ο Κοντοπίδης ως κεντροαριστερά

 

Σχόλιο στον δήθεν αποϊδεολογικοποιημένο λόγο της πολιτισμικής κριτικής

 

Χρήστος Τριανταφύλλου

 

Ο τίτλος αποτελεί παραφθορά του τίτλου ενός άρθρου του Γιώργου Μαρκατά στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού The BooksJournal, το οποίο εκδίδει, για όσους δεν το γνωρίζουν, ο δημοσιογράφος Ηλίας Κανέλλης.1 Το συγκεκριμένο έντυπο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως πεδίο εκδίπλωσης ιδεών: από την ιστοσελίδα του μαθαίνουμε πως

Το Books’ Journal είναι μια απολύτως ανεξάρτητη επιθεώρηση με κείμενα παρεμβάσεων, αναλύσεις, κριτικές και ιστορίες, γραμμένα από τους κατά τεκμήριον ειδικούς. Πανεπιστημιακούς, δημοσιογράφους, συγγραφείς και επιστήμονες με αρμοδιότητα το θέμα με το οποίο καταπιάνονται. Το Books’ Journal φτιάχτηκε για να λειτουργήσει ως βήμα αναλυτικού, διεξοδικού δημοκρατικού διαλόγου και αναλυτικής συζήτησης των προβλημάτων που απασχολούν την ελληνική κοινωνία, την επιστημονική κοινότητα, την πολιτική αγορά. Απέναντι στην αδιανόητη ισχύ δυνάμεων που αντιστρατεύονται την πραγματικότητα και τη λογική επιχειρούμε να αντιτάξουμε την πειθώ που προέρχεται από τη γνώση. Στην επικράτεια της γνώσης εδρεύει η αμφισβήτηση, εκεί όμως βρίσκεται και η στέρεα θωράκιση από λαϊκισμούς, από συλλογικές πλάνες, από φανατισμούς κι από ακρότητες.2

Πρόκειται δηλαδή για ένα περιοδικό που προτάσσει το ιδεώδες του επιστημονικού λόγου ως αντιδότου σε ό,τι ορίζεται –εξ αντανακλάσεως– ως λαϊκισμός, ανορθολογισμός και ακρότητα. Στο πλέγμα του λόγου (discourse) που επικαλείται τη γνώση ως αντίδοτο στην ιδεολογία –διότι πρόκειται για μια κλασική περίπτωση χώρου που οριοθετείται μέσω της θέασης της αντίπαλης ιδεολογίας ως ψευδούς συνείδησης–, το BooksJournal επιτελεί κεφαλαιώδη ρόλο: προτάσσει όχι τόσο την αυθεντία της «κοινής λογικής», όπως λ.χ. η Καθημερινή, αλλά την αυθεντία του ειδικού, ο οποίος ανατέμνει την πραγματικότητα βασιζόμενος στο συμβολικό του κεφάλαιο. Αυτές οι παρατηρήσεις έχουν προκαταρκτικό χαρακτήρα για να μας εισαγάγουν σε ένα πολύ ενδιαφέρον ζήτημα, το οποίο δεν έχει συζητηθεί ιδιαίτερα έως τώρα: τη σχέση του λόγου αυτού με την pop culture (ο όρος μένει αμετάφραστος συνειδητά), μέσα από το παράδειγμα του άρθρου του Γιώργου Μαρκατά «Ο Κοντοπίδης ως Ξηρός».

Το άρθρο του Μαρκατά είναι αξιόλογο: ο αρθρογράφος, υποψήφιος διδάκτορας κοινωνιολογίας, φαίνεται πως έχει επαφή με το αντικείμενο, πως επιδιώκει να θέσει την pop culture υπό τον επιστημονικό του φακό με σαφείς προθέσεις και μεθοδολογική σαφήνεια, και πως επιθυμεί να εισαγάγει την εξέταση αυτού του είδους κουλτούρας δίπλα στην παραδοσιακή λογοτεχνική και πολιτισμική κριτική. Στο BooksJournal μπορεί κανείς να εντοπίσει και άλλες παρόμοιες προσπάθειες, όπως το εξαιρετικό άρθρο του Βασίλη Βαμβακά «Συνωμοσιομανία»3 – σημειωτέον ότι ο τελευταίος εδώ και κάποια τεύχη διατελεί σύμβουλος του περιοδικού σε ζητήματα pop culture, στοιχείο που φανερώνει και το «άνοιγμα» του περιοδικού σε αυτούς τους ορίζοντες. Η ανάλυση της pop culture βέβαια έχει μια εκτενή ιστορία, εκκινώντας από την πολεμική κριτική της Σχολής της Φραγκφούρτης στη «μαζική κουλτούρα»4 και τις ριζοσπαστικές προσεγγίσεις των Barthes και Eco,5 και φτάνοντας στις σύγχρονες cultural studies.6 Σε μη ακαδημαϊκό επίπεδο, ένα είδος πολιτισμικής κριτικής έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια στον παγκόσμιο Τύπο –ιδίως τον ηλεκτρονικό– προσφέροντας ενδελεχείς αναλύσεις πολιτισμικών προϊόντων και διαμορφώνοντας έναν λόγο για την pop culture που τροφοδοτεί και ανανεώνει τον ρόλο της.7 Μια λιγότερο διεισδυτική, αλλά περισσότερο δημοφιλής μορφή πολιτισμικής κριτικής εμφανίζεται συχνά να σαρώνει το διαδίκτυο, αναμειγνύοντας την είδηση με την ανάλυση, την άποψη με την απλή παράθεση πραγμάτων που στοχεύουν στην απλή θεραπεία της ανίας και που, συχνά, λειτουργούν όχι απλώς α-πολιτικά, αλλά αντι-πολιτικά.8

