το πόμολο στη γλάστρα

 

Βασίλης Αμανατίδης

 

Γερμανική μετάφραση εδώ

Β. Αμανατίδης (φωτ. Πάνος Μιχαήλ)

(φωτογραφία: Πάνος Μιχαήλ)

 

ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ 3241

 

   «Τι μάθαμε, λοιπόν σήμερα;»

   «Ότι δεν βγαίνουμε ποτέ απ’ το σπίτι, “μέχρι νεωτέρας”...»

   «Γιατί;»

   «Γιατί υπάρχει μόνο μέρα, γιατί καίει πολύ, γιατί υπάρχει το “ανεξέλεγκτο”...»

   «Τι σημαίνει “ανεξέλεγκτο”;»

   «Σημαίνει αυτό που όποιος βγει έξω παθαίνει κατάληψη απ’ αυτό».

   «Γιατί;»

   «Δεν ξέρουμε. “Μέχρι νεωτέρας”».

   «Τι μας διδάσκει αυτό;»

   «Ότι φορούμε πάντα πιτζάμες, για να συνηθίζουμε στον ύπνο και για να μη θέλουμε να βγαίνουμε έξω, και έτσι να γλυτώνουμε».

   «Άρα;»

   «Ο ύπνος θα μας σώζει».

   «Μέχρι πότε;»

   «”Μέχρι νεωτέρας”».

   «Δηλαδή...»

   «Μέχρι να μας το πουν από την τηλεόραση».

   «Έτσι μπράβο, αγόρι μου. Είδες τι έπαθε ο πατέρας σου που βγήκε...»

   «Ναι».

   «Και δε θα βγάζουμε τη μάσκα ύπνου ούτε μες στο σπίτι, παρεκτός...»

   «...κι αν είναι απαραίτητο».

   «Τυχερά είστε εσείς που γεννηθήκατε μετά την απαγόρευση. Δεν έχετε μνήμες “κοντινότητας”. Έλα, πες την προσευχή σου τώρα...»

   «Όμως τι είναι αυτό εκεί που πετάει, μαμά;»

   «Α, μια πυγολαμπίδα είναι! Υπάρχουν ακόμη; Από πού μπήκε με κλειστά παράθυρα;»

   «Βγήκε από το χώμα μες στη γλάστρα...;»

   «Αυτό δε γίνεται... Όμως ωραίο αυτό το χώμα μες στη γλάστρα... Έλα, φτάνει τώρα, την είδες. Βάλε πάλι τη μάσκα. Και πες την προσευχή σου αγόρι μου, ακούω...»

 

 

Τα μέτρα πάρθηκαν προ οκταετίας. Ανακοινώθηκαν αρχικά από την τηλεόραση. Συνέστησε: παραμονή εντός των ορίων της οικίας, αποχή από συνευρέσεις σε εξωτερικούς χώρους. Αισιοδοξία, και κλειστά παντζούρια για τεχνητό βράδυ. Μαύρες κουρτίνες. Χαμηλά ή κλειστά φώτα, για αναπλήρωση νύχτας. Συχνή πόση χαμομηλιού για χαλάρωση, νυχτικό ένδυμα, μάσκες ύπνου. Προσπάθεια απομάκρυνσης από τις πόρτες. Η λέξη “πόρτα” κρίνεται ημιαπαγορευμένη. Τα νέα επίσημα λεξικά την παραλείπουν. Ο κόσμος τη χρησιμοποιεί.

 

 

ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ 523

 

Έβγαλε για λίγο τη μάσκα ύπνου από τα μάτια της και διάβασε το γράμμα στην οθόνη. Μετά την έβαλε ξανά, με έναν αναστεναγμό ανακούφισης: σκοτάδι πάλι. Κάθισε αμέσως να του γράψει:

   «”Άκουσέ” με. Αν πλησιάσω την πόρτα, μπορεί να μου ’ρθει κι εμένα να βγω έξω... Μα δεν το κάνω, όσο κι αν το θέλω. Όχι, δεν είναι καθόλου σοφό. Απλώς, μην πλησιάζεις πολύ την πόρτα του σπιτιού σου... Άκουσες την πρόσφατη απαγόρευση; Σίγουρα πέρασε το συνεργείο αφαιρέσεως από το σπίτι σου... Χάρηκες που είδες κάποιον; Εγώ χάρηκα τόσο πολύ... Κι ας φορούσε πανοπλία λαμαρίνας. Κι ας αφαιρέσαν όλα τα πόμολα και με σφραγίσαν μέσα. Ελπίζω να μην έχεις κρατήσει δεύτερο πόμολο ή κλειδί, αν και το αποκλείω – αυτοί τα βρίσκουν όλα με το ειδικό μηχάνημα. “Κλειδοφάγος” λέγεται, βρίσκει όμως και πόμολα. Η τηλεόραση λέει πως η ποινή για απόκρυψη πόμολου είναι τρομερή. Μα θα σου το ξαναπώ, “Αντώνιε”: προσπάθησε να ηρεμήσεις. Δεν έχει νόημα να πηγαίνεις κόντρα σ’ αυτό που συμβαίνει...»

   Πάλι γεμάτο αλλόκοτες ιδέες ήταν το e-mail του “Αντώνιου”. Της έγραφε πως σήμερα θα βγει στον δρόμο, τελείωσε. Και ό,τι γίνει. Ότι δεν άντεχε άλλο, καθόλου. Θα έρθει, λέει, να τη βρει... Τα τελευταία χρόνια η σκέψη της δεν τον αφήνει πια να κοιμηθεί. Θέλει να κάνουν πάλι έρωτα, να θυμηθεί το σώμα της.

   Ψυχωσική παράκρουση ξανά; Πώς θα μπορούσε να τον συνετίσει; Είδε κι έπαθε την περασμένη εβδομάδα να τον πείσει πως η ιδέα του να βρεθούν οι δυο τους στο πάρκο, σε κοινή θέα, έξω, μες στην απόλυτη μέρα, ήταν πέραν κάθε λογικής. Ραντεβού; Είχε χρόνια ν’ ακούσει μια τέτοια τρέλα. Ούτε καν από αυτόν, που, όσο θυμόταν, ήταν πάντα του παρορμητικός. Να που εννιά χρόνια προειδοποιήσεων κι απαγορεύσεων τον αφήνουν αναλλοίωτο...   

   Σκέφτηκε για λίγο πώς έπρεπε να συνεχίσει το γράμμα. Ένα επίμονο έντομο χτυπιόταν πάνω στη μάσκα ύπνου της, μα δεν την έβγαλε να δει τι έντομο. Έκανε απότομα με το χέρι της σκρατς πάνω στο μαύρο ύφασμα, έπιασε εκεί το λειωμένο με δείκτη και αντίχειρα και το πέταξε πιο πέρα.

   «Γιατί πώς μπορώ να είμαι σίγουρη», άρχισε να γράφει, «πως αν βγω, δε θα συναντήσω κάποιον στο δρόμο; Έναν παράτολμο τρελό ίσως, που βγήκε γιατί δεν άντεξε. Και ποιος μου λέει αν τη στιγμή εκείνη ο τρελός δεν συναντήσει άλλους δυο τρεις πιο κάτω. Κι αν συνασπιστούν και γίνει επιδρομή; Αν τους πιάσει το “ανεξέλεγκτο”; Ή αν μόλις βγω καταληφθώ εγώ; Δεν είναι ακριβές πώς προκαλείται. Μα αφού είμαστε προειδοποιημένοι... Γιατί κι εγώ θέλω να βγω “Αντώνιε”, πίστεψέ με. Μακάρι να είχα μια λαμαρίνα στα μέτρα μου... Αλλά δεν βγαίνω, γιατί δε βρίσκω.

   »Α, να κάτι τελευταίο – το ανακοίνωσαν στο δίκτυο, αν και δεν το είπε η τηλεόραση ακόμη. Θα περάσει συνεργείο από όλη την πόλη μέσα σε λίγες μέρες (στο εξωτερικό συνέβη ήδη). Θα μοιράσουν, λέει, χώμα, και μια γλάστρα, σε κάθε σπίτι. Μήπως μας δίνουν χώμα γιατί, έτσι κλεισμένοι, στερούμαστε από φύση; Μας φροντίζουν; Για σκέψου... Η γλάστρα όμως; Λέω μήπως τον άλλο μήνα φέρουν μαζί και κανένα σπόρο – κάτι να φυτρώσει! Αυτό θα ήταν ωραίο...

