«το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες»: Ο «πολιτικός» Αναγνωστάκης και η αριστερή μελαγχολία του Μπένγιαμιν

 

Πικρές σκέψεις για το πολιτικό παρόν και την Αριστερά μέσα από
μία εκ νέου ιδεολογική και κριτική ανάγνωση του «πολιτικού» Αναγνωστάκη

Κώστας Καραβίδας

 

«Από την αρχή η πίστη του Μανόλη Αναγνωστάκη έπασχε.
Ποτέ δεν υπήρξε ο θρίαμβος – Ήταν η μοιραία πράξη, η φορά της ιστορίας»

Αλέξανδρος Αργυρίου (1956)

 

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης, με την ποιητική και πολιτική του πράξη να συγκροτεί ένα «όλον» συνεκτικό και αδιαίρετο, είναι ποιητής που μας επιβάλλει να επιστρέφουμε διαρκώς κάτω απ’ τις ράγες των στίχων του. Στην πιο αφοπλιστική από τις συνήθεις προτροπές που απευθύνει στον αναγνώστη του μέλλοντος, πενήντα χρόνια πριν, ψιθυριστά και με βεβαιότητα για την αντοχή των στίχων του, προοικονομούσε τις σημερινές συναντήσεις με το έργο του:

 

Κάτω από καθετί που σου σκεπάζει τη ζωή
Όταν όλα περάσουν –
Σε περιμένω.

 

 Και πώς να αποτραπεί αυτή η συνάντηση, αφού στο πολύσημο έργο του –ποιητικό, κριτικό και σχολιογραφικό– δεν βρίσκεται πνιγμένος μόνον ένας κρυφός λυρισμός κι ένας λανθάνων ερωτισμός, ένας πικρός σαρκασμός κι ένας υφέρπων ρητορισμός, αλλά κι ένας βαθύς και οξυδερκής στοχασμός. Ένας στοχασμός πολιτικός που αλληγορεί χωρίς γραμμικότητα τη μοίρα του αριστερού κινήματος και των ανθρώπων που προσδέθηκαν στην ουτοπία του μέσα στο καμίνι του εικοστού αιώνα. Αυτόν τον πνευματικό θησαυρό για την ιστορία των ιδεών και των νοοτροπιών της Αριστεράς, που κρύβεται στην παρέμβαση του Αναγνωστάκη ως ποιητή και δημόσιου διανοουμένου, εκτιμώ πως δεν τον έχουμε ακόμη αγγίξει· γιατί φέρει άβολα αισθήματα: οδύνη και αμηχανία.

Ο ρεαλιστής λοιπόν Αναγνωστάκης, οιονεί χρονογράφος της Κατοχής και του μεταπολέμου, ενδεχομένως, θα μπορούσε να διαβαστεί από τη δική μου γενιά και ως αλληγορικός πολιτικός ποιητής μακράς διαρκείας.

Βεβαίως πολλοί μίλησαν κι έγραψαν για τον «πολιτικό» Αναγνωστάκη, συνήθως με δικαιωτικά αισθήματα ενθουσιασμού. Είδαν στο έργο του ένα από τα πιο σπαρακτικά ντοκουμέντα μιας εποχής (Μ. Λαμπρίδης) καθώς και τη σύμπραξη «ποιητικής και πολιτικής ηθικής» (Δ.Ν. Μαρωνίτης), ενώ άλλοι (Β. Λεοντάρης) τον αποκάλεσαν «ποιητή της ήττας». Μάλιστα, η ανανεωτική Αριστερά της Μεταπολίτευσης τον ανήγαγε –χωρίς αντίρρηση του ίδιου– σε ποιητική συνείδηση της παράταξης, ενώ πληθώρα ακόμη αναγνώσεων που φετιχοποιούσαν το ιδεολογικό του στίγμα τον τοποθέτησαν στον «κανόνα» της πολιτισμικής Αριστεράς. Βέβαια κάποιοι άλλοι κριτικοί,1 τα τελευταία χρόνια, υπό το πρίσμα της αισθητικής ανάγνωσης της λογοτεχνίας και με διάθεση να υπερβούν την παρωχημένη, όπως τη θεωρούν, ιδεολογική κριτική, επιχείρησαν να αποτινάξουν από πάνω του τη στενή, είναι αλήθεια, ετικέτα του πολιτικού ποιητή που του έχει επισυναφθεί. Διατύπωσαν λοιπόν την ενδιαφέρουσα άποψη ότι ο Αναγνωστάκης περισσότερο από ιδεολογικός ποιητής είναι υπαρξιακός (ή ερωτικός) ποιητής της ανθρώπινης οδύνης και επομένως η «πολιτική διάσταση της ποίησης αυτής αποτελεί μία μόνο από τις συντεταγμένες της, και όχι την κύρια».2

