η σημειολογία του τρόμου

 

Στόχος των επιθέσεων στο Παρίσι, η κουλτούρα της καθημερινής ζωής

και η εντύπωση μιας εικόνας του χάους

 

Κώστας Καραβίδας

 

Καθώς η περισυλλογή διαδέχεται το αρχικό σοκ, το μούδιασμα και την παγωμάρα, κι ενώ η σκέψη προσπαθεί να κατανοήσει τα συμβάντα στο θέατρο Μπατακλάν, το καφέ Καριγιόν, το ρεστοράν Πετί Καμπότζ, το Σταντ ντε Φρανς και να εντάξει σε ερμηνευτικά σχήματα την ανείπωτη βαρβαρότητα, ένα ακόμη ερώτημα ψάχνει απάντηση: Έχει η ωμή, η πραγματική βία συμβολικές διαστάσεις; Πέρα από την υπαρκτή βαναυσότητα των θυμάτων, των τραυματιών και των σοκαρισμένων, σε τι αποσκοπεί αυτή η αποτρόπαιη αρχαϊκή βία των τρομοκρατών, που μοιάζει με τελευταίο σκαλί του Κακού;

Η δυτική σκέψη, εξοικειωμένη από αιώνες να αναζητά νόημα, έστω συμβολικό, ακόμα και στις πλέον ανορθολογικές και παράφρονες, τις πιο χαμερπείς και νοσηρά ανεξήγητες ανθρώπινες εκδηλώσεις, καλείται τώρα να ισορροπήσει σε λεπτό, τεντωμένο σκοινί. Πόσο επικίνδυνες γίνονται οι λέξεις όταν περιγράφουν εικόνες καταστροφής. Κόβουν σαν λεπίδια, προσβάλλουν, αναστατώνουν, αποπροσανατολίζουν, εντείνουν τον πόνο και τον τρόμο. Και κυρίως έχουν την αρνητική δύναμη να θολώνουν το ξεκάθαρο πολιτικό περιεχόμενο που πρέπει να έχει η απάντηση συνολικά της Ευρώπης, αλλά και της Γαλλίας ξεχωριστά, αφού το πρόβλημα της ισλαμικής τρομοκρατίας έχει μια κυρίαρχη παγκόσμια διάσταση, αλλά και μια εσωτερική που αφορά τις αποτυχημένες ή ανύπαρκτες πολιτικές ενσωμάτωσης των μεταναστών τρίτης και τέταρτης γενιάς στη Γαλλία. 

Ήδη διαγράφονται οι πρώτες πολιτισμικές (και ηλεκτρονικές) διαμάχες στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών χωρών, αναπόφευκτα διχαστικές, σχετικά με τη ρητορική της καταγγελίας και τη στρατηγική αντιμετώπισης του φαινομένου της ισλαμικής τρομοκρατίας και των συνεπειών της στην ευρωπαϊκή πολιτική για την ασφάλεια, τα δικαιώματα και το προσφυγικό. Και όπως όλοι οι πολιτισμικοί πόλεμοι από το 1989 κι έπειτα, έτσι κι αυτός υπερβαίνει κατά πολύ τη διαιρετική τομή αριστεράς/δεξιάς και ανακαλεί ανθρωπολογικές και αξιακές διαστάσεις. Στο επίκεντρο τίθεται και πάλι το δίπολο ελευθερίας/ασφάλειας που ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη το στοχάζεται διαζευκτικά, λες και μπορεί να υπάρξει ποτέ το ένα χωρίς το άλλο.

 

Τρομοκρατία, πόλεμος ή Κακό;

Παράλληλα με την ψύχραιμη αποτίμηση των πολιτικών και γεωστρατηγικών επιπτώσεων της τρομοκρατικής επίθεσης, είναι εξίσου επείγον να μεταφραστούν τα σύμβολα και η δεύτερη πραγματικότητα που συνοδεύει αυτό που στη λακανική γλώσσα ονομάζεται πραγματικό συμβάν. Να αποκρυπτογραφηθεί δηλαδή η πολιτισμική σημειολογία ενός κτηνώδους τρομοκρατικού χτυπήματος, που κάνει ακόμα και τη ναζιστική θηριωδία να ωχριά μπροστά του. Η δύσκολη κατανόηση της «λογικής» του τρόμου συνιστά απαραίτητο όρο για την απάντηση της Ευρώπης. Με ποιες όμως λέξεις και από ποια διανοητική της παράδοση η Ευρώπη θα προσπαθήσει να εξηγήσει αυτόν τον ολοκληρωτικό πόλεμο εναντίον της –που δεν είναι κανονικός πόλεμος, αφού κι ο πόλεμος έχει τους κανόνες του–, αυτή την οργανωμένη τρομοκρατία με υπερόπλο τη ζώνη αυτοκτονίας –που δεν είναι κλασική τρομοκρατία, αφού ακόμα και τα απεχθέστερα είδη τρομοκρατίας κρύβουν πάντα ένα νοσηρό έστω και διεστραμμένο πολιτικό σκεπτικό–, αυτή την επανεγκατάσταση του Κακού στην Ευρώπη – ενός νιχιλιστικού Κακού, που με τη ριζοσπαστική και διαβρωτική απανθρωπία του δεν χωράει σε καμιά γενεαλογία κανενός Ρικέρ και κανενός Δάντη.

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις του περασμένου Γενάρη στο Charlie Hebdo και στο εβραϊκό παντοπωλείο είχαν ξεκάθαρο θρησκευτικό περιεχόμενο. Ακόμη και η παρανοϊκή 11η Σεπτεμβρίου στην καρδιά του World Trade Centre, κέντρου του παγκόσμιου καπιταλισμού, με τους δίδυμους πύργους σαν φαλλικά σύμβολα να σημαίνουν την αμερικανική ηγεμονία, εκτός από τον προφανή υλικό στόχο, είχε και έναν πολιτισμικό: τη θρησκεία του χρήματος. Η πολιτισμική σημειολογία του χτυπήματος της 13ης Νοεμβρίου στο Παρίσι είναι όμως δυσδιάκριτη, λανθάνουσα, εξόχως συμβολική. Ο στόχος δεν ήταν ούτε εξουσίες ούτε θρησκευτικά σύμβολα ούτε τεχνοκρατικές και διανοητικές ελίτ. Αυτήν τη φορά στο στόχαστρο μπήκαν τα μεσαία και μικροαστικά στρώματα, ο λεγόμενος μέσος πολίτης, με τις κοινές συνήθειες και την κανονικότητα της καθημερινής του ζωής.

Η σημειολογία της επιλογής του χώρου και του χρόνου φωτίζει το σκοτεινό μήνυμα της τρομοκρατικής επίθεσης, που, παρά την εκατόμβη θυμάτων, φαίνεται να επενδύει περισσότερο στο συμβολικό παρά στο πραγματικό πεδίο. Είναι γνωστό ότι, παρά την παρακμή του, το Παρίσι δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί μυθικό χώρο της ουτοπίας, μια αέναη δυνατότητα εκπλήρωσης καλλιτεχνικών και προσωπικών πόθων, «την κοσμική πρωτεύουσα της υφηλίου, την πιο φιλόξενη και πολύχρωμη και σαγηνευτική μητρόπολη που φτιάχτηκε ποτέ», όπως έγραψε εν θερμώ ο συγγραφέας Ίαν Μακ Γιούαν. Το αναπάντεχο όμως χτύπημα στα νεανικά στέκια του Παρισιού, σε γειτονιές με μπαράκια και καφέ, εμβληματικούς τόπους της ευρωπαϊκής κουλτούρας, βράδυ Παρασκευής, εκεί που δεκαετίες τώρα στη φιλελεύθερη Δύση τα σώματα και τα πνεύματα διαλέγονται και χειραφετούνται, εκθέτοντας στον δημόσιο χώρο επιθυμίες και απολαύσεις, αποτελεί ευθεία επίθεση όχι απλώς στον ευρωπαϊκό πολιτισμό αλλά απέναντι σε αυτό που ο γάλλος ιστορικός Μισέλ ντε Σερτώ περιέγραψε έξοχα ως «κοινή και καθημερινή κουλτούρα», την πολύτροπη τέχνη του everyday life. Αυτές οι συνήθεις καθημερινές δραστηριότητες του πολίτη ως καταναλωτή πολιτιστικής οικονομίας, το φαγητό έξω, το περπάτημα, η χαλαρή συζήτηση, η μουσική, η ανάγνωση σε ένα καφέ, το ποτό, το γήπεδο έγιναν στόχος ενός μίσους που δεν το εξηγεί κανένας θρησκευτικός φανατισμός, παρά μόνον ο ανθρωπολογικός φθόνος και η μνησικακία. Δεν μπορεί αυτό το κρεσέντο βίας να είναι σύγκρουση πολιτισμών, αφού ούτε ο «υψηλός» δυτικός πολιτισμός ετέθη σε κίνδυνο ούτε το ISIS ονειρεύεται την Ευρώπη ως παράρτημα του Ισλαμικού Χαλιφάτου ούτε κάποιο μοντέλο πολιτισμικής συμβίωσης έχει να προτείνει η ζωή στα βιοπολιτικά στρατόπεδα των συνόρων της Συρίας και του Ιράκ. 