   »Και μην ανησυχείς, έχουμε ο ένας τον άλλον. Γιατί θα σου γράψω πολλά γράμματα ακόμη, θα μου γράψεις κι εσύ... Αγάπη μου, τι τις θες τις συναντήσεις; Και να θυμάσαι: μη βγάζεις συχνά τη μάσκα ύπνου! Γράφε μου πάντα με τυφλό σύστημα, είναι ασφαλέστερο έτσι.

   »Σε φιλώ σαν όλες οι νύχτες μαζί, 

   »η “Κλεοπάτρα” σου».

 

 

Εννιά χρόνια πριν σταμάτησε σταδιακά η νύχτα. Ξεκίνησε από το βόρειο ημισφαίριο η απαστράπτουσα συνεχής ηλιακή ημέρα. Καυτερός ήλιος, μόνιμος, καυσωνικός. Προχώρησε στο νότιο ημισφαίριο μέσα σε τρία χρόνια. Παρατηρήθηκε αμέσως, επιβεβαιώθηκε γρήγορα: κάθε κοινωνική συνεύρεση σε χώρους εκτός οικίας εκκινούσε πλέον κύμα τρομερής βίας. Όποιος αγνοεί την απαγόρευση και βγαίνει, ξεκινάει αναιτίως επιδρομές και βανδαλισμούς. Σκοτώνονται μεταξύ τους. Χτυπούν ό,τι κινείται. Φωνάζουν: «Να τη!...»

 

 

ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ 18342

 

   «Καλή μου “Γαλάτεια”,

   »Τόσα χρόνια κι ακόμη δε συνήθισα το νέο σου “όνομά”... Υπακούω όμως στις οδηγίες. Δε θέλω να σε νοσταλγήσω περισσότερο λέγοντας σε με το πραγματικό σου. Αλλά και πάλι δε μου έγραψες εχθές, ούτε προχθές. Δεν πειράζει. Κάποια στιγμή θα μου γράψεις, έτσι δεν είναι;

   »Τα νέα μου: Εχθές φέραν από το συνεργείο τη γλάστρα με το χώμα. Φορούσαν όλοι λαμαρίνες, μοιάζαν με τους παλιούς ιππότες. Μου είπαν να αγγίζω το χώμα κάθε φορά πριν κοιμηθώ. Ότι θα με ηρεμεί. Δεν τους πιστεύω. Νομίζω πως το κάνουν για να λύσουν μακροπρόθεσμα το θέμα των νεκρών μέσα στα σπίτια. Το τωρινό σύστημα ταφής τούς στοιχίζει περιττές μετακινήσεις και είναι πολυέξοδο. Σχεδιάζουν, υποθέτω, ένα σύστημα αυτοταφής – έχω κάποιες πληροφορίες από το γιο μου, στη Νέα Υόρκη. Τα ίδια κι εκεί. Μου είπαν πως θα μου φέρουν σε μια βδομάδα κι άλλη γλάστρα με χώμα, κι άλλη μετά. Θα τους απογοητεύσω. Εξήντα επτά σε λίγο, μα λέω να ζήσω άλλα τριάντα χρόνια. Θα χρειαστεί να κάνουνε πολλές διαδρομές...

   »Ευτυχώς που λειτουργεί το κλιματιστικό. Ο ήλιος έξω είναι ανυπόφορος και η λαμαρίνα του σπιτιού δεν προστατεύει καλά. Όμως αποφεύγω να βάζω τη μάσκα ύπνου, κουράστηκα πια να κοιμάμαι. Αν υπήρχε μόνο λίγη νύχτα... Να τη νιώσω στο δέρμα μου, σαν μαλακό κάρβουνο, έστω από μακριά... Τώρα, για μένα, νύχτα είναι μόνο το πραγματικό σου όνομα. Δεν το ξεστομίζω ποτέ. Το κρατάω μέσα μου κρυφό και μαύρο σαν χαβιάρι. Αλλά το σκέφτομαι την ώρα του ύπνου, και με μαυρίζει ωραία από βαθιά. Μόνο τότε μπορώ να πω “Nύχτωσε!”, να κλείσω τα μάτια και να κοιμηθώ. Μα, ξέρεις, δε γράφω πια ποιήματα, “Γαλάτεια”...