Τον γρίφο της «πολιτικότητάς» του, όμως, τον έλυσε, μιλώντας περί εαυτόν, κάποτε, ο ίδιος ο Αναγνωστάκης: «Κατά καιρούς μ’ έχουν χαρακτηρίσει καθαρά πολιτικό ποιητή. Προσωπικά, δεν νομίζω ότι είμαι πολιτικός ποιητής. Είμαι ερωτικός και πολιτικός μαζί».3 Ο Αναγνωστάκης είναι σαφές ότι βιώνει το πολιτικό όπως ακριβώς την ερωτική εμπειρία: ως επιθυμία, προσδοκία, αναμονή, ταραχή αλλά και απώλεια, απουσία, ματαίωση, διάψευση. Και τούτο φαίνεται ολοκάθαρα από τις πρώτες κιόλας Εποχές του, σε στίχους που δεν ξεχωρίζεις αν είναι γραμμένοι με ερωτική ή πολιτική πρόθεση καθώς ταιριάζουν παντού και οι δύο ερμηνείες. Είναι άραγε το ερωτικό αντικείμενο του πόθου ή η πολιτική και η Αριστερά πίσω από τους διφορούμενους στίχους του;

 

Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ’χουμε πια τι να πούμε

Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια

Η σιωπή μου θα λέει: «Πόσο είσαι όμορφη, μα δε βρίσκω άλλο τρόπο να στο πω […]

 

Γυρεύω ένα τίποτα για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω […]

 

Νοσταλγούσαμε τόσο να χαρίσουμε τις αβέβαιες πλάνες μας στ’ όνειρο […]

 

Κι εγώ π’ αγκάλιασα το κάθε τι που πέρασε μπροστά μου

Αυτήν που ζητούσα δεν τη συνάντησα ούτε στα πιο μεθυσμένα όνειρά μου […]

 

Άσε να φτύσω το φαρμάκι της ψεύτρας σου ύπαρξης

Άσε να οραματιστώ τις νεκρές αναμνήσεις μου […]

 

Ο Αναγνωστάκης στον νέο πολιτικό και συναισθηματικό Μεσοπόλεμο του σήμερα

Μιλώντας ωστόσο για τον «πολιτικό» Αναγνωστάκη θέλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν σκοπεύω να ακυρώσω ούτε να ελέγξω ούτε να αναθεωρήσω καμία από τις αναγνώσεις που προανέφερα. Όλες τους έχουν μερτικό αληθείας… Θα δοκιμάσω, όμως, κάποιες πικρές σκέψεις που μου φέρνει στον νου η ιδεολογική και κριτική επανανάγνωση του «πολιτικού» Αναγνωστάκη μέσα από την οπτική της δικής μας στενεμένης, άχαρης και ταυτόχρονα γοητευτικής, σαν τον Μεσοπόλεμο, εποχής…. Και λέω πικρές αυτές τις σκέψεις γιατί διαβάζοντας κανείς σήμερα την ποίηση του Αναγνωστάκη, από τη σκοπιά της αγωνίας για το μέλλον του τόπου και της Αριστεράς, δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο οδυνηρό συμπέρασμα ότι ο ποιητής μάς μίλησε, σε ανύποπτο χρόνο και δεν το προσέξαμε, για όλα όσα αποτέλεσαν την ορατή κακοδαιμονία, την παθογένεια, την οριακή δυνατότητα ύπαρξης, την οργανική από ένα σημείο και έπειτα αμηχανία του πολιτικού χώρου που ονομάστηκε ή ονομάζεται ακόμη «ανανεωτική», «ριζοσπαστική», «δημοκρατική» Αριστερά. Του πολιτικού χώρου δηλαδή που υποστήριζε και ο ίδιος με ιδεολογική και κομματική συνέπεια.

