλλά και αφού το συγκεκριμένο μας παρόν, δεν (κατα)πίνεται με τίποτα.

 

 

Παραδόξου παράδειγμα πρώτο:

Η κάπως πρόωρη αίσθησή μου για τον κινηματογραφικό Αστακό του Λάνθιμου (και εκφράζοντας προς το παρόν μια-δυο τεχνικού κυρίως τύπου επιφυλάξεις – όπως π.χ. ότι η αποτύπωση της κοινωνίας των Μοναχικών θα ωφελούνταν από μεγαλύτερη συμμετοχή κομπάρσων, ισόποση με εκείνους του Ξενοδοχείου, ώστε να μην κινδυνεύσει το δεύτερο μέρος να θεωρηθεί παραμυθική παραβολή, αλλά μία εμπράγματη παραβολή βγαλμένη από τα σπλάχνα της πραγματικότητας, όπως και το πρώτο) είναι πως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πιθανό αριστούργημα.

Δύο ισομήκη μέρη (το δεύτερο εξίσου δυνατό και περιπλοκότερο από το οπωσδήποτε διασκεδαστικότερο πρώτο): όψεις μιας καθρεφτιζόμενης, υποτιθέμενα αντιθετικής, φυλακής – των δύο και του ενός.

Η ταινία (παρακάμπτοντας την πολιτισμική μας πεποίθηση –που μάλλον αποτελεί μια μάσκα, ένα ψέμα που λέμε μαζικά στον εαυτό μας– ότι τα ετερώνυμα έλκονται) βασίζεται ολόκληρη στη στιβαρή υπόθεση ότι αναζητούμε ο ένας στον άλλον το ομώνυμο ή ομοειδές, αυτό που θα μας ενώσει. Και μάλιστα με κολλητική μαγιά κυρίως τα αρνητικά χαρακτηριστικά, τα «ελαττώματα», τις μικροαναπηρίες μας. Πάνω στο πεδίο αυτό χτίζει μια τραγικωμωδία (το πρώτο μέρος περισσότερο μελαγχολική παρωδία, το δεύτερο περισσότερο κωμική τραγωδία), για τον τρόπο που οι άνθρωποι συσχετιζόμαστε και ενωνόμαστε στο τέλος του 20ού και σε αυτόν τον μέχρι στιγμής 21ο αιώνα. Ο έρωτας είναι εδώ η αφορμή. Θέματα της ταινίας είναι η αγάπη, τα ζευγάρια, η ειλικρίνεια, η απάτη, η αυταπάτη, το μαζί και το χώρια: το να είσαι άνθρωπος.

Η εμμονή των Λάνθιμου-Φιλίππου σε συγκεκριμένα μοτίβα με πείθουν ότι μαζί με τον Κυνόδοντα και τις Άλπεις, ο Αστακός συναποτελεί μια τριλογία, με συγκοινωνούντα δοχεία. Η επιτυχία της ταινίας όμως είναι αλλού:

Κατά τη γνώμη μου, λιγότερο επιμειξία Λαρς φον Τρίερ και Γουές Άντερσον (όπως γράφτηκε), και περισσότερο Μπουνιουέλ συν Χάνεκε (όπως επίσης γράφτηκε) ή Παζολίνι συν Μόντυ Πάιθον (όπως επίσης). Αλλά ο Αλέξανδρος Βούλγαρης είχε δίκιο: εδώ, το πρώτο μέρος είναι όλο (και) Στάνλεϋ Κούμπρικ: ως προς τη χρήση της κλασικής και άλλης αναπάντεχης μουσικής, το καταιγιστικό, επίμονο slow motion, την ιδιοφυή χρήση του voice over (αλά Μπάρρυ Λύντον), το ρόλο του ξενοδοχείου, των συμμετρικών διαδρόμων (αλά Λάμψη). Τούτο είναι εκπληκτικό, γιατί ο Αστακός λειτουργεί έτσι ως κινηματογραφικός καθρέφτης του καθενός μας, μοιάζοντας να έχει αφομοιώσει πλείστες επιρροές. Θα τολμούσα, ωστόσο, να προσθέσω στις επιρροές του και κάτι παράξενο: η ταινία μοιάζει με ευριπίδειας σύλληψης τραγικωμωδία ή και σατυρικό δράμα. Εφευρίσκει μια ολόκληρη μυθολογία εκ νέου, και την αναπτύσσει σχεδόν τέλεια: μία (μετα-οργουελική) αρχαιότητα, μία αμφίθυμη ψυχρή βακχεία αναδύεται κάτω από το επίχρισμα του σύγχρονου.