Το άρθρο του Μαρκατά εντάσσεται σαφώς στην ακαδημαϊκή προσέγγιση. Εξετάζει το φαινόμενο της «νέας γενιάς της λαϊκής κωμωδίας» (sic) ως πολιτισμικό φαινόμενο και δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα γενεαλογία σύγχρονων Ελλήνων κωμικών. Συγκεκριμένα, ο αρθρογράφος καταπιάνεται με το παράδειγμα του Αλέξανδρου Κοντοπίδη, ενός από τους επιφανέστερους της νέας αυτής γενιάς διαδικτυακών κωμικών: για τον Μαρκατά, ο Κοντοπίδης υποδύεται έναν ρόλο, πλάθει μια περσόνα με τα χαρακτηριστικά του παραδοσιακού «Ελληνάρα», σατιρίζοντας μέσω αυτής τα κυρίαρχα πρότυπα συμπεριφοράς και τους απλοϊκούς τρόπους σκέψης. Στο σχήμα του, εντοπίζει στη νέα αυτή γενιά κωμικών μοτίβα απομάκρυνσης από τους «τρεις βασικούς κώδικες του προφορικού χιούμορ, τους οποίους μεταχειρίζεται η προηγούμενη γενιά κωμικών, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τον Αντώνη Κανάκη και τον Λάκη Λαζόπουλο».9 Αν και θεωρώ ενδιαφέρουσα την –αναγκαστικά σχηματική– γενεαλογία και την ανάλυση των χαρακτηριστικών της κάθε «γενιάς» βάσει του είδους (genre) του χιούμορ, το άρθρο γίνεται, κατά τη γνώμη μου, προβληματικό όταν εισέρχεται στην ανάγνωση του περιεχομένου των κωμικών.

Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, η κυρίαρχη ανάγνωση του έργου του Κοντοπίδη –ο οποίος ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη δημοτικότητά του μετά το γνωστό περιστατικό της ούρησης στο στούντιο του ΣΚΑΪ κατά το γύρισμα της εκπομπής του Κωνσταντίνου Μπογδάνου, όπου ήταν καλεσμένος– είναι «απλοϊκά κυριολεκτική». Ο Κοντοπίδης, για τον αρθρογράφο, παίζει έναν ρόλο, χρησιμοποιώντας την υπερβολή, το κιτς και την ίδια του τη σωματική διάπλαση για να επανατροφοδοτήσει τη σάτιρά του και να δημιουργήσει μια εικόνα του φαντασιακού χαρακτήρα που υποδύεται. Οι προσβολές που εξαπολύουν στον Κοντοπίδη σχολιαστές του Youtube για τη σωματική του διάπλαση εμφανίζονται ως δείγμα των ορίων της ανεκτικότητας. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Μαρκατά, το βίντεο που δημοσίευσε ο κωμικός μετά το περιστατικό με τον Μπογδάνο10 είναι ένα μνημείο κωμικού λόγου, χρησιμοποιώντας ως κεντρική αναφορά το γνωστό βίντεο του Χριστόδουλου Ξηρού. Ο Κοντοπίδης φέρεται να ειρωνεύεται ταυτόχρονα τον «φορμαλιστικό βερμπαλισμό» των τρομοκρατικών οργανώσεων, αλλά και την απλοϊκή σκέψη του μέσου σχολιαστή των social media, που ζητά άμεση λύση των οικονομικών προβλημάτων· ο Κοντοπίδης έχει, εν ριπή οφθαλμού, μεταμορφωθεί στη σατιρική ενσάρκωση της Κεντροαριστεράς.