Ας το πούμε ξεκάθαρα: τo ΙSIS σιχαίνεται τον πολιτισμό όσο και την κουλτούρα των απολαύσεων όχι μόνο στη Δύση αλλά οπουδήποτε. Άλλωστε τα «αμαρτωλά αγαθά» του «έκλυτου» και «σαγηνευτικού» αστικού βίου δεν τα απολαμβάνουν σήμερα μόνο δυτικοί πολίτες και χριστιανοί αλλά η συντριπτική πλειονότητα των αραβικών, μεσανατολικών και ασιατικών πόλεων του κόσμου. Κανονικοί άνθρωποι κι αυτοί, παρά τις δικτατορίες, τους εμφυλίους και τη βία της ιστορίας. Ίσως εδώ να βρίσκεται και το νόημα του σχεδόν παράλληλου αλλά αρχικά αποσιωπημένου και ύστερα άτσαλα ανασυρόμενου στη δημόσια συζήτηση τρομοκρατικού χτυπήματος στη Βηρυτό λίγες μέρες πριν. Ένα χτύπημα που πρέπει να ενταχθεί στην προβληματική μας όχι τόσο για να καταδικάσουμε τη Δύση για επιλεκτική ευαισθησία, ούτε για να προσθέσουμε έναν αχρείαστο συμψηφισμό θυμάτων, αλλά για να διευρύνουμε την προοπτική και να κατανοήσουμε ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την Ευρώπη, έστω κι αν οι τρομοκράτες επιχειρούν με κυνισμό την παλαιστινιοποίησή της.

Σε αυτόν τον διαρκή, «αποσπασματικό» (piece meal) κατά την εύστοχη διατύπωση του πάπα Φραγκίσκου, τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, όπου κανείς δεν είναι αθώος και άμαχος, αλλά όλοι είμαστε άπιστοι, ένοχοι και στρατευμένοι, ο τόπος των μαχών μπορεί να βρίσκεται παντού και χρόνος να είναι η κάθε στιγμή. Ο άτοπος και άχρονος πόλεμος. Η επίθεση στο Παρίσι έγινε στην καρδιά της σύγχρονης ευρωπαϊκής κουλτούρας, δηλαδή στον πολιτισμό της εικόνας. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας του συμβάντος, για να θυμηθούμε τις αναλύσεις του Μπωντριγιάρ για την 11η Σεπτεμβρίου, συμπυκνώνεται στη στιγμή της σαγήνης που προφανώς προκαλεί στους τζιχαντιστές η ανηθικότητα της εικόνας. Μια εικόνα που την ίδια στιγμή πανικοβάλλει την υφήλιο περισσότερο από το πραγματικό συμβάν. Η διάχυση του φόβου είναι άμεση και καταλυτική, και παρά την επιτυχημένη προσπάθεια της γαλλικής κυβέρνησης για επικοινωνιακή διαχείριση που να κατευνάζει τον πανικό, η Ευρώπη έμεινε άφωνη από τη δύναμη των εικόνων στους δρόμους του Παρισιού. Δρόμων, άλλωστε, ιστορικά ταυτισμένων με εικόνες οδοφραγμάτων και κοινωνικών επαναστάσεων. 

Το χτύπημα του ISIS, αν και ήθελε περισσότερο αίμα, υπήρξε κατά τ’ άλλα απολύτως επιτυχημένο. Γιατί, σπέρνοντας τον ατομικό φόβο για τη ζωή, υπέβαλε ταυτόχρονα ως απειλητική μια εφιαλτική εικόνα του μέλλοντος, που θα περιλαμβάνει απαγορεύσεις κυκλοφορίας, στρατό στους δρόμους, κλειστά σύνορα. Αν εμπεδωθεί στην ευρωπαϊκή συνείδηση ο ατομικός φόβος, που όχι απλώς υποβάλλεται, αλλά επιβάλλεται από την αποτρόπαιη εικόνα, τότε ανεμπόδιστα ο φόβος θα μεταφραστεί και σε πολιτικές, μετατρέποντας την Ευρώπη σε φάντασμα της ιστορίας της. Η Ευρώπη χτυπήθηκε εκεί όπου ο σύγχρονος πολιτισμός της φαντασιώνεται τις αξίες του: στο πεδίο της εικόνας. Ο απώτερος στόχος του χτυπήματος, ύπουλος και δυστυχώς με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας, είναι η Ευρώπη να ξεχάσει οριστικά τον αξιακό εαυτό της. Ίσως γι’ αυτό, το πιο παρήγορο από τις πρώτες αντιδράσεις του γαλλικού λαού στο χτύπημα είναι η προσπάθεια να λειτουργήσει κανονικά η καθημερινή ζωή, τα σχολεία, τα μουσεία. 