Κεντρικότερο ζήτημα ακόμη: μιλάμε πια για ένα συγκινητικό, σχεδόν σπαραχτικό έργο, που παρακολουθείς υπομειδιώντας, γελώντας, με σφιγμένο το στομάχι και στο τέλος βαθύτατα ανήσυχος. Το trademark του Λάνθιμου (η αυτοτιμωρία ως διέξοδος από ένα ασφυκτικό καθεστώς, οι μετεωριζόμενοι-ανοιχτοί τρόποι με τους οποίους κλείνει τις ταινίες του) εδώ κυριαρχεί ξανά: εξακολουθεί να κοιτά το ανθρώπινο είδος όπως θα το έβλεπε ένας εξωγήινος πολιτισμός, μόνο που εδώ ο εξωγήινος πολιτισμός αντικρίζει με ευθυβολία τα σπλάχνα του ανθρώπινου είδους. Διαπιστώνει δε πως προέρχονται από την ίδια ύλη με τα δικά του.

Ο Φιλίππου έχει γράψει ένα σενάριο αεροστεγές και ανοιχτό ταυτόχρονα, νομίζω πως θα διδάσκεται στο μέλλον. Το παράδοξο ως οικείο, η ανοικείωση ως νέα επαφή ας μας δείξουν τον δρόμο που είναι ήδη εδώ, αλλά ο εθνικός υπερσυναισθηματισμός μάς εμποδίζει να δούμε.

«Αυτή η τύφλωση θα μας ενώσει ή θα μας χωρίσει;» – νά ένα ερώτημα που ο Αστακός θέτει, και το οποίο ατομικά αλλά και συλλογικά θα ωφεληθούμε αν απαντήσουμε.

Μια σπουδαία ταινία, που δίνει ώθηση στο ευρωπαϊκό σινεμά, μιλώντας για τους τρόπους με τους οποίους έχουμε συνηθίσει να ανήκουμε ο ένας στον άλλον, να αντιπαρατιθέμεθα ως αντίπαλα μα ομοειδή κοινωνικά σύνολα κ.ο.κ. Ωστόσο, ο Αστακός μοιάζει υπογείως να διερωτάται κάτι ακόμη σημαντικότερο: το αν, πώς, από πού (και προς τι) μπορεί να προκύψει σήμερα ένα είδος επανάστασης – η οποία να μη βασίζεται στον διπολισμό και στον πιθηκισμό του ομοίου, αλλά στη συμπλεκτική δύναμη της συνύπαρξης και του ανομοίου, ίσως ακόμη και στην υμνολογία του διαφορετικού. Τούτο η ταινία των Λάνθιμου-Φιλίππου το πράττει ανεπαισθήτως, με τον πιο σιωπηρό και «ύπουλο» τρόπο: αποφεύγοντας πλήρως να μας χειραγωγήσει, στο τέλος της μας αφήνει σαδιστικά και χρήσιμα μόνους απέναντι στη μοναχικότητά μας, τις φοβίες, τις πεποιθήσεις και τα στερεότυπά μας, έχοντας όμως ενσπείρει μέσα μας τον ιό της διαβρωτικής αμφιβολίας.

  

 

Παραδόξου παράδειγμα δεύτερο:

Στην πρόσφατη παράσταση στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, ο Νίκος Καραθάνος μετέτρεψε τον Τσέχοφ σε φαρσοτραγωδία: επιμειξία μπουρλέσκ και κλειστοφοβικού (μελο)δράματος, καρτούν και βωβού σινεμά, με ολίγον Μπουλγκάκοφ-Μπέκετ (ή μήπως Γκόγκολ-Ιονέσκο) και ούτω καθεξής. Υπήρχαν σημεία ισόρροπης αφήγησης, και άλλα που εσκεμμένα δυναμίτιζαν κάθε αίσθηση συνοχής. Μια παράσταση που αρκετά πριν από τη μέση και έπειτα αλλάζει ύφος (μέχρι τότε ο Τσέχοφ επιζεί ατμοσφαιρικά, μα σαν διηθημένος από το βλέμμα του Λυντς στο Eraserhead), γλιστράει πάνω στην κιτσοπουλιάδα (απολαυστική πάντως η ίδια η Κιτσοπούλου), φλερτάρει αίφνης με τον αυτοδηλητηριασμό και την αυτοκαταστροφή της, επανασυναρμολογείται, και μετά από δυο σκηνές μανικής ευφορίας τελειώνει με Μίκυ Μάους θίασο σκιών και υψηλής συγκίνησης. Πέρα από το απολύτως ατμοσφαιρικό πρώτο σαραντάλεπτο, ήταν νομίζω στις χορικές (και χορευτικές-χορογραφημένες) στιγμές του (η ομαδική στάση των προσώπων που οσφραίνονται έναν αόρατο βυσσινόκηπο, οι στατικές αιώνιες παύσεις μετωπικά στο κοινό, το χειροκρότημα προς το ηλιοβασίλεμα κ.λπ.) που αυτός ο παράξενος Βυσσινόκηπος πάει ένα ωραίο βήμα αλλού τον Τσέχοφ, μα και που ο Καραθάνος κλείνει γλυκά το μάτι (χωρίς να κλείνει τα μάτια) στη λυτρωτική συγκίνηση προηγούμενων παραστάσεών του.

Αλλά εδώ το στοίχημα ήταν άλλο. Η παράσταση είναι ένα αγχωμένο ποίημα του Καραθάνου, ένα όνειρό του για τον Τσέχοφ μέσα σε έναν βαρυστομαχιασμένο και υπόδικο ύπνο, όπως η ίδια η ζωή μας τελευταία. Δαιμόνια άνισος, σκηνοθετικά φορτωμένος και σε άρνηση να ανακαλύψει μια ενιαία λειτουργική φόρμα, αυτός ο Βυσσινόκηπος είναι –παρ’ όλα αυτά– ένα ολόκληρο σύμπαν, μία έξαλλη ονειροφαντασία μέσω του τσεχοφικού Βυσσινόκηπου πάνω στην παιδική ηλικία, τη δηλητηριασμένη από το χρέος της ενηλικίωσης μα και από το τωρινό αβάσταχτο χρέος της οικονομίας. Ο Καραθάνος εδώ διακινδυνεύει αρκετά, κάνοντας μια παράσταση πάνω στο προσωπικό του σύμπαν και παραπέμποντας λοξά μόνο σε ποικίλες εκφάνσεις της νεοελληνικής νεύρωσης. Εδώ αποκαλύπτεται, θαρρώ, κυρίως ο ίδιος, παραμερίζοντας τις ευάερα ελληνοκεντρικές μεγάλες χειρονομίες των δύο προηγούμενων παραστάσεών του. Έτσι, αποκαλύπτεται όντως σαν ποιητής που έχει καταπιεί μέσα στον ύπνο του άλλους ποιητές. Το παραγόμενο ποίημά του είναι αλλόκοτο, τολμηρό, συνενωτικό πλείστων επιρροών, μα και μαζί γοητευτικά υπερφίαλο: το όνειρο ενός παιδιού-γίγαντα. Και κάπως έτσι, το «απαρηγόρητα» –που υπήρξε και το μότο αυτού του Βυσσινόκηπου– φέρει μέσα του όχι μόνο την άγρια θλίψη που σε κάνει να αγκομαχάς και σου κόβει την ανάσα, μα και την απαρηγόρητη, αναρχική χαρά της κατεδάφισης. Βασική ενοποιός αρχή, πάντως, παραμένει η απέραντη τρυφερότητα προς τη ματαιότητα των ανθρωπίνων, προς τις αντιφάσεις των ανθρώπων και προς το παιχνίδι της ζωής. Κι έτσι, τελικά, παρά τις αντιρρήσεις, μια παράσταση-κέρδος για εκείνους που αντέχουν το παιγνιώδες και αταξινόμητο υβρίδιο αποχαιρετισμού, επανανθρωπισμού και ελευθερίας που μας πρότεινε.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 31 (11.2015)