επιχείρηση «grand slam»

 

ή: Γιατί δεν γράφω νέο αστυνομικό μυθιστόρημα

 

Πέτρος Μαρτινίδης


Υπάρχει μια σκηνή, στην ταινία Goldfinger, με τον Μποντ δεμένο σ’ ένα μεταλλικό τραπέζι και μια ακτίνα λέιζερ να το τεμαχίζει, έτοιμη να κόψει στα δύο και τον ήρωα. Ο 007 αντιμετωπίζει τη φαντασμαγορική απειλή σαν μπλόφα, ώστε να αποκαλύψει στον Χρυσοδάκτυλο τι γνωρίζουν οι μυστικές υπηρεσίες για τα σχέδιά του. «You expect me to talk?» τον ρωτά κρύβοντας την αγωνία του. «No mister Bond, I expect you to die», απαντά αδιάφορα εκείνος.

Παρά την ταπεινή προέλευση, η σκηνή συνοψίζει την ουσία της λογοτεχνικής παραγωγής. Σαν να αντιμετωπίζει μια μπλόφα του Χρόνου, κάθε συγγραφέας θεωρεί ότι πιέζεται «να μιλήσει»∙ ενώ, πολύ απλά, αναμένεται να πεθάνει –κι αυτός, όπως οι πάντες. Όλα τα άλλα –ικανότητες, οξυδέρκεια, ευαισθησία, απελπισίες, στρατεύσεις– έπονται. Θεμελιώδες κίνητρο παραμένει να έχεις να «μιλήσεις» για λίγο ακόμα, πριν το τέλος.

Στην ταινία, ο Μποντ θυμάται κάτι σαν κωδικό όνομα που έτυχε ν’ ακούσει: «operation grand slam». Το πετά και ο Χρυσοδάκτυλος «τσιμπάει». Η ακτίνα λέιζερ παύει να ανηφορίζει προς το καβάλο του κι ο 007 σώζεται, από αυτήν όπως κι από άλλες απειλές, για να οδηγηθεί στον θρίαμβο. Στη ζωή, κάτι τέτοιο συμβαίνει πολύ σπάνια –στα Νόμπελ λογοτεχνίας, ας πούμε. Για τους λοιπούς, συγγραφείς κάποιας ηλικίας και τους ξεχασμένους ήρωές τους, ισχύει απολύτως η ατάραχη απάντηση του Goldfinger στην απέλπιδα εικασία του Μποντ.

Το «ζήσε τη μέρα σαν να ’ναι η τελευταία σου», όσο κι αν το εννοεί λέγοντάς το ο υγιής άνθρωπος των 40 ή των 50 χρόνων, παραμένει σχήμα λόγου. Μετά, τα πράγματα σοβαρεύουν. Ιδίως αν οδεύεις προς τα 70. Αν πράγματι είναι «η τελευταία σου», τι να της προγραμματίσεις; … Μια απόπειρα «να μιλήσεις», να συναντηθείς με τους ξεχασμένους ήρωές σου, όπως με φίλους που έχεις καιρό να δεις, σε φέρνει σε επαφή με πρόσωπα που εκ γενετής αψηφούν την απειλή του Χρόνου. Για τους ήρωες των μυθιστορημάτων ο θάνατος δεν αποτελεί παρά μορφή αφήγησης –έναν γλυκόηχο ψίθυρο λέξεων, όχι φρικτό, επιθανάτιο ρόγχο.

Αυτός είναι ο πειρασμός μου, τους τελευταίους μήνες.

Πολύ θα ήθελα να καταπιαστώ με νέο μυθιστόρημα. Η εποχή προσφέρεται: κρίση, διαφθορά, ρατσισμός και τρομοκρατία, πανεπιστημιακή επαναστατικότητα με συμπεριφορές υποκόσμου, και τι δεν έχει κανείς ως θεματικές αφορμές. Αφορμές τις οποίες ολοένα και περισσότεροι συγγραφείς εισάγουν σε «αστυνομικά». Γι’ αυτό και το 25 με 30% της παγκόσμιας λογοτεχνικής παραγωγής, όπως μαθαίνω, είναι πλέον αστυνομικά μυθιστορήματα.

Είναι, όμως, αστυνομικά;

Παιδί, γνώρισα το αστυνομικό μυθιστόρημα ως είδος που το κατήγγελλαν οι δάσκαλοι και οι σύλλογοι κηδεμόνων. Φτηνές εκδόσεις «τσέπης», που κρύβονταν εύκολα σ’ ένα συρτάρι ή γίνονταν συντροφιά σε ταξίδι. Συνδυασμοί ορθολογισμού κι εγκλημάτων, όπου οι φόνοι ήταν κίνητρα στοχασμού, όχι παραδείγματα προς μίμηση, όπως φοβούνταν οι κηδεμόνες. Η λογοτεχνική ποιότητα ποίκιλλε, ασφαλώς, αλλά το κεντρικό στοιχείο γοητείας ήταν η απροσδόκητη, όσο και εύλογη, τελική κατάληξη.

Εδώ και δυο δεκαετίες τουλάχιστον, με τη λογοτεχνική ποιότητα να ποικίλλει πάντα, το βάρος έχει πέσει στην κοινωνική ανάλυση ή την απεικόνιση μιας ιστορικής εποχής. Όποιες αρετές και αν διαθέτουν, πολύ λίγο τα σχετικά βιβλία παραμένουν αστυνομικά. Οι κοινωνικές αφορμές ξεστρατίζουν τους συγγραφείς από τον κυρίως στόχο: την παγίδευση κάποιου ήρωα, μα και του αναγνώστη, πρωτίστως, στο πώς ο ένας θα τα φέρει βόλτα και πώς ο άλλος θα μαντέψει την έκβαση.

Χωρίς τέτοιο «thrilling» δεν έχει αστυνομική ιστορία, κατά τη γνώμη μου. Καίτοι, λοιπόν, η εποχή μας προσφέρει άφθονα κίνητρα για μια, μέσω «αστυνομικής λογοτεχνίας», κριτική της σύγχρονης κοινωνίας, ο λόγος της απροθυμίας να ξαναμπώ σε περιπέτεια συγγραφής είναι η παλιομοδίτικη οπτική μου. Το 2011 νόμιζα πως είχα καταφέρει, με το: Χωρίς αποζημίωση, να συνδυάσω ιδεωδώς έναν καγχασμό για τους «αγανακτισμένους» με την επίλυση αστυνομικού γρίφου. Το βιβλίο πήγε λιγότερο καλά από κάθε προηγούμενο. Μπορεί η εποχή μας να μην σηκώνει καγχασμούς για τους «αγανακτισμένους» ή να μην σηκώνει καγχασμούς, εν γένει.

Φοβάμαι πως αν ενδώσω στον πειρασμό των τελευταίων μηνών θα είναι για ένα ακόμη τέτοιο, παλιομοδίτικο, παιχνίδι. Αλλά η συγγραφή, όπως η ανάγνωση ως ένα βαθμό, συνιστά διαχείριση μοναξιάς. Και, στην ηλικία μου, δεν μου μένει πολλή μοναξιά για ξόδεμα. 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 16 (08.2014)