   »Προχθές πάλι κοιτούσα το κλειστό κατάστημα στη γωνία... Έχει μείνει κι αυτό με τις λαμαρίνες γύρω – όπως κι όλη η πόλη. Κάθετες, κοφτερές. Αστείο δεν είναι; Ξέμειναν από τον πρώτο καιρό, που προφυλάσσανε τα εμπορεύματα στις βιτρίνες από τις άγριες επιδρομές του πλήθους και όσων αψηφούσαν τις απαγορεύσεις για έξοδο. Δεν ξέραμε τότε πόσο θα κρατούσε. Ήσουν μικρή. Θυμάσαι; Για σκέψου τα εκεί μέσα: παπούτσια, ρούχα, μαγιό σε κούκλες, χάπια, αποσμητικά, διαμάντια, πατάτες. Τι νόημα έχει να υπάρχουνε κλεισμένα; Σώα ή σάπια. Κρυφές βιτρίνες, σαν βαλίτσες φονευμένων.

   »Μετά βάλανε τις λαμαρίνες και στα σπίτια – κανείς δεν ξέρει, λεν, τι θα γινόμασταν χωρίς αυτές... Ότι μας προστατεύουν από τον ήλιο και τη βία του, ότι αλλιώς θα σκοτωνόμασταν και μες στα σπίτια μας ακόμη. Μα τους πιστεύεις; Απορώ που δεν βρήκαν τρόπο να μοιράσουν και σ’ εμάς πανοπλίες λαμαρίνας... Τελείωσαν, λέει, τα αποθέματα. Με τις πανοπλίες θα βγαίναμε λίγο πότε πότε, ήταν μια λύση. Υποθέτω πως δε θέλουνε. Ίσως κάτι σχεδιάζουν. Κι αναρωτιέμαι: τι θα γινόταν αν μια μέρα βγαίναμε όλοι έξω από τα σπίτια, κόβαμε με πριόνια τις λαμαρίνες από τις προσόψεις κι ύστερα μπαίναμε πάλι μέσα γρήγορα, να φτιάξουμε πανοπλίες για τα σώματά μας... Οι υπάλληλοι των συνεργείων γιατί έχουν δηλαδή; Μα... ανοησίες λέω... Παλαιοκομουνιστικά. Μπα, δε θα προλαβαίναμε. Μόλις ξεμυτίζαμε, θ’ αρχίζαμε να κατασπαράζουμε ο ένας τον άλλον, έτσι δεν είναι; Το “ανεξέλεγκτο”!

   »Γιατί συνέβη να το δω κι αυτό... Κοιτώντας προχθές στη γωνία, είδα μία τρελή που βγήκε. Ναι, κι αυτή έλεγε “Να τη!...” Μα τι τους πιάνει; Τι βλέπουν; Λες και δε γίνεται να μην το πουν μόλις κάνουν την αποκοτιά και βγουν. Κάποια αυθυποβολή, στα όρια της παράκρουσης υποθέτω – μας τα ’χει πει τόσες φόρες κι η τηλεόραση... Έπιανε τις λαμαρίνες με τα γυμνά της χέρια κι ύστερα τα σήκωνε καμένα στον ήλιο. Μα ήταν κι ένα μικρό κορίτσι δίπλα της – προχωρούσε στα τέσσερα... Ποιος το άφησε να βγει, δικό της ήταν; Έβγαζε αφρούς από το στόμα του. Ξαφνικά ορμάει πάνω στη γυναίκα κι άρχισε να τη δαγκάνει. Στην αρχή η γυναίκα το άφηνε. Ύστερα του επετέθη εκείνη. Δε θέλω να σου πω τι έγινε. Κομμάτια του μείναν μόνο.

   »Μη βγεις ποτέ. 

   »Χαρούμενος είμαι τώρα, γιατί έχουμε τη συγκέντρωση των ενοίκων στην ταράτσα. Μακάρι να υπάρχουν και αυτή τη βδομάδα όλοι. Θα φάμε μαύρο χαβιάρι, σαν κάθε Κυριακή, θ’ ακούσουμε και μουσική. Κι εσείς, δεν είναι έτσι; Και μην ξεχάσεις να μου γράψεις όταν μπορέσεις. Όταν. Έως τότε εγώ θα κοιτώ τη φωτογραφία σου στην οθόνη. Πόσο σε ευγνωμονώ που μου την έστειλες στη γιορτή μου πέρυσι! Ρύθμισα το πρόσωπό σου πολυστατικά. Τώρα όταν κινούμαι, το πρόσωπό σου στρέφεται και με κοιτά. Αύριο θα ρυθμίσω και το στόμα να κινείται. Πες μου τι να λέει. Θα βάλω και φωνή – κατά το δοκούν. Σαν υγρός αέρας μέσα από κερασιά την άνοιξη θέλω να είναι αυτή η φωνή σου. Νύχτα. Σ’ ένα λιβάδι με πυγολαμπίδες. (Γιατί αλήθεια λέω. Εδώ και λίγες μέρες έχω μία που τριγυρνά μέσα στο σπίτι μου. Κάθεται στο ταβάνι και όλο αναβοσβήνει! Πού βρέθηκε; Πες μου, είναι δυνατόν;)

   »Σε φιλώ ξανά στο αρμυρό σου μέτωπο,  

   »ο “Πυγμαλίων” σου.

   »Υ.Γ.: Αλλά εδώ και καιρό έχω ένα παράπονο “Γαλάτεια”, και λέω τώρα να σου το πω... Γιατί ποτέ δε μου απαντάς; Εδώ και ένα χρόνο δεν απαντάς! Αν άλλαζες e-mail, δε θα μου το έστελνες; Πες μου πως δεν βγήκες έξω... Δε θα έκανες ποτέ κάτι τόσο επικίνδυνο... Μήπως άλλαξες e-mail;

   »Μεθαύριο θα σου ξαναγράψω νέα μου. 

 

 

Υπάρχουν δύο παν-κυβερνητικά συνεργεία. Το ένα: καταστροφής κλειδιών και πόμολων. (Οι πόρτες δε σφραγίζονται, για να μην τεθεί θέμα παραβίασης δικαιωμάτων του πολίτη. Μα και χωρίς κλειδί και πόμολο θεωρούνται απ’ όλους σφραγισμένες.) Το δεύτερο: συνεργείο τροφοδοσίας. Ανά μήνα διαθέτει στα υπόγεια των σπιτιών προμήθειες: κουτιά με νερό, χαρτιά υγείας, τρόφιμα σε κονσέρβες. Μερικές είναι μαύρο χαβιάρι, γιορτινό, για τις Κυριακές – ημέρα συγκεντρώσεως. Τον τελευταίο καιρό, έκτακτο συνεργείο διαμοιράζει σε κάθε ένοικο μία γλάστρα με χώμα. Θα ακολουθήσουν κι άλλες. Οι ακριβείς λόγοι δεν έχουν καταστεί επισήμως γνωστοί.

 

 

ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ 799

 

«”Κλεοπάτρα”, γιατί;

   »Δυο τετράγωνα μας χωρίζουν. Μόνο. Μα πάλι αρνείσαι να σε δω. Και ό,τι γίνει. Ραντεβού. Ή να ’ρθω εγώ. Σαν τι μπορεί να γίνει; Τι θα ’ναι χειρότερο απ’ αυτό; Δυο φορές, τρεις. Πόσες σου το πρότεινα; Ραντεβού. Πολλές, αρνείσαι. Μακάρι να υπήρχε τηλέφωνο να σ’ ακούσω... Σου γράφω τελευταία φορά, δε γίνεται ξανά. Αλλά τώρα δε βάζω μάσκα ύπνου. Γράφω και βλέπω, όχι με τυφλό σύστημα, φτάνει. Γιατί πριν από λίγο, είδα, άκου:

   »Προχτές ήρθε το καινούριο συνεργείο. Φέραν τη γλάστρα με το χώμα. Μου είπαν να το αγγίζω και φύγανε. Γιατί μας δίνουν το χώμα δεν ξέρω. Δε θέλω να μάθω. Τώρα νίκησα, εγώ. Θα σου πω. Είχαν έρθει μόλις εχτές οι άλλοι, καθυστερημένοι, συνεργείο για τα πόμολα. Τα βγάλαν όλα, τα ψάξαν όλα. Μου είπαν συγγνώμη για την καθυστέρηση, ότι έπρεπε να ’χουν έρθει από καιρό. Μου είπαν θα λειώσουνε τα πόμολα και τα κλειδιά. Για μελλοντικές πανοπλίες για μας, μου είπαν. Δεν τους πιστεύω. Μα ευτυχώς καθυστέρησαν κι ήρθαν μετά τη γλάστρα.