Τολμώ να πω ότι ο Αναγνωστάκης φαίνεται να διαλέχτηκε ποιητικά ακόμα και με την ενδεχομενικότητα του τέλους της Αριστεράς, του τέλους δηλαδή της πολιτικογεωγραφικής διχοτόμησης που έφερε ως τομή στην πολιτική διαπάλη η Γαλλική Επανάσταση και η νεωτερικότητα. Ακόμα χειρότερα, η σιωπή του ίσως και να σημαίνει τη στρατηγική αμηχανία απέναντι στο διαφαινόμενο τέλος, όχι απλώς της Αριστεράς, αλλά και του πολιτικού εν γένει.

Ο Αναγνωστάκης λοιπόν είναι ο αλληγορικός ποιητής –πάντα με την έννοια της πολιτικής αλληγορίας– της περιπέτειας της ελληνικής Αριστεράς. Και ο πανταχού παρών ερωτισμός του κάνει αυτό το συναρπαστικό αλληγορικό αφήγημα να διασπείρει εδώ κι εκεί νοήματα και υπονοούμενα που μόνο μια υστερόχρονη ματιά μπορεί να αποκρυπτογραφήσει. Το συνολικό έργο του –ποιητικό και κριτικό– αποτελεί έναν ανοιχτό, εσωτερικό διάλογο διαρκείας με τις ιδέες του αριστερού κινήματος από το ’40 μέχρι σήμερα. Έχω την αίσθηση ότι αυτό το έργο αν διαβαστεί ως συνεχές αλληγορικό αφήγημα, προφανώς λαμβάνοντας υπόψη τις διαπεραστικές ρωγμές, παύσεις, τομές και ασυνέχειές του, περιέχει έναν προφητικό σχολιασμό για την Αριστερά που ελάχιστοι πολιτικοί και θεωρητικοί στοχαστές της έχουν μέχρι σήμερα αποτολμήσει. Και τούτο γιατί ο Αναγνωστάκης δοκίμασε να κάνει, προτού ακόμα συντριβούν τα πάντα, αυτό που δεν τόλμησε να κάνει η πολιτική Αριστερά: συλλογίστηκε τις απώλειες και πένθησε τα φαντάσματα χωρίς να προσδεθεί στα αισθήματα μιας, κατά Μπένγιαμιν, αριστερής μελαγχολίας.

Το ξέρω ότι ανοίγουμε μεγάλο κουβάρι κάνοντας λόγο για την αριστερή μελαγχολία. Όταν ο Μπένγιαμιν στον Μεσοπόλεμο εισήγαγε τον αινιγματικό όρο,4 είχε ασφαλώς κατά νου τη διανοητική και κατ’ επέκταση πολιτική στάση των Αριστερών να αρνούνται τη συμφιλίωση με το παρόν. Χωρίς να υποτιμά τη δημιουργική και καλλιτεχνική αξία της λύπης και ενίοτε και της ήττας, ο Μπένγιαμιν στηλιτεύει τη νοσηρή συνήθεια της Αριστεράς να μετατρέπει τα αισθήματα (του φόβου, της νοσταλγίας, της μελαγχολίας) σε πράγματα, να τα οικειοποιείται και να τα αγαπά, «όπως οι αστοί τα υλικά αγαθά τους».5 Παράλληλα όμως αυτή η αυστηρή κριτική του Μπένγιαμιν κρύβει από πίσω την επιμονή στην πολιτική αξία της σύλληψης του χρόνου ως παρόντος, όπως ακριβώς το θέτει απερίφραστα στην προμετωπίδα του Στόχου ο Μανόλης Αναγνωστάκης: «το θέμα είναι  τ ώ ρ α  τι λες». Κι αυτό το  τ ώ ρ α  στέκει αδυσώπητο και μετέωρο, με τα διακεκομμένα, αραιωμένα τέσσερα γράμματά της τυπογραφικής του διάταξης.

