εξορία, ιδεολογία, ισχύς

 

Αν δεις την αλήθεια τότε σε καταπίνει το ψέμα της:
Μόμπι Ντικ ή η Φάλαινα του Χέρμαν Μέλβιλ

Βαγγέλης Ιντζίδης

Συναναγνώσεις της Παλαιάς Γραφής και του Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ σε μια προσπάθεια να κατανοήσουμε την πολιτική όχι ως έναν μετασχηματισμό των εικόνων σε ιδέες αλλά ως έναν μετασχηματισμό των ιδεών σε εικόνες. Να μετατοπιστούμε από την αναπαραγωγή των κυρίαρχων εικόνων - ερμηνειών στη δημιουργία εικόνων. Τι θα σήμαινε τότε η σχέση ανάμεσα στο ψευδές και στο αληθές αν όχι τη χειραφέτηση απέναντι στην πραγματικότητα; Μια πραγματικότητα που τίθεται πάντα ως όριο και μια κριτική που δεν είναι παρά η εμμενής σκέψη που αναβάλλει διαρκώς την τελική κρίση;

 

«Λέγε με Ισμαήλ. Πριν από μερικά χρόνια –δεν έχει σημασία πόσο ακριβώς– έχοντας λίγα ή καθόλου χρήματα στο πουγκί μου και τίποτα ιδιαίτερο που να με ενδιαφέρει στη στεριά, σκέφτηκα να ταξιδέψω λίγο στη θάλασσα και να δω το υδάτινο μέρος του κόσμου. Είναι ένας τρόπος που έχω να διώχνω το σπλήνιασμα και να ρυθμίζω το κυκλοφοριακό. Όταν πιάνω τον εαυτό μου να στραβώνει το στόμα...όταν μες στην ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, που ψιλοβρέχει...όταν πιάνω τον εαυτό μου να σταματάει άθελα μπρος σε φερετροπωλεία και να γίνεται ουραγός κάθε κηδείας που συναντώ...και ειδικά όταν οι υποχονδρίες μου με κυβερνούν τόσο, που χρειάζεται ένας δυνατός ηθικός φραγμός να με εμποδίσει να βγω επίτηδες στο δρόμο και μεθοδικά να ρίξω χάμω τα καπέλα του κόσμου – τότε θεωρώ πως ήρθε πια η ώρα να μπαρκάρω, όσο πιο γρήγορα μπορώ...» (μετάφρ. Α.Κ. Χριστοδούλου).

[1]

O αφηγητής, Ισμαήλ, εμφανίζεται και στην Παλαιά διαθήκη και στο Κοράνι. είναι για τον ιουδαϊσμό, τον χριστιανισμό και για τους μουσουλμάνους ο γιος του Αβραάμ και της δούλας του Άγαρ της Αιγυπτίας. Aπηχεί έναν εξόριστο. Aπηχεί τον γιο μιας δούλας που διαμεσολαβεί με το σώμα της προκειμένου να δημιουργήσει την εικόνα της μητρότητας στην κυρία της, τη Σάρα. Tο σπέρμα του αφέντη που γεννά τον Ισμαήλ δεν είναι ευλογημένο αλλά έχει τον όρκο της προστασίας, που ο Θεός τηρεί. O αφηγητής, Ισμαήλ, δεν γελά, δεν είναι εκείνος που γελά, δηλαδή, δεν είναι ο Ισαάκ. είναι εκείνος όμως, το όνομά του, που διαβεβαιώνει πως ο Θεός θα ακούσει. Eγγυάται την εκπλήρωση μιας θεϊκής υπόσχεσης, στις σημιτικές κουλτούρες. Είναι εκείνος που σπληνιάζεται. Kαταθλίβεται. Θυμώνει. Αυτός που πειράσσει και κοροϊδεύει. Είναι εκείνος που κινδύνεψε να πεθάνει μόνος και απέναντι από εκείνη που τον έφερε στον κόσμο. Να πεθάνει στην έρημο δίχως νερό. Σώζεται από τον άγγελο και παραμένει στην έρημο του Σινά όπου γίνεται και αυτός γενήτορας ενός σπουδαίου έθνους κατά τη θεϊκή υπόσχεση, ζώντας σύμφωνα με τη Βίβλο 137 χρόνια.

[2]

Ο αφηγητής Ισμαήλ θέλει να μπαρκάρει στο φαλαινοθηρικό του Αχαάβ, εκείνου που στη Παλαιά Διαθήκη είναι εχθρός του Προφήτη Ηλία, του Ιουδαίου βασιλιά της Σαμάρειας, ο οποίος επιδιώκει να επαναφέρει τη λατρεία ενός άλλου θεού, του Βάαλ. Οι Εβραίοι τον έχουν ως βασιλιά τους ειδωλολάτρη. Ο Ισμαήλ, ο εξόριστος, μπαρκάρει με αυτόν που ισχυρίζεται ότι το ένα του πόδι το έφαγε ο Μόμπι Ντικ, μια λευκή φάλαινα. Ο εξόριστος μπαρκάρει με το καράβι Πίκουοντ, του Καπετάνιου Αχαάβ. Ένα όνομα καραβιού που ο Ισμαήλ λέει: «όσο για το Πίκουοντ σίγουρα θα θυμάστε πως ήταν το όνομα μιας ένδοξης φυλής από Ινδιάνους της Μασαχουσέτης, που έχουν εξαφανιστεί πια όπως οι αρχαίοι Μήδοι...» και παρακάτω στην περιγραφή του καραβιού συνεχίζει (Μόμπυ Ντικ, 9): «οι σεβάσμιες παρειές της πλώρης έμοιαζαν να έχουν γένια... τα κατάρτια του –φτιαγμένα κάπου στα παράλια της Ιαπωνίας, όπου, σε μια τρικυμία, χάθηκαν τα αρχικά του στη θάλασσα–, τα κατάρτια του ορθώνονταν αλύγιστα σαν τις ραχοκοκαλιές των τριών πανάρχαιων βασιλιάδων της Κολωνίας.. τα ωραία του καταστρώματα ήταν φαγωμένα και ρυτιδιασμένα, σαν την πέτρινη πλάκα που λατρεύουν οι προσκυνητές στον Καθεδρικό ναό του Κάντερμπερι όπου έχυσε το αίμα του ο Μπέκετ...». Ένας εξόριστος που ξέρει τις καθεδρικές του κόσμου και τα ναυπηγεία της Ιαπωνίας, που μιλά για τις φυλές που χάθηκαν Μήδους και Ινδιάνους και βασιλιάδες και προφήτες.

[3]

Αυτό είναι πάντα η εξορία. Είναι εκείνο το πηγάδι που σε ρουφά όταν αποζητήσεις να δεις όλο τον κόσμο (όπως τον ξέρει ο Ισμαήλ) μέσα από την ανατροπή εκείνου που υπάρχει, του Θεού, της λευκής φάλαινας, σε κάτι που δεν υπάρχει και το αντιμετωπίζεις ως υπαρκτό (του Αχαάβ που φέρνει πίσω ένα είδωλο, τον Βάαλ, όπως όλοι μαζί στην ιστορία του Μέλβιλ φέρνουν μαζί τους την ιδέα της μεγάλης άσπρης φάλαινας, του Μόμπι Ντικ).

[4]

Λέγε με Ισμαήλ. Είμαι Εξόριστος. Και κυρίως είμαι εκείνος που για να αφηγηθεί επιλέγει όχι μια πραγματικότητα, αλλά μια αφήγηση για την πραγματικότητα, την ιδέα του Μόμπι Ντικ και το μένος του Αχαάβ για αυτή την ιδέα του λευκού κήτους. Αυτό είναι η εξορία. Η αλήθεια που καταστρέφεται όταν αποκαλυφθεί μέσα από το ψέμα της. Αυτό είναι η εξορία. Η άλλη όψη του ψέματος. Η αλήθεια. Η αφορμή της αλήθειας. Το ψέμα. Ο προπομπός της αλήθειας. Το ψέμα. Ίσως και η παράταση της ζωής μέσα από το ψέμα. Φαίνεται πως όποιος νοήσει την αλήθεια ή το Θεό εκείνη ή Εκείνος τον απορροφά μέσα του. Κατά τον όρκον του φρέατος και είδεν φρέαρ ύδατος ζώντος και επορεύθη...(Γένεσις/ 21). Αν δεν σε απορροφήσει η αλήθεια του θανάτου δεν θα επιστρέψεις από την εξορία. Μια αλήθεια θανάτου που μεγαλύνεται από το ψεύδος της. Επειδή στην τέχνη ο θάνατος δεν είναι ποτέ η αλήθεια της.

[5]

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα της ψευδαίσθησης. Και μια εικόνα στο νου ενός καταθλιπτικού μεταιχμιακού προσώπου. Και να δούμε. Η Σάρα αναλαμβάνει να πεισθεί πως ο Ισμαήλ, γιος της δούλας της με τον Αβραάμ είναι και απόγονός της. έως ότου έλθει εκείνος που γελά αλλά δεν κοροϊδεύει, ο Ισαάκ, ο πραγματικός γιος της (δεν κοροϊδεύει... αφού είναι ο πραγματικός δεν χρειάζεται να τον βλέπουν ως να είναι παιδί τους – απόγονός τους, επειδή τώρα είναι). Ο Ισμαήλ επειδή γνωρίζει πως το βλέμμα των άλλων είναι το βλέμμα εκείνου που βλέπει σε αυτόν κάτι που δεν είναι κατανοεί την κοροϊδία. Και το γέλιο του είναι το γέλιο της κρίσης, της θλίψης, της καλλιτεχνικής εναντίωσης. Ο Ισαάκ έχοντας την ασφάλεια της ειλικρινούς αναγνώρισης είναι απλώς εκείνος που χαμογελά, αυτό σημαίνει το όνομά του, Ισαάκ είναι εκείνος που χαμογελά. Ο Ισμαήλ γελάει τρανταχτά κοροϊδεύει, ο Ισαάκ χαμογελά.

Στη συνέχεια ο Αχαάβ ο καπετάνιος, κοροϊδεύει με την έννοια του «εξαπατώ». Μπορούμε να πούμε πως υιοθετεί μια λευκή φάλαινα για να του κόψει το πόδι. Τους πείθει όλους να τη βλέπουν (βρισκόμαστε ήδη στον 19ο αιώνα). Ο Αχαάβ αυτός που θέλει ο Ιουδαίος βασιλιάς, στην Παλαιά Διαθήκη, που εχθρεύεται τον Προφήτη Ηλία, επειδή θέλει να απαρνηθεί τον Γιαχβέ και θέλει να φέρει μια άλλην θεότητα, τον Βάαλ που σημαίνει στα εβραϊκά, τον ιδιοκτήτη, τον κύριο. Την ιδιοκτησία κόντρα στη Φώτιση.

Ο Αχαάβ αυτό θέλει να κάνει και αυτό επιδιώκει. Να τους πείσει όλους ως να είναι η ιδιοκτησία του, ως η σκέψη τους να είναι η ιδιοκτησία του, η όρασή τους να είναι η ιδιοκτησία του. Να βλέπουν όλοι πως η μεγάλη λευκή φάλαινα υπάρχει. Υπάρχει στο νου τους, έναν νου που του ανήκει.

Είναι ο Μόμπυ Ντικ, δηλαδή η εικόνα που γίνεται σκέψη. Και όχι μια σκέψη που μετασχηματίζεται σε εικόνα. δηλαδή η εμμενής κριτική, η απόσταση που αναστοχάζεται διαρκώς.

Ο Μόμπυ Ντικ είναι εκείνη η φαντασίωση που παράγει πραγματικότητες, μια άυλη εικόνα που παράγει αφρούς και κύματα και στο τέλος απορροφά τα πάντα. Αυτό είναι η ιδεολογία. η απουσία της χειραφέτησης, η αναυθεντικότητα, που συνάδει με την απουσία της κριτικής. Αυτό κάνουν οι ιδεολόγοι. παθιάζουν και παθιάζονται παράγουν ύλη και υλικότητα από μια εικόνα. Κάνουν κρίσεις. Δεν αναβάλλουν ποτέ την τελική τους κρίση (κριτική). Την θέτουν πριν από τη σκέψη, δεν την ξανασκέφτονται, δεν την διερευνούν κριτικά μέσα στη διασπορά της, δεν εννοούν τη διαύγασή της για μια επαναδόμησή της. Το λευκό κήτος του ψεύδους είναι η αλήθεια του κήτους.

Αυτό μας κατατρώγει όλες και όλους. Σε τελευταία ανάλυση αυτό είναι ο ολοκληρωτισμός που απορροφάται από τη δημοκρατία της γραφής και της λογοτεχνίας με έναν θορυβώδη πλαταγισμό στη θάλασσα. Το νου σας.

 

Αντί επιλόγου

«Ο ελεύθερος άνθρωπος δεν σκέφτεται τίποτε άλλο λιγότερο από τον θάνατο και η σοφία του είναι μελέτη όχι του θανάτου αλλά της ζωής .» (Σπινόζα, Ηθική IV.67)

 

 

Σημειώσεις

Γένεσις (21).

Καὶ Κύριος ἐπεσκέψατο τὴν Σάρραν, καθὰ εἶπε, καὶ ἐποίησε Κύριος τῇ Σάρρᾳ καθὰ ἐλάλησε, 2 καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκε τῷ Ἁβραὰμ υἱὸν εἰς τὸ γῆρας, εἰς τὸν καιρόν, καθὰ ἐλάλησεν αὐτῷ Κύριος. 3 καὶ ἐκάλεσεν Ἁβραὰμ τὸ ὄνομα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ τοῦ γενομένου αὐτῷ, ὃν ἔτεκεν αὐτῷ Σάρρα, Ἰσαάκ. 4 περιέτεμε δὲ Ἁβραὰμ τὸν Ἰσαὰκ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ, καθὰ ἐνετείλατο αὐτῷ ὁ Θεός. 5 καὶ Ἁβραὰμ ἦν ἑκατὸν ἐτῶν, ἡνίκα ἐγένετο αὐτῷ Ἰσαὰκ ὁ υἱὸς αὐτοῦ. 6 εἶπε δὲ Σάρρα· γέλωτά μοι ἐποίησε Κύριος· ὃς γὰρ ἂν ἀκούσῃ, συγχαρεῖταί μοι. 7 καὶ εἶπε· τίς ἀναγγελεῖ τῷ Ἁβραάμ, ὅτι θηλάζει παιδίον Σάρρα; ὅτι ἔτεκον υἱὸν ἐν τῷ γήρᾳ μου.

 

8 Καὶ ηὐξήθη τὸ παιδίον καὶ ἀπεγαλακτίσθη, καὶ ἐποίησεν Ἁβραὰμ δοχὴν μεγάλην, ᾗ ἡμέρᾳ ἀπεγαλακτίσθη Ἰσαὰκ ὁ υἱὸς αὐτοῦ. 9 ἰδοῦσα δὲ Σάρρα τὸν υἱὸν Ἄγαρ τῆς Αἰγυπτίας, ὃς ἐγένετο τῷ Ἁβραάμ, παίζοντα μετὰ Ἰσαὰκ τοῦ υἱοῦ αὐτῆς· 10 καὶ εἶπε τῷ Ἁβραάμ· ἔκβαλε τὴν παιδίσκην ταύτην καὶ τὸν υἱὸν αὐτῆς· οὐ γὰρ μὴ κληρονομήσει ὁ υἱὸς τῆς παιδίσκης ταύτης μετὰ τοῦ υἱοῦ μου Ἰσαάκ. 11 σκληρὸν δὲ ἐφάνη τὸ ρῆμα σφόδρα ἐναντίον Ἁβραὰμ περὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ. 12 εἶπε δὲ ὁ Θεὸς τῷ Ἁβραάμ· μὴ σκληρὸν ἔστω ἐναντίον σου περὶ τοῦ παιδίου καὶ περὶ τῆς παιδίσκης· πάντα ἂν ὅσα εἴπῃ σοι Σάρρα, ἄκουε τῆς φωνῆς αὐτῆς, ὅτι ἐν Ἰσαὰκ κληθήσεταί σοι σπέρμα. 13 καὶ τὸν υἱὸν δὲ τῆς παιδίσκης ταύτης εἰς ἔθνος μέγα ποιήσω αὐτόν, ὅτι σπέρμα σόν ἐστιν. 14 ἀνέστη δὲ Ἁβραὰμ τὸ πρωΐ καὶ ἔλαβεν ἄρτους καὶ ἀσκὸν ὕδατος καὶ ἔδωκε τῇ Ἄγαρ καὶ ἐπέθηκεν ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτῆς τὸ παιδίον καὶ ἀπέστειλεν αὐτήν. ἀπελθοῦσα δὲ ἐπλανᾶτο κατὰ τὴν ἔρημον, κατὰ τὸ φρέαρ τοῦ ὅρκου. 15 ἐξέλιπε δὲ τὸ ὕδωρ ἐκ τοῦ ἀσκοῦ, καὶ ἔρριψε τὸ παιδίον ὑποκάτω μιᾶς ἐλάτης. 16 ἀπελθοῦσα δὲ ἐκάθητο ἀπέναντι αὐτοῦ μακρόθεν ὡσεὶ τόξου βολήν· εἶπε γάρ, οὐ μὴ ἴδω τὸν θάνατον τοῦ παιδίου μου. καὶ ἐκάθισεν ἀπέναντι αὐτοῦ, ἀναβοῆσαν δὲ τὸ παιδίον ἔκλαυσεν. 17 εἰσήκουσε δὲ ὁ Θεὸς τῆς φωνῆς τοῦ παιδίου ἐκ τοῦ τόπου, οὗ ἦν, καὶ ἐκάλεσεν ἄγγελος Θεοῦ τὴν Ἄγαρ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ εἶπεν αὐτῇ· τί ἐστιν Ἄγαρ; μὴ φοβοῦ· ἐπακήκοε γὰρ ὁ Θεὸς τῆς φωνῆς τοῦ παιδίου ἐκ τοῦ τόπου, οὗ ἐστιν. 18 ἀνάστηθι καὶ λαβὲ τὸ παιδίον καὶ κράτησον τῇ χειρί σου αὐτό· εἰς γὰρ ἔθνος μέγα ποιήσω αὐτό. 19 καὶ ἀνέῳξεν ὁ Θεὸς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ εἶδε φρέαρ ὕδατος ζῶντος καὶ ἐπορεύθη καὶ ἔπλησε τὸν ἀσκὸν ὕδατος καὶ ἐπότισε τὸ παιδίον. 20 καὶ ἦν ὁ Θεὸς μετὰ τοῦ παιδίου, καὶ ηὐξήθη. καὶ κατῴκησεν ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἐγένετο δὲ τοξότης. 21 καὶ κατῴκησεν ἐν τῇ ἐρήμῳ τῇ Φαράν, καὶ ἔλαβεν αὐτῷ ἡ μήτηρ γυναῖκα ἐκ γῆς

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 27 (07.2015)