   »Αυτό που φοβήθηκες, ναι. Σκέφτηκα να κρατήσω ένα πόμολο. Το κράτησα, αγάπη μου, το έκρυψα. Το έβαλα μες στο χώμα, βαθιά. Στη γλάστρα. Το έθαψα, δε φαίνεται. Νίκησα. Δεν τα βρήκαν όλα. Νομίσανε. Ο κλειδοφάγος δε βλέπει μέσα από το χώμα. Πριν δυο μήνες ήρθε ένα mail, έμοιαζε με ιό. Δεν ήταν. Έλεγε αυτό, “ο κλειδοφάγος δε βλέπει μέσα από το χώμα”. Ε, μόλις έρθει η ώρα θα το κάνω, είπα. Τι χάνω αν δεν πετύχει; Τι ’ναι χειρότερο απ’ αυτό; Φτάνει. Και δεν μπορεί, θα το ξέρουν κι άλλοι, σίγουρα το κάναν κι άλλοι.

   »Έχω το πόμολο στη γλάστρα.

   »Τώρα. Βλέπω περισσότερο, πολύ περισσότερο.

   »Σήμερα το πρωί, 09:28, είπα δε με νοιάζει, θα ξεμυτίσω και θα βγω. Και ό,τι γίνει. Δεν υπάρχει τίποτα να γίνει. Και έτσι άνοιξα την πόρτα μου και άνοιξε. Κατέβηκα τα σκαλιά. Ο δεύτερος, ο πρώτος όροφος, το ισόγειο, ανοίγω την εξώπορτα. ΕΞΩ. Μα πάω τότε να κάνω ένα βήμα κι αμέσως ξαφνικά φοβάμαι. Μη με παρεξηγήσεις.  Ήταν σαν πρώτη φορά να το ’νιωσα: Υπάρχει πολύ έξω! Μη βγω κι εγώ ολόκληρος και με πιάσει το “ανεξέλεγκτο”! Γι’ αυτό στεκόμουνα μετέωρος στο κατώφλι και κρατούσα με το ένα χέρι την εξώπορτα ανοιχτή. Μα κι από κεί είδα, έτσι μισός μέσα στο φως: Σαν γαντζωμένη στον αέρα! Πετούσε ακίνητη (αγάπη μου, την είδα καλά). Ούτε δυο εκατοστά δεν ήταν. Χωρίς μάτια, αλλά κοιτούσε. “Tι κάνεις εδώ μέσα στο φως;”, τη ρώτησα. “Δεν έχεις λόγο να υπάρχεις. Ούτε φαίνεται που φωτίζεις”. Μα τότε, σου ορκίζομαι: ανάβει αμέσως γύρω της ένα μικρό σκοτάδι! Κι όπου πετούσε, μετακινιόταν γύρω της το μικρό σκοτάδι: ήταν μια ωραία νύχτα δέκα εκατοστά. Και φώτιζε έτσι ωραία μέσα της αυτή. Τότε άνοιξε μόνο του το στόμα μου. Κουνήθηκε η γλώσσα μου και άκουσα να λέω. Είπα: “Να τη!’

   »Κλείνω με τα χέρια μου το στόμα, πήρα πίσω το ένα βήμα. Το “ανεξέλεγκτο”! Mέσα, μέσα γρήγορα! Κλείνω την εξώπορτα καλά. Οι σκάλες μου. Ν’ ανέβω, να γυρίσω αμέσως σπίτι μου, λέω, αμέσως σπίτι μου! Και έτρεχα, ανέβαινα. Ώσπου βλέπω. Να, πάλι η πόρτα μου... Μπήκα στο σπίτι μου ξανά. Μα είχε έρθει αυτή μαζί μου.

   »Η πυγολαμπίδα στο σαλόνι μου.

   »Έχεις κι εσύ; Ή μόνο εγώ;

   »Είδα τώρα, φτάνει. Και λέω να σωθώ, δεν έχω άλλη λύση. Σου γράφω και με κοιτά. Ξέρω τι θέλει. Γιατί κοιτάζει πολύ το στόμα μου, γυρνά γύρω απ’ τα χείλη μου. Είναι η τελευταία φορά που σου γράφω, άκουσέ με. Μη στενοχωριέσαι. Εγώ βρήκα να ελπίζω... Και βιάζομαι τώρα, πολύ. Έχω να κάνω τρία πράγματα μόλις κλείσω το γράμμα.

