ιστορικά ερωτήματα, ανιστορικές αναλογίες και η ανανέωση ενός πεδίου

 

Οι δίκες των δωσιλόγων ως μοχλός
στη διαδικασία μετάβασης του ελληνικού κράτους
στη νέα μεταπολεμική συγκυρία. Σχόλια για τη μελέτη του Δημήτρη Κουσουρή

Χρήστος Τριανταφύλλου

 

Αν έγραφε κάποιος μια ιστορία της πρόσφατης ελληνικής ιστοριογραφίας, δεν θα μπορούσε να μην συμπεριλάβει τη διαμάχη που ξέσπασε (κυρίως) κατά τη δεκαετία του 2000 σχετικά με τη δεκαετία του 1940, με καταλύτες κυρίως τους «αναθεωρητές» ιστορικούς.1 Μετά από μια δεκαετία περίπου, η διαμάχη σε καμία περίπτωση δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά οι όροι διεξαγωγής της έχουν αλλάξει και οι αντιπαραθέσεις λαμβάνουν χώρα με διαφορετικούς τρόπους – και στην εξίσωση βέβαια θα πρέπει να συμπεριλάβουμε τον ενεργό πλέον ρόλο του διαδικτύου και των social media στην παραγωγή και την κατανάλωση δημόσιας ιστορίας.2 Η δεκαετία του 1940 βέβαια εξακολουθεί να προκαλεί έντονο ενδιαφέρον, πράγμα που αποδεικνύεται από δύο διακριτά αλλά αλληλεπικαλυπτόμενα γεγονότα: πρώτον, τον σημαντικό αριθμό νέων βιβλίων που γράφονται από επαγγελματίες ή έμπειρους ιστορικούς σχετικά με την περίοδο και ελκύουν σε μεγάλο βαθμό το δημόσιο ενδιαφέρον·3 δεύτερον, τον αριθμό νέων ιστορικών που ασχολούνται με την περίοδο αυτή, και που εγκαινίασαν ή συνέχισαν τη συγγραφική τους πορεία κατά τη χρονιά που μας πέρασε με βιβλία που βασίζονται, συνήθως, σε διδακτορικές διατριβές.4 Μια βόλτα στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας, όπου συνήθως τα έργα για τη δεκαετία του 1940 τοποθετούνται σε προνομιακή θέση σε σχέση με άλλα ιστορικά έργα, είναι άλλη μια σαφής ένδειξη για το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης.

Ένα από τα βασικότερα βιβλία αυτής της ομάδας αποτελεί το εξεταζόμενο εδώ: οι Δίκες των δοσιλόγων. Δικαιοσύνη, συνέχεια του κράτους και εθνική μνήμη, 1944-1949 (Πόλις, Αθήνα 2014, 679 σελίδες). Η έκδοση αυτής της πρώτης μελέτης του Δημήτρη Κουσουρή είναι ένα γεγονός στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς από ιστοριογραφική άποψη. Ο ίδιος, έχοντας σημαντική ερευνητική εμπειρία σε ευρωπαϊκά, αμερικανικά και ελληνικά πανεπιστήμια, αποτελεί μέλος μιας αναδυόμενης φουρνιάς ιστορικών που φαίνεται πως ανανεώνουν το πεδίο, φέρνοντας νέες προβληματικές και νέες λογικές διαχείρισης του υλικού τους – αν και είναι πολύ νωρίς για να προβεί κανείς σε απολογισμό.5 Σε ό,τι αφορά τη μελέτη του Κουσουρή, θα εστιάσω σε δύο σημεία: στις μεθοδολογικές επιλογές και τη σχέση της με τη δημόσια ιστορία.