Το ποιητικό σώμα του Αναγνωστάκη δεν έχει απλώς έντονη πολιτική διάσταση και ιδεολογικό περιεχόμενο. Κι άλλοι ποιητές ερωτοτροπούν με τον πολιτικό στοχασμό. Επίσης, δεν συνδέεται απλώς και μόνον με τα ιστορικά και πολιτικά συμφραζόμενα της εποχής του. Κυρίως, κι αυτό τον διαφοροποιεί από τους άλλους πολιτικούς ποιητές, το έργο του Αναγνωστάκη δεν σταματά ποτέ να παράγει το δικό του πολιτικό νόημα στις εκάστοτε προσλήψεις του από τις εποχές. Πολιτικό νόημα που, όπως εύστοχα σημείωνε πριν κάποια χρόνια ο κριτικός Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «συγκεντρώνεται στην ηθική διάσταση της πολιτικής πράξης και συναρτάται ευθέως με δύο επιπλέον ζητήματα: την πολιτική μνήμη και την πολιτική αμφισβήτηση. Νόημα που παραμένει επίσης θαλερό επειδή ο Αναγνωστάκης δεν ρέπει ποτέ προς το μήνυμα (με την έννοια της διακοίνωσης μιας εξ αποκαλύψεως αληθείας), δεν σαλπίζει καμιά και κανενός είδους στράτευση και εκφράζεται πάντοτε μέσω ενός εγώ…».6

Ο Αναγνωστάκης εκφράζει διαρκώς στάσεις απέναντι στην Αριστερά. Με τον Μπένγιαμιν δεν τον ενώνει μόνο ο στοχασμός για την αριστερή μελαγχολία, αλλά και η αντίληψη για τις ιδέες ως ερείπια των καιρών. Στον χωροποιημένο κι όχι μόνο χρονοποιημένο κόσμο της ποίησής του, ο Αναγνωστάκης συνέλαβε πρόωρα, ιδίως στη συγκλονιστική Συνέχεια 3, την πρώτη συλλογή του μετά το σημαδιακό –για τη διεθνή Αριστερά– έτος 1956, τα συλλογικά πάθη του αριστερού κινήματος. Είδε τη μοναξιά μέσα στη συλλογικότητα· διέβλεψε την ατομικότητα πίσω από τον μαζικό αγώνα. Γι’ αυτό και σχολίαζε ανελέητα την ανθρωπογεωγραφία του χώρου που συχνά, με τους λογής «Λαυρέντηδες», εξέπιπτε στην πρακτική των ατομικών διαδρομών μέσα από σχήματα κίβδηλης επαναστατικότητας, άρα και φαλκιδευμένης συλλογικότητας.

Η Συνέχεια 3, το 1962, ως sequel στην αλληγορική αφήγηση για την Αριστερά, αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, το κομβικό σημείο της αλλαγής παραδείγματος και ποιητικής διάθεσης του Αναγνωστάκη στη σχέση του με τον πολιτικό του χώρο. Τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής αυτής κατατρύχονται από την ιδέα για τον θάνατο της στράτευσης, της πολιτικής δράσης, του συλλογικού οράματος, της ελπίδας.

 

Πάψαν τα λόγια πια ν’ αποτελούν χρησμούς

Οι δυνατοί οι στίχοι προφητείες

Μες στην τερπνή ζωή σε ποθητή γαλήνη

Μας χάιδευε το μέτωπο η ωραία Ειρήνη 

 

Ο Αναγνωστάκης διέγνωσε έγκαιρα –προφητικά έγκαιρα θα έλεγε κανείς– την τάση αποσυναρμολόγησης του κόσμου: την κατάρρευση των μεγάλων αφηγήσεων, τον κατακερματισμό των συνειδήσεων, το ανερμάτιστο του σύγχρονου πολιτικού λόγου, την αδυναμία συγκρότησης συλλογικού υποκειμένου. 

 

Όλο και πιο γυμνά

Όλο και πιο άναρθρα

Όχι πια φράσεις

Όχι πια λέξεις

Γραμμάτων σύμβολα

Αντί για την πόλη η πέτρα

Αντί για το σώμα το νύχι.

 

 Με μυστικότητα και υπαινιγμούς, ακολουθώντας την τεχνική της απόκρυψης, ο Αναγνωστάκης στη Συνέχεια 3 δεν συγκρούστηκε μόνο με τον δογματισμό, τον σταλινισμό, την ξύλινη γλώσσα και τη μονολιθικότητα της Αριστεράς. Ούτε προκάλεσε απλώς και μόνον ρωγμές ανανέωσης στο δεσμευτικό σύστημα της ορθόδοξης κομματικής Αλήθειας. Πολύ περισσότερο, μοιάζει να αναδεύει τις αβεβαιότητες μιας πάλλουσας εσωτερικής σκέψης, ενός δαίμονα αμφιβολίας, μιας συνείδησης τεταμένης στην προσπάθεια κατανόησης του νέου κόσμου. Το ολόγυμνο από εκφραστικά στολίδια και γι’ αυτό ειρωνικά σπαρακτικό ποίημα με τον συμβολικό τίτλο «Το Ναυάγιο» απεικονίζει –πιστεύω– ανάγλυφα τις σκέψεις του Αναγνωστάκη, ήδη από το 1962, για το παρελθόν και το μέλλον τής πρόωρα ναυαγισμένης Αριστεράς:

 

Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα

Ύστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό

Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά

(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες; ποιοι γλιτώσαν;) […]

 

Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά

Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι

Καινούριο, ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα.

 

Θα ’χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίσουνε.

 Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ’ εμάς.

 

 Στο μοτίβο του ναυαγίου επιστρέφει διαρκώς ο ποιητής. Ας θυμηθούμε μόνο εκείνο το πικρό και φαρμακερό ποίημα με τον ποδοσφαιρικό τίτλο «Fair Play» του Μανούσου Φάσση, επιδεικτικά αφιερωμένο μάλιστα στον Μανόλη Αναγνωστάκη:

 

Μέρα τη μέρα θα ’ρχονταν η Επανάσταση

και περιμένοντας πέρασαν τα χρόνια

     κι όμως σ’ το λέγαν οι γονείς σου: «άσ’ τα συ

πάντα θα βρίσκονται στον κόσμο άλλα κωθώνια»

 

Δεν άκουσες ποτέ τη μάνα σου την άγια,

σ’ ενοχλούσε και σένα το κατεστημένο,

δεν είδες γύρω σου χιλιάδες τα ναυάγια

δεν το χαμπάριασες πως το παιχνίδι ήταν στημένο.

 

Ο Μανούσος Φάσσης ως υπέρβαση της αριστερής μελαγχολίας

Τι κράτησε η Αριστερά από το έργο του Αναγνωστάκη; Αυτάρεσκη και ναρκισσιστική η ανάγνωσή της, δεσμευμένη, σχεδόν παγιδευμένη στην ιστορικότητα της κρίσης της και την παθολογία της αριστερής μελαγχολίας, κατανόησε τελικά λιγότερα από όσα βασανιστικά έθετε η πολιτική διάσταση του έργου του Αναγνωστάκη. Δυστυχώς, δεν ήχησε ως έπρεπε, ως προειδοποιητικό καμπανάκι, ο πικρός στίχος από το Περιθώριο ’68-’69, που σχολιάζει αυτήν ακριβώς την εφησυχασμένη πίστη της Αριστεράς στην Αλήθεια της: «τι ωραία βιβλία που γράφουμε, τι ωραία τραγούδια που ψάλλουμε, τι ωραία μνημόσυνα που κλαίμε».

Από τη σαρωτική πολιτική και πολιτισμική κριτική του Αναγνωστάκη, φρονώ πως η Αριστερά κράτησε μόνο ό,τι δεν την ξεβόλευε, νομίζοντας πως ο ποιητής αναφέρεται αποκλειστικά στη δογματική εκδοχή της. Δεν πρόσεξε πως στην «Ερωτική Τρίλιζα» του Μανούσου Φάσση, δίπλα στην Τασία την Αρχοντοκνίτισσα και την Τούλα την αγωνίστρια της Π.Π.Σ.Π., ο ποιητής τοποθέτησε και την Ασπασία, τη σεμνή κόρη του «Ρήγα Φεραίου», αφού «πολιτική και λίγο σεξ μας διαχωρίζουν απ’ το ΕΞ». Δεν τον διάβασε προσεχτικά, δεν τον κατάλαβε η Αριστερά τον Αναγνωστάκη. Και όχι βέβαια μόνον αυτόν… Η ένταξη και η στράτευσή του στο Κ.Κ.Ε. Εσωτερικού και τον Συνασπισμό παραπλάνησε την Αριστερά εξακολουθητικά, την κοίμισε σαν υπνωτικό… Και έτσι δεν μπόρεσε να δει τον υπαρξιακό διχασμό που βρίσκεται μέσα σε αυτή την ένταξη και στον πυρήνα του ποιητικού και πνευματικού του έργου· όχι μόνο των στίχων αλλά και των τροπικοτήτων που υιοθετούσε η γραφή του: τους στίχους-θραύσματα στο ΥΓ. και τις πικρές, σατιρικές, υπονομευτικές ομοιοκαταληξίες του Μανούσου Φάσση.

Αν ο Καβάφης υπήρξε «εν μέρει χριστιανός κι εν μέρει ελληνίζων», ο Αναγνωστάκης υπήρξε εντός και εκτός και επί τα αυτά της Αριστεράς, στρατευμένος και αστράτευτος ταυτόχρονα.7 Πόσο μελάνι χυμένο για την ερμηνεία της περίφημης «σιωπής» του μετά το 1970 και πόση δυσκολία να αντιληφθούμε, μέσα από τις μορφές έκφρασης που επέλεξε ο ποιητής στη Μεταπολίτευση, κυρίως τον ανατρεπτικά σατιρικό Μανούσο Φάσση, ότι καθόλου σιωπηρή δεν ήταν η «σιωπή του». Ιδίως πολιτικά και ιδεολογικά, ήταν εύγλωττη. Όπως και σύνολο το έργο του.

Τι σημαίνει άραγε για την Αριστερά η ύστατη καταφυγή του ποιητή στην ειρωνεία, τη σάτιρα, τον σαρκασμό; Τι σημαίνει η παραδοχή, σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του ότι «τα σημερινά πολιτικά ποιήματα, τα δραματικά ποιήματα νομίζω πως πρέπει να κλίνουν προς τη σάτιρα. Να είναι πολιτικά και σατιρικά όμως. Ένα τέτοιο πράγμα μας λείπει. Ένα τέτοιο μέρος το κάνω στον Μανούσο Φάσση – αν το κατάλαβε κανείς». Όσο εγώ τουλάχιστον μπορώ να καταλάβω, ολοένα και περισσότερο πείθομαι, ότι ο Μανούσος Φάσσης, η ειρωνική έξοδος του Αναγνωστάκη από την ποίηση και την πολιτική, είναι η υπέρβαση της αριστερής μελαγχολίας. Η ρηξικέλευθη γλώσσα του παρόντος που συνομιλεί με τη βαθύτερη ανθρώπινη αλήθεια, τη συνθετότητα και την πολυπλοκότητα του σύγχρονου κόσμου.

Γιατί λοιπόν να μας αφορά σήμερα, στο τωρινό φλέγον παρόν, που ως πολιτικός χρόνος ολισθαίνει καθημερινώς κι ανεπαισθήτως κάτω από τα πόδια μας, η περίπτωση του Αναγνωστάκη; Διότι η κρίση της Αριστεράς δεν είναι οι εσωτερικές διαιρέσεις ούτε η κατάρρευση των συλλογικών ουτοπιών της. Είναι πρωτίστως η ουσιαστική αδυναμία της να κατανοήσει την εποχή και να συνθέσει πάνω στη βάση μιας πολιτισμικής κριτικής το δικό της ηθικοπολιτικό σχέδιο για τον κόσμο και την οργάνωση της κοινωνικής ζωής. Γι’ αυτό και χάνει, ολοένα και δραστικότερα, το βαρύτερο από τα πολιτικά της όπλα, το συντριπτικό, ιστορικό και συγκριτικό της πλεονέκτημα στην πολιτική διαπάλη: την ηθική υπεροχή. Αυτή η ηθική υπεροχή, το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς βρίσκεται βαθιά μέσα στον ιδεολογικό πυρήνα της ποιητικής και πολιτικής πράξης του Μανόλη Αναγνωστάκη. Και η Αριστερά –αν θέλει να μη νιώθει ξένη με τον εαυτό της κι αν ενδιαφέρεται να αποφύγει «τη συμμαχία με τη μαύρη απόγνωση, ενάντια στην ψυχή της» (σαν άλλος δαιμονικός, σαιξπηρικός Ριχάρδος ο Γ΄) οφείλει απλώς να αποκρυπτογραφήσει προσεχτικά αυτόν ακριβώς τον ποιητικό και πολιτικό κώδικα του Αναγνωστάκη. Γιατί όπως και να ’χει το πράμα με την ιστορία, πάντα, το θέμα θα είναι «τ ώ ρ α  τι λες». Και η Αριστερά, παραφράζοντας τον εθνικό ποιητή, μπορεί να είναι «ήσυχη για τη γνώμη της, αλλά όχι για τη Μοίρα». 

 

 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 08 (12.2013)