   »Πρώτα αυτό: Το δάχτυλο στην πρίζα με ανοιχτό τον γενικό. Καλύτερα, αγάπη μου, αυτή είν’ η λύση. Τριγυρνά γύρω απ’ το στόμα μου συνέχεια. Μετά θα μπει και μες στο στόμα, δεν μπορεί... Μετά και πιο βαθιά. Της δίνω μέρος για να μείνει. Έχει σκοτάδι εκεί. Γιατί πόσο να ζουν αυτές; Λέω θα βρίσκει να τρώει μέχρι να πεθάνει... Δε θα σαπίσω πρώτος. Της χαρίζω ένα σπίτι. Και θα φωτίζει εκεί καλά κι ωραία, σαν μεσσίας.

   »Μετά αυτό: Θα μας πω με το πραγματικό μας. Σε λίγο, σε λίγο. Και συγγνώμη που τόσα χρόνια δεν κάναμε έρωτα...

   »Θα γίνει κάτι ακόμη. Ελπίζω. Το πόμολο στη γλάστρα. Δεν μπορεί, θα φυτρώσει. Στο χώμα. Μπορεί μετά από καιρό. Σιγά σιγά, ε; Δεν αποκλείεται, θα φυτρώσει. Μια πόρτα!

   »Βιάζομαι τώρα. Σε αγαπώ, Μερόπη, θα μου λείπεις, θα είμαι πάντα μαζί σου. Αιώνια αγκαλιά,

   »ο Κωστάκης σου.

 

 

Μόνη νομικώς αποδεκτή εκ του σύνεγγυς επαφή: η Συγκατοίκηση. Απαραίτητη προϋπόθεση νομιμότητας: ότι δεν εξέρχεται κανείς. Μόνη νομικώς αποδεκτή Τηλε-επαφή: η Δικτυακή, απουσία μικροφώνου. Προ τριετίας αποφασίστηκε γενική διακοπή τηλεφωνίας, προκειμένου να μην ενισχύεται επιθυμία επαφής με το σώμα κάθε φωνής. Σε περίπτωση Δικτυακής επαφής, ισχύουν τα εξής: Προς αποφυγήν συγκρίσεων με την παλαιά εποχή της “κοντινότητας” και προς ελάττωσιν συγκινήσεως και νοσταλγίας, χρήση του πραγματικού ονόματος απαγορεύεται. Επιβάλλεται αυστηρά η χρήση ψευδώνυμου. Σε περίπτωση Συγκατοικήσεως ισχύουν τα εξής: Oι συγκάτοικοι επιτρέπεται να αγγίζονται μόνο κατ’ εξαίρεσιν, σε εορτές και προκαθορισμένες ημερομηνίες αναπαραγωγής.

 

 

ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ 3241

 

   «Λοιπόν, πες την προσευχή σου τώρα. Έλα, έλα... “Κάθε μέρα μάσκες...”».

   «Κάθε-μέρα-μάσκες-ύπνου,

    πάντα-κλειστές-οι-μαύρες-κουρτίνες,

    μαύρο-ωραίο-χαβιάρι-του-δείπνου,

    προμήθειες-έχουμε-πάντα-για-μήνες».

   «Μπράβο αγόρι μου. Ωραία την είπες σήμερα».

   «Και τι ώρα είναι τώρα, μαμά; Ώρα για ύπνο;»

   «Περασμένες δώδεκα. Να κοιμηθούμε νωρίς γιατί αύριο έχεις γενέθλια. Θα ’ρθεί επίσκεψη κι η ψεύτικη θεία από πάνω...»

   «Θα βάλω τις καλές πιτζάμες με τα φεγγάρια, για να ξυπνήσω μ’ εκείνες... Ναι; Όμως, μαμά, μπορούμε σήμερα να κοιμηθούμε μαζί; Που γιορτάζω...»

   «Σήμερα, ναι, επιτρέπεται».

   «Αγκαλιά;»

   «Δεν ξέρω... Δεν πρέπει πολύ... Να μη συνηθίσεις».

   «Σήμερα μόνο, σήμερα που γιορτάζω...»

   «Γιατί επιμένει αυτή η πυγολαμπίδα να φωτίζει;... Βάλε σφιχτά τη μάσκα του ύπνου! Και πρόσεχε όταν κοιμηθείς, να μην ονειρευτείς να βγεις, εντάξει; “Μέχρι νεωτέρας”. Έλα αγόρι μου, ναι, σήμερα θ’ αγκαλιαστούμε. Σε δυο μήνες γιορτάζω κι εγώ...» 

 

[από τη συλλογή διηγημάτων Μη με φας, Καστανιώτης, 2005]

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 28 (08.2015)