Ο μεθοδολογικά προσεγμένος λόγος του Μαρκατά οδηγεί ακριβώς στην οδό που αναφέραμε στην εισαγωγή του κειμένου. Αναλύοντας προσεκτικά το χιούμορ του Κοντοπίδη, ανακαλύπτει κανείς αυτό ακριβώς που επιθυμεί εξαρχής να ανακαλύψει: μία ακόμα καταδίκη του λαϊκισμού και όσων έρχονται πάντοτε μαζί του – συμπεριλαμβανομένης της τρομοκρατίας. Ο Κοντοπίδης μετατρέπεται σε σημαία της μετριοπαθούς γραμμής του περιοδικού, αφού ειρωνεύεται αλύπητα όσους λαϊκίζουν, όσους μιλούν ξύλινα, όσους είναι μισαλλόδοξοι. Η ιδεολογική χρήση του έργου του Κοντοπίδη όμως αγνοεί κάτι πολύ βασικό: αντίθετα με άλλους κωμικούς, όπως ο Mikeus, ο Κοντοπίδης υποδύεται τον εαυτό του: μια απλή ανάγνωση όσων γράφει στον λογαριασμό του στο Facebook, καθώς και συνεντεύξεις όπως αυτή που έδωσε στο Zougla1 φανερώνουν ότι ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Κοντοπίδης δεν είναι ακριβώς φαντασιακός: τόσο οι αναρτήσεις του όσο και οι συνεντεύξεις του φανερώνουν ένα άτομο εντελώς απολίτικο –ή και αντι-πολιτικό–, χωρίς καμία κωμική ή άλλη εκλέπτυνση. Ο Κοντοπίδης είναι τόσο καλός ηθοποιός επειδή κάνει μπροστά στην κάμερα ό,τι και πίσω από αυτήν. Το αντεπιχείρημα που θα ήθελε τον Κοντοπίδη να υποδύεται συνεχώς, σε κάθε δημόσια παρουσία του, τον περίφημο ρόλο, παραβλέπει ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που δείχνει την αντίδρασή του στο «κατεστημένο» ουρώντας. Να υπενθυμίσω πως ο άλλος που έπραξε το ίδιο ήταν ο Χρήστος Παππάς της Χρυσής Αυγής.

Οι εισαγωγικές θεωρητικές μας παρατηρήσεις βρίσκουν σε αυτό το σημείο και το αντίκρισμά τους: ο λόγος του BooksJournal για την pop culture, μέσω του συγκεκριμένου άρθρου, παρουσιάζεται ως δήθεν αποστασιοποιημένος από την πολιτική πλευρά του ζητήματος: περιγράφοντας αυτό που ορίζεται ως «φορμαλιστικός βερμπαλισμός» με όρους χειρουργικούς και εντάσσοντάς το στο ίδιο πλαίσιο αναφοράς με τις, κατά τον συγγραφέα, απλοϊκές ερμηνείες της κρίσης δημιουργείται ένα καθεστώς αλήθειας που μόνο πρωτόγνωρο δεν είναι στον δημόσιο λόγο των τελευταίων ετών. Μια φαντασιακή ενότητα που ως κύριο χαρακτηριστικό έχει τον περίφημο εθνολαϊκισμό αναδεικνύεται σε αντικείμενο της σάτιρας ενός κωμικού που δεν έχει σε καμία περίπτωση τα χαρακτηριστικά λ.χ του Δημήτρη Χατζόπουλου – ο οποίος στηρίζει συνειδητά και σταθερά την αφήγηση του αρθρογράφου. Η μεταχείριση της pop culture –που μεταφράζεται εμμέσως ως «λαϊκή κουλτούρα» μέσω του χαρακτηρισμού της κωμωδίας αυτής ως «λαϊκής» στον υπότιτλο του άρθρου, γεγονός που είναι προβληματικό για λόγους που ξεπερνούν τη στόχευση αυτού του κειμένου– είναι ένα ζήτημα με σημαντικές πολιτικές προεκτάσεις, οι οποίες δεν πρέπει να μεταμφιέζονται σε έναν δήθεν απομακρυσμένο επιστημονικό λόγο, που ανατέμνει τα φαινόμενα αναδεικνύοντας τα χαρακτηριστικά τους αποπλαισιοποιημένα, και εισάγοντας στην ανάλυση γενεαλογίες που όχι μόνο αγνοούν βασικά πραγματολογικά στοιχεία, αλλά καθίστανται τελικά και υλικό επικίνδυνης συναίνεσης.

Προκύπτει, λοιπόν, το εξής παράδοξο: ένας φορέας της κεντροαριστερής αφήγησης της μετριοπάθειας χρησιμοποιεί ως σύμβολο έναν κωμικό που υποδύεται τον εαυτό του, πρεσβεύοντας το ακριβώς αντίθετο όσων η προαναφερθείσα αφήγηση υποστηρίζει. Αν και σαφώς οφείλουμε να συμφωνήσουμε σε ορισμένα από αυτά –στο ότι η ούρηση σε ένα στούντιο δεν είναι μορφή αντίδρασης, ή στο ότι ο σεξισμός και η ψευτομαγκιά δεν είναι αποδεκτά–, εντούτοις το Books’ Journal επιλέγει να διαχειριστεί ένα ζήτημα πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα, όπως η αναδυόμενη διαδικτυακή κωμωδία, με εντελώς ατυχείς όρους. Η μεθοδολογική εκλέπτυνση, η βιβλιογραφική ενημέρωση και η ενασχόληση με τις αναδυόμενες μορφές της pop culture δεν αποτελούν καθαυτές αρετές: ο δήθεν αποϊδεολογικοποιημένος λόγος της πολιτισμικής κριτικής, ιδίως όταν βασίζεται σε μία αν μη τι άλλο σοβαρή επιστημονική σκέψη, οφείλει να προσέχει ιδιαιτέρως τα σύμβολα που υιοθετεί, τις πρακτικές που προβάλλει και, ιδίως, τις ιδεολογικές της αναγνώσεις. 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 13 (05.2014)