 

Ο φόβος του φόβου

Τον πρωτογενή φόβο της τρομοκρατίας γρήγορα τον διαδέχεται στη σκέψη μας ένας δεύτερος φόβος, ίσως απειλητικότερος: ο φόβος για την αντίδραση του μέσου ευρωπαίου πολίτη. Αυτήν τη φορά, από την κρίσιμη αντίδραση των πολιτών θα εξαρτηθεί καθοριστικά και η συνολική απάντηση της ευρωπαϊκής πολιτικής στην ισλαμική τρομοκρατία. Μπορεί άραγε η Ευρώπη σήμερα να αρθρώσει έλλογη και συντονισμένη απάντηση, πέρα από την αυτονόητη αλλά υπνωτιστική διαβεβαίωση ότι «είμαστε όλοι Γάλλοι», πέρα από τη διαδικτυακή φλυαρία και τη ναρκισσιστική ικανοποίηση των τρικολόρ σημαιών στα προφίλ του φέισμπουκ, πέρα από τη συγκίνηση για τα δάκρυα της Μαντόνα; Η βαθιά ρωγμή που σημειώνεται στο λεγόμενο φιλοευρωπαϊκό μέτωπο στην Ελλάδα με αφορμή τις επιθέσεις στη Γαλλία, παρά τις επιδερμικές επικλήσεις σε αφηρημένες δυτικές αξίες, είναι ενδεικτική της δυσκολίας να βρεθεί κοινός βηματισμός. Την ίδια στιγμή, ανασύρει όλες τις αντιφάσεις που διαπερνούσαν τη ρητορική του φιλοευρωπαϊσμού το προηγούμενο διάστημα αλλά και την υποκριτική, ανιστορική και καθόλου ουσιαστική δεξιά και αριστερή χρήση του.

Και τώρα ήρθε η ώρα να δοκιμαστεί σε πραγματικό και όχι σε ρητορικό επίπεδο ο φιλοευρωπαϊσμός μας. Σήμερα είναι αναγκαίο όσο ποτέ να σκεφτούμε και να δράσουμε ευρωπαϊκά. Το ερώτημα παραμένει επίμονο και βασανιστικό. Μπορεί η Ευρώπη να φανταστεί και να επινοήσει ένα μέλλον που θα στηρίζεται στις δυτικές αξίες του πολιτικού φιλελευθερισμού και της ανεκτικότητας, που θα ανακτά για λογαριασμό των πολιτών της αγαθά και κεκτημένα αιώνων; Μπορεί η τραυματισμένη, διχασμένη και καταρρέουσα Ευρώπη, υπό την πίεση του προσφυγικού και της οικονομικής κρίσης, να απαντήσει στη νέα πρόκληση; Οι ευρωπαίοι πολίτες πρέπει να αποφασίσουν υπό συνθήκες ασφυκτικές τι θα κάνουν με τα σύνορα, την ασφάλεια, τις ελευθερίες, τα δικαιώματα, τους πρόσφυγες και τις ζωές τους. Δεν είναι εύκολες οι απαντήσεις, ούτε μπορούν να διατυπωθούν με συνθήματα. Είναι όμως σίγουρο ότι από την έκβαση αυτής της υπόθεσης θα εξαρτηθεί το μέλλον της Ευρώπης, και ακόμη περισσότερο η εφιαλτική δυνατότητα του ISIS να εμπνέει φόβο και να διευθύνει το χάος. Η ευήθεια της ψηφιακής μας δημοκρατίας και τα πολιτικά μας ήθη δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Το μέλλον τελικά θα είναι ή πολιτικό ή βιοπολιτικό. Εμείς πρέπει να επιλέξουμε.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 31 (11.2015)