πόσο «charlie» είμαστε τελικά;

 

Αλέξης Οικονομίδης

 

Η γελοιογραφία του Τάσου Αναστασίου στην Αυγή με τον Βόλφγκανγκ Σώυμπλε ως αξιωματικό του ναζιστικού καθεστώτος να διαπραγματεύεται τα πιο ανατριχιαστικά παραπροϊόντα του Ολοκαυτώματος, ανθρώπινο λίπος και στάχτη πτωμάτων, προσωπικά με ενόχλησε. Αδικώ ενδεχομένως τον ικανό γελοιογράφο, όμως τη θεώρησα ως μία υπερβολικά εύκολη προσχώρηση στο «κοινό περί Γερμανίας αίσθημα», το οποίο, σε ορισμένες τουλάχιστον εκδηλώσεις του, προσεγγίζει επικίνδυνα αυτό που υποτίθεται ότι καταγγέλλει –τον ρατσισμό–, αποδίδοντας στον εθνικοσοσιαλισμό γνωρίσματα φυλετικά, που τον συνδέουν εγγενώς, διαχρονικά και απαρασάλευτα με τους Γερμανούς. 

Άποψη ισχυρή και διάχυτη στο κοινωνικό σώμα και όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς, ανιστόρητη όμως και ανιστορική. Και υποκριτική θα έλεγα, καθώς συνυπάρχει αρμονικά με έναν λανθάνοντα αλλά εξίσου διάχυτο και ισχυρό αντισημιτισμό, ικανό να τοποθετεί την Ελλάδα στην κορυφή των σχετικών κατατάξεων ανάμεσα στα κράτη της ηπείρου όσον αφορά τον βαθμό αποδοχής αντισημιτικών στερεοτύπων.1 Καθώς συνυπάρχει επίσης –μην το λησμονούμε αυτό– με την αδιατάρακτη παρουσία και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της Χρυσής Αυγής, κόμματος αυθεντικά εθνικοσοσιαλιστικού, του πλέον ακραίου της ευρωπαϊκής Άκρας Δεξιάς μαζί με το ουγγρικό Jobbik, που παραμένει στη θέση της τρίτης πολιτικής δύναμης της χώρας.2

Με ενόχλησε ωστόσο, ακόμη περισσότερο, η αποδοκιμασία της γελοιογραφίας, του γελοιογράφου και της εφημερίδας που τη δημοσίευσε, από τον πρωθυπουργό. Δύο φορές μάλιστα, την πρώτη στο πλαίσιο συνέντευξης στο γερμανικό περιοδικό Stern και τη δεύτερη, αμέσως μετά, κατά την ομιλία του προς την κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Σαράντα ημέρες μετά τη σφαγή στην αίθουσα συνεδριάσεων του Charlie Hebdo στο Παρίσι και μόλις τρεις μετά τη δολοφονική επίθεση στο πολιτιστικό κέντρο της Κοπεγχάγης, η αντίδραση αυτή θέτει ευθέως το ερώτημα, πόσο Charlie είμαστε τελικά. Ή αλλιώς: με ποιον ακριβώς τρόπο αντιμετωπίζει η Αριστερά την ελευθερία της έκφρασης – και μάλιστα της καλλιτεχνικής, με δεδομένο ότι η γελοιογραφία δεν κυριολεκτεί καν, αλλά συνθέτει αλληγορίες; Και τι θα συνέβαινε αν, σε μια έκθεση εικαστικών στην Αθήνα, συμμετείχε ένα έργο που προκαλούσε την αντίδραση όχι πλέον του Γερμανού υπουργού Οικονομικών, ίσως όμως της Ιεράς Συνόδου; Θα καλείτο ο Ξυδάκης να επαναλάβει τον Βενιζέλο;3 

Η τόσο εμφατική αποδοκιμασία μιας γελοιογραφίας μού φαίνεται ατυχής και ως πολιτική κίνηση: εμφανίζει την ελληνική πλευρά υπερβολικά φοβισμένη, αδύναμη, ευένδοτη, στο bras de fer που εξελίσσεται στις Βρυξέλλες. Πολύ πιο δημιουργική και αποτελεσματική θα ήταν η –με την ευκαιρία αυτή, έστω– αποδοκιμασία από τον πρωθυπουργό κάθε προσπάθειας να ταυτιστεί η σημερινή Γερμανία με το ναζιστικό παρελθόν – κάθε προσπάθειας, δηλαδή, να αναγνωστεί η συγκυρία με έναν τόσο στρεβλό, αποπροσανατολιστικό και πολιτικά άγονο τρόπο. Με όποια μορφή και αν εκδηλώνεται αυτή – με ένα χάπενινγκ συνδικαλιστών μπροστά στη Βουλή, με μια μουτζουρωμένη φωτογραφία της Μέρκελ, με τις κραυγές ή τους υπαινιγμούς ενός πολιτικού, ακόμη και αν ανήκει στην κυβερνητική πλειοψηφία. Δυστυχώς, δεν έκανε αυτό…

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 22 (02.2015)