Το βιβλίο ασχολείται με ένα θέμα από αυτά που μπορούν να χαρακτηριστούν ως «δύσκολα»: την τιμωρία (ή τη μη τιμωρία) των συνεργατών του κατακτητή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο στην Ελλάδα. Σε μια λιγότερο εκλεπτυσμένη προσέγγιση, το διακύβευμα ενός βιβλίου με αυτό το θέμα θα ήταν να τηρήσει ίσες αποστάσεις, να διαχειριστεί τα στοιχεία με λεπτότητα και να μας πει τελικά την «αλήθεια». Στην περίπτωσή μας, ο συγγραφέας απορρίπτει αυτή την οδό, δηλώνοντας πως πρόθεσή του δεν είναι ούτε να μετρήσει τους ενόχους, ούτε να βγάλει την ορθή ετυμηγορία που δεν έβγαλαν τα δικαστήρια· αντίθετα, θεωρεί πως «μέσα από τα αμέτρητα δικαστικά έγγραφα αναδύεται ένας ολόκληρος κόσμος, με τις αντιτιθέμενες μνήμες, μαρτυρίες και αντιλήψεις του περί δικαίου και αδίκου» (σ. 27). Αντιμετωπίζει το υλικό του ως ένα παράθυρο στους θεσμούς, στη λογική, στις κοινωνικές διεργασίες και τη διανόηση του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1940. Αν και οι πηγές που χρησιμοποιεί είναι όντως πρωτότυπες, αυτό που τον ενδιαφέρει κυρίως δεν είναι να περιγράψει το υλικό και να το βάλει σε μια σειρά· είναι να εξετάσει αξιοποιώντας –και όχι απλώς παραθέτοντας– το υλικό, πώς λειτούργησε η Δικαιοσύνη σε μια κατάσταση μετάβασης. Ο συγγραφέας αξιοποιεί τα πλέον πρόσφατα διεθνή θεωρητικά εργαλεία –ιδίως στον τομέα των σχέσεων Δικαιοσύνης-Ιστορίας και σε αυτόν της μεταβατικής δικαιοσύνης (transitional justice)– για να αναδείξει πώς οι δίκες των δωσιλόγων αποτέλεσαν ένα τμήμα της διαδικασίας μετάβασης του ελληνικού κράτους στο νέα μεταπολεμική συγκυρία. Η δικαστική εξουσία αναδεικνύεται ως σημαντικός αρωγός των ελίτ της εποχής, οι οποίες επιδιώκουν να λύσουν δύο βασικά προβλήματα: αφενός, την παρουσία του Ε.Α.Μ., η οποία εξουδετερώνεται με τον αποκλεισμό του συνολικά από την ακροαματική διαδικασία –ας μην ξεχνάμε ότι είχαν μόλις προηγηθεί τα Δεκεμβριανά–, αφετέρου τα δικά τους ενδοαστικά προβλήματα – κυρίως την αντίθεση μεταξύ μοναρχικών και αντιμοναρχικών, καθώς και τη συνεργασία τμημάτων των ελίτ με τον κατακτητή. Οι διαδικασίες αυτές αναδεικνύονται με ευρηματικότητα στο βιβλίο, όπου ο συγγραφέας εστιάζει σε όσα συνέβησαν μέσα στις δικαστικές αίθουσες ως ένα κομβικό εργαλείο για να σμιλευτεί η αναπαράσταση όσων είχαν συμβεί και όσων συνέβαιναν έξω από αυτές.

Από μεθοδολογική άποψη, στο βιβλίο συνδυάζονται αρμονικά πολλαπλές προσεγγίσεις του υλικού: οι κινήσεις των ελίτ ως κοινωνικού σώματος εξετάζονται ταυτόχρονα με τη συγκρότηση από τα πάνω των αφηγημάτων για το πρόσφατο παρελθόν του πολέμου. Έτσι προκύπτει μια πολύπλευρη ανάλυση για το πώς λειτούργησε το ελληνικό κράτος στις κρίσιμες συνθήκες μετάβασης τόσο σε υλικό επίπεδο όσο και σε ιδεολογικό και διανοητικό. Αν και αυτή η προσέγγιση καθιστά το βιβλίο ένα απαιτητικό ανάγνωσμα, νομίζω ότι το φέρνει ταυτόχρονα στις πρώτες θέσεις της πρόσφατης ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας. Δεν είναι τόσο τα λεπτομερή στοιχεία για περιπτώσεις αθώωσης ή σταδιοδρομίας δωσιλόγων στον μετέπειτα κρατικό μηχανισμό που προξενούν εντύπωση –άλλωστε, όπως δηλώνει και ο Δ. Κουσουρής, αυτά μπορεί κανείς να τα βρει και αλλού–, όσο η τάση του συγγραφέα να μην υποτιμά ούτε την κοινωνική πλευρά ούτε την ιδεολογική. Αναπτύσσει, με άλλα λόγια, ένα συμπαγές ερμηνευτικό σχήμα για το πώς οι δίκες των δωσιλόγων νομιμοποίησαν το μεταπολεμικό καθεστώς –εντάσσοντάς το και στην υπό διαμόρφωση ψυχροπολεμική διεθνή πραγματικότητα– και για το πώς συγκρότησαν ένα ηγεμονικό αφήγημα το οποίο απάλλασσε τις ελίτ από τις όποιες ευθύνες και επέβαλε την ηθική της «γκρίζας ζώνης» της Κατοχής. Στο αφήγημα αυτό, το έθνος ως σύνολο είχε αγωνιστεί εναντίον μιας έξωθεν βίαιης απειλής, ενώ η εξ αριστερών αντιστασιακή δραστηριότητα υποβαθμιζόταν μέχρι του σημείου μηδενισμού. Ενδεχομένως, η ανάλυση του μαζικού δωσιλογισμού και των δικαστικών του περιπετειών να γίνεται λιγότερο στιβαρά –κατά την άποψή μου– σε σχέση με τις δίκες των δωσιλογικών κυβερνήσεων και του οικονομικού δωσιλογισμού των ελίτ, που μάλλον αποτελούν και τα καλύτερα σημεία του βιβλίου από την άποψη της ισχύος της ανάλυσης. Ούτως ή άλλως όμως, το ζήτημα του μαζικού δωσιλογισμού είναι διακριτό από τον δωσιλογισμό των ελίτ, και περιμένει τον μελετητή του – οπότε το βιβλίο ανοίγει εδώ και άλλον έναν ερευνητικό δρόμο.

Η άλλη μεγάλη αρετή της μελέτης είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει ο συγγραφέας τη δημόσια ιστορία. Νομίζω πως η θέση που προβάλλει για το ζήτημα είναι η πλέον γόνιμη για τις παρούσες συνθήκες: χωρίς να οχυρώνεται πίσω από την αυθεντία του επιστήμονα, αρνούμενος ότι το έργο του επηρεάζεται από τις συνθήκες, αλλά και χωρίς να υποκύπτει σε κάποιον ακατάσχετο παροντισμό με τη χρήση αδόκιμων ιστορικών αναλογιών, ο Δ. Κουσουρής αναλύει πώς η δεκαετία του 1940 έχει εγκατασταθεί στο ιστοριογραφικό προσκήνιο και εντάσσει το ίδιο του το έργο σε αυτό το πλαίσιο. Παράλληλα, αναφέρεται στην κρίση ως δημιουργό συγκεκριμένων παραμέτρων της σύγχρονης ιστορικής μας κουλτούρας –του τρόπου δηλαδή με τον οποίο συσχετιζόμαστε με ό,τι αντιλαμβανόμαστε ως συλλογικό μας παρελθόν– δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις πολιτικές χρήσεις της ιστορίας και στην ηγεμονία της θεωρίας των άκρων (σ. 36-39 και passim).

 Θεωρώ πως είναι ιδιαίτερα σημαντικό για έναν ιστορικό να έχει συνείδηση ότι αποτελεί μέρος μιας κοινότητας και ότι το παρόν καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την οπτική μας για το παρελθόν, καθώς έτσι είναι σε θέση να ιστορικοποιήσει και να σχετικοποιήσει και το ίδιο του το έργο. Όταν πρόκειται δε για πεδία που προκαλούν τόσες συγκρούσεις όσες η δεκαετία του 1940, η ανάλυση των ίδιων των ιστορικών αναλογιών ως αντιληπτικών σχημάτων που συνδιαμορφώνουν πολιτικές είναι κρίσιμη. Με την έμφαση που δίνει σε αυτό το ζήτημα, ο συγγραφέας φανερώνει μια κοινωνική ευαισθησία που συχνά λησμονούμε πως ο θεωρητικός επιστήμονας τη χρειάζεται. 

Η μελέτη του Κουσουρή είναι εντέλει ένα άρτιο επιστημονικό έργο και ταυτόχρονα μια καίρια πολιτική επεξεργασία. Ο συνδυασμός αυτός καθίσταται ιδιαίτερα πολύτιμος, ειδικά σε μια συγκυρία όπου οι χρήσεις και οι καταχρήσεις της ιστορίας συγχέονται, συχνά σκόπιμα, με τη συγκροτημένη πολιτική θέση την οποία ο επιστήμονας μπορεί να συνεισφέρει στον δημόσιο διάλογο.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Για μια (οξεία) κριτική στους εκπροσώπους του ρεύματος αυτού, βλ. Thanasis D. Sfikas και Anna Mahera, «Does the Iliad need an Agamemnon version? History, politics and the Greek 1940s», Historein 11 (2011), σ. 80-98.Για την πρόσφατη παραγωγή των «αναθεωρητών» σχετικά με την επέτειο των Δεκεμβριανών, βλ. το άρθρο του γράφοντος «Ο δεκέμβρης και οι δεκέμβρηδες: Χρήσεις και αναγνώσεις των Δεκεμβριανών του 1944 στην αρθρογραφία και στα αφιερώματα του έντυπου 
και του ηλεκτρονικού τύπου», Χρόνος 20 (Δεκέμβριος 2014), http://www.chronosmag.eu/index.php/fll-e-ee.html.

2. Για το τελευταίο ζήτημα, βλ. ενδεικτικά Jerome de Groot, Consuming History: Historians and Heritage in Contemporary Popular Culture, Routledge, Λονδίνο/Νέα Υόρκη 2009.

3. Βλ. ενδεικτικά Πολυμέρης Βόγλης, Η αδύνατη επανάσταση. Η κοινωνική δυναμική του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014· Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Δεκεμβριανά 1944. Η μάχη της Αθήνας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014.

4. Βλ. ενδεικτικά (εκτός από το βιβλίο στο οποίο αναφέρεται αυτό το άρθρο) τα πολύ πρόσφατα: Άννα Μαρία Δρουμπούκη, Μνημεία της λήθης. Ίχνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, Πόλις, Αθήνα 2014· Γιάννης Σκαλιδάκης, Η ελεύθερη Ελλάδα. Η εξουσία του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής (1943-1944), Ασίνη, Αθήνα 2014· Δανάη Γιαννοπούλου, Η μάχη της προπαγάνδας. Τα Δεκεμβριανά του 1944 μέσα από τον αθηναϊκό Τύπο, Ασίνη, Αθήνα 2014.

5. Για ένα δείγμα του λόγου ορισμένων από αυτούς βλ. τη συνέντευξη που παραχώρησαν στον ΧΡΟΝΟ οι Κωστής Καρπόζηλος, Κωστής Κορνέτης και Δημήτρης Κουσουρής, http://chronosmