επαναπροσδιορίζοντας τη λογική της φοιτητικής διαμαρτυρίας

 

Σκέψεις με αφορμή τις φοιτητικές καταλήψεις
στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ

Εύα Φωτιάδη

 

Στον απόηχο των γεγονότων του Δεκεμβρίου του 2008, ο καλλιτέχνης και θεωρητικός τέχνης Κωστής Σταφυλάκης έγραψε ένα από τα λίγα κείμενα που διαπραγματεύονται τόσο το ρόλο του αισθητικού στα πολιτικά συμβάντα του Δεκέμβρη όσο και την πολιτική κάποιων παρεμβάσεων με αισθητικό χαρακτήρα που δεν είχαν απαραίτητα και καλλιτεχνική πρόθεση. Αναφερόμενος στις τελευταίες, ανατρέχει και στην πολυσυζητημένη πολιορκία του χριστουγεννιάτικου δέντρου στην Πλατεία Συντάγματος. Διαδηλωτές, μεταξύ των οποίων και φοιτητές, «στόλισαν» το δέντρο με σκουπίδια, εσώρουχα, κρέατα και γουρουνοκεφαλές. Ο Σταφυλάκης παρατηρεί: «Η πολιορκία του δέντρου δεν έχει άμεσα πολιτικά αποτελέσματα [...], αλλά οδηγεί αναδρομικά στη συνειδητοποίηση ότι η μοναδική αισθητική της πολιτικής που επιβίωσε στα νεότερα στρώματα της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας ήταν κυρίως αυτή του αποκλεισμού, της περιχαράκωσης: η λογική της κατάληψης του δημόσιου χώρου, του πανεπιστημίου και του σχολείου, η λογική της αποχής και της στασιμότητας ως μόνο μέσο πίεσης με αβέβαια και βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα».  

Συγκεκριμένα η ταύτιση της λογικής της πανεπιστημιακής κατάληψης με τις έννοιες του αποκλεισμού, της περιχαράκωσης, της αποχής και της στασιμότητας στο παραπάνω κείμενο επανήλθε στη σκέψη μου πρόσφατα, παρακολουθώντας τις διαμαρτυρίες φοιτητών του Πανεπιστήμιου του Άμστερνταμ. Στις 13 Φεβρουαρίου 2015 φοιτητές κατέλαβαν ένα κτήριο της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών. Όταν ύστερα από δώδεκα μέρες εκδιώχθηκαν βίαια από εκεί, κατέλαβαν ένα κτήριο της διοίκησης, το λεγόμενο Maagdenhuis, όπου παρέμειναν για έξι εβδομάδες. Μετά την εκκένωση και του Maagdenhuis με παρέμβαση της αστυνομίας, οι φοιτητές συνέχισαν τη δράση τους με άλλους τρόπους. Οι φοιτητές διαμαρτύρονται για τις νεοφιλελεύθερες προτεραιότητες της διοίκησης του Πανεπιστημίου, για την αδιαφάνεια των αποφάσεων και την έλλειψη λογοδοσίας του διοικητικού συμβουλίου απέναντι στην πανεπιστημιακή κοινότητα, καθώς και για τις άμεσες συνέπειες όλων αυτών στην ποιότητα των σπουδών. Εδώ και χρόνια, και με αιτιολογία την ανάγκη για «αποδοτικότητα», ο φόρτος εργασίας και οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου του προσωπικού έχουν αυξηθεί σημαντικά, οι συνθήκες διδασκαλίας και έρευνας έχουν υποβαθμιστεί, ενώ παράλληλα ασκείται πίεση για την προσέλκυση εξωτερικής χρηματοδότησης. Οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα έντονες στις ανθρωπιστικές σπουδές που προφανώς υστερούν σε «αποδοτικότητα» των υπολοίπων. Ωστόσο, το κερασάκι στην τούρτα αποτέλεσε η ξαφνική απαίτηση, τον Οκτώβριο του 2014, προς τη σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών να καλύψει ένα χρέος αρκετών εκατομμυρίων ευρώ. Εξαγγέλθηκαν μέτρα συρρίκνωσης των προγραμμάτων σπουδών, συγχώνευσης μικρών γλωσσών (π.χ. Νεοελληνική Φιλολογία) και απόλυσης προσωπικού. Αρκετές εβδομάδες αργότερα, γνωστοποιήθηκε το πώς είχε δημιουργηθεί ένα τέτοιο χρέος: από τα μέσα του ’90 το Πανεπιστήμιο είχε αναπτύξει επιχειρηματικές δραστηριότητες στο χώρο ακινήτων μεγάλης αξίας, που πρόσφατα οδήγησαν στη συσσώρευση υπέρογκου χρέους, το οποίο οι σχολές κλήθηκαν να αποπληρώσουν.

Το ενδιαφέρον σε σχέση με τη δεύτερη κατάληψη του Maagdenhuis είναι πως, ενώ υπήρχε η τάση να της αποδοθούν χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε εκείνα που ανέφερε ο Σταφυλάκης σε συνδυασμό με χαρακτηριστικά των πάλαι ποτέ καταλήψεων της εναλλακτικής σκηνής του Άμστερνταμ, σταδιακά και συνειδητά οι φοιτητές κατάφεραν να αναδιαρθρώσουν τη λογική της πανεπιστημιακής κατάληψης και τις εκφράσεις της. Πιο συγκεκριμένα, μετά τη βίαιη εκκένωση από την αστυνομία της πρώτης κατάληψης που είχε κρατήσει περίπου δώδεκα μέρες, τόσο φοιτητές όσο και καθηγητές που τους υποστήριζαν συνειδητοποίησαν πως στον Τύπο και σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποδίδονταν κλισέ χαρακτηριστικά εξω-πανεπιστημιακών καταληψιών: μειοψηφική ομάδα που δεν αντιπροσωπεύει την πλειοψηφία της πανεπιστημιακής κοινότητας, κυρίως ξένοι και όχι Ολλανδοί, υπεύθυνοι παρεμπόδισης της «κανονικής» χρήσης του κτηρίου και πρόκλησης υλικών ζημιών. Φοιτητές και καθηγητές όχι μόνο συντονίστηκαν συστηματικά για την ανατροπή αυτής της εικόνας αλλά και φρόντισαν να δημοσιοποιούν προς τον έξω κόσμο εγκαίρως τη δική τους άποψη των γεγονότων. Στη διάρκεια της κατάληψης του Maagdenhuis, και παράλληλα με το πρόγραμμα συνελεύσεων, διαλέξεων, καλλιτεχνικών εκδηλώσεων κ.λπ., το κτήριο παρέμεινε προσβάσιμο για τους εργαζομένους –η διοίκηση για «λόγους ασφαλείας» αποφάσισε να μην χρησιμοποιηθεί– και διατέθηκε χώρος ως αναγνωστήριο κατά τη διάρκεια της εξεταστικής περιόδου. Φοιτητές και καθηγητές δημιούργησαν εξαρχής δικούς τους ιστότοπους (http://newuni.nl, http://rethinkuva.nl και http://rethinkuva.org ), η αισθητική των οποίων προσομοιάζει εκείνη των ιστοσελίδων του Πανεπιστημίου (http://uva.nl), δημιούργησαν λίστες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ομάδες εργασίας και δραστηριοποιήθηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το facebook και το twitter, χρησιμοποιώντας ολλανδικά και αγγλικά. Μέσα από το ακαδημαϊκό τους δίκτυο όχι μόνο διέδωσαν τη διαμαρτυρία αλλά και κινητοποίησαν πρωτοβουλίες σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Στατιστική έρευνα τοπικής εφημερίδας μεταξύ φοιτητών και σπουδαστών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης του Άμστερνταμ (ανώτατης και ανώτερης) έδωσε ποσοστά υποστήριξης των αιτημάτων της διαμαρτυρίας άνω του 60% (εκ των οποίων, περίπου 20% με ενεργή συμμετοχή). 

Στο οπτικό υλικό που κυκλοφόρησε από την κατάληψη του Maagdenhuis κυριαρχούν οι εικόνες του εσωτερικού χώρου του κτηρίου κατά τη διάρκεια ομιλιών, συνελεύσεων και ψηφοφορίας, ενώ βίντεο επιλεγμένων ομιλιών, όπως του γνωστού αμερικανού ανθρωπολόγου και ακτιβιστή David Graeber, αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο. Οι εικόνες από τις διαδηλώσεις είναι πάντα ειρηνικές. Βία εμφανίζεται μόνο σε φωτογραφίες της αστυνομικής επέμβασης κατόπιν αιτήματος του διοικητικού συμβουλίου για διάλυση της κατάληψης και του Φεστιβάλ Επιστημών που είχαν στήσει εκεί οι φοιτητές. Μόλις λίγες μέρες πριν είχε επιτευχθεί συμβιβασμός μεταξύ διοικητικού συμβουλίου και φοιτητών, και οι τελευταίοι είχαν ήδη ανακοινώσει πως θα εγκατέλειπαν το κτήριο με το πέρας του Φεστιβάλ (εντός τριών ημερών). Στις εικόνες της αστυνομικής επιχείρησης οι φοιτητές απάντησαν π.χ. με την εικόνα 1, καθώς και με μια «κωμική διαδήλωση» (ludicdemonstration) με «ευπρεπή ένδυση» (καθηγητές με τήβεννο), θέλοντας να βάλουν οριστικά τέλος στο θέμα του προφίλ των υποστηρικτών της διαμαρτυρίας.

Συνολικά, στην οργάνωση και τη μορφή της διαμαρτυρίας συναντά κανείς στοιχεία που παραπέμπουν στην οργάνωση πρόσφατων κοινωνικών κινημάτων (π.χ. την αισθητική της προσωρινής διανυκτέρευσης των Ισπανών indignados και του κινήματος Οccupy), καθώς και τακτικές πολιτιστικού ακτιβισμού (π.χ. χιούμορ στις διαδηλώσεις), ωστόσο δεν μπορεί κανείς εύκολα να περιορίσει το χαρακτήρα της διαμαρτυρίας ή τους φορείς της μόνο στα παραπάνω. Επιπλέον, υιοθετώντας μια λογική ανοιχτού χώρου, εικόνων του εσωτερικού χώρου της κατάληψης, ηλεκτρονικής επικοινωνίας ανοιχτής προς κάθε ενδιαφερόμενο κ.λπ, η εικόνα του αποκλεισμού και της περιχαράκωσης ουσιαστικά μετατίθεται προς την πλευρά του διοικητικού συμβουλίου. Οποιαδήποτε κοινότοπη αντίληψη της κατάληψης ως αποχή και στασιμότητα αντικαταστάθηκε από πρακτικές συμμετοχής και ενίσχυσης της «κανονικής» λειτουργίας του πανεπιστημίου, όπως οι φοιτητές και οι καθηγητές που τους υποστηρίζουν θεωρούν πως θα έπρεπε να είναι. Όχι μόνο διότι το Maagdenhuis παρέμεινε προσπελάσιμο για τους εργαζομένους, και γενικά τα μαθήματα δεν σταμάτησαν, αλλά και καθώς ενισχύθηκαν εκείνες οι παράμετροι της λειτουργίας του πανεπιστημίου που υποβαθμίζονταν όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια λόγω του εντατικού και μαζικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης με τη λογική της «αποδοτικότητας»: η ύπαρξη χώρου και χρόνου για σκέψη καθώς και για επικοινωνία φοιτητών και καθηγητών πέρα από το στενό πλαίσιο του προγράμματος σπουδών, της απόκτησης διδακτικών μονάδων και των αξιολογήσεων.

Στα μάτια και τα αυτιά κάποιου που είναι μαθημένος στην κουλτούρα φοιτητικών καταλήψεων στην Ελλάδα τα παραπάνω φαντάζουν ενδεχομένως εξαιρετικά παράδοξα. Ένας ολλανδός σκεπτικιστής μπορεί, βέβαια, να βλέπει στον ήπιο και φιλόπονο χαρακτήρα των καταληψιών τη λογική της συναίνεσης και στην πρακτική των αναρίθμητων επιτροπών, συναντήσεων, συσκέψεων και συνεδριάσεων την κουλτούρα που χαρακτηρίζει την κοινωνική, πολιτική και επαγγελματική ζωή της χώρας. Μια κουλτούρα στην οποία αυτές οι πρακτικές μπορεί να εμφανίζονται πως έχουν πιο οριζόντιο και προσβάσιμο χαρακτήρα συγκριτικά με πολλές άλλες χώρες, ωστόσο συχνά δημιουργούν μια επίφαση συμμετοχικότητας ή αμεσοδημοκρατίας. Αφενός διότι ουσιαστικές στρατηγικές και αποφάσεις διαμορφώνονται ενίοτε εκ των άνω σε κέντρα αποφάσεων που δεν ασχολούνται με το τι συζητιέται ταυτόχρονα στη βάση – όπως συνέβαινε μέχρι πρότινος και με τη διοίκηση του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ. Αφετέρου διότι οι πρακτικές διαβούλευσης και συναίνεσης εμπεριέχουν μηχανισμούς ενσωμάτωσης ή και εκφυλισμού ριζοσπαστικών θέσεων – όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει στο χώρο της τέχνης, όπου ακόμη και η φαινομενικά πιο ακραία (πολιτική) τοποθέτηση μπορεί να βρει θεσμική και οικονομική υποστήριξη.

Όσο σκεπτικιστής κι αν είναι κανείς, ωστόσο, δεν μπορεί να παραβλέψει ότι μέχρι σήμερα φοιτητές και καθηγητές πέτυχαν το συμβιβασμό του διοικητικού συμβουλίου ως προς τη σύσταση δύο ανεξάρτητων επιτροπών (επιτροπή οικονομικής διαφάνειας και επιτροπή εκδημοκρατισμού και αποκέντρωσης), οδήγησαν την επικεφαλής του διοικητικού συμβουλίου σε παραίτηση και κινητοποίησαν πρωτοβουλίες και διαμαρτυρίες με αντίστοιχη ατζέντα σε πολλά άλλα πανεπιστήμια της Ολλανδίας. Το ερώτημα είναι αν όλα τα παραπάνω θα λειτουργήσουν απλώς σαν βαλβίδες εκτόνωσης και σαν ροκάνισμα χρόνου προτού υλοποιηθούν οι προηγούμενες πολιτικές «αποδοτικότητας» –που χαρακτηρίζουν, άλλωστε, παράλληλες «μεταρρυθμίσεις» σε άλλους τομείς (βλ. υγεία και τέχνες)–, επαναφέροντας την πρακτική του νεοφιλελευθερισμού σε ανύποπτους χώρους και χρόνους της πανεπιστημιακής ζωής, λειτουργίας και διοίκησης.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 26 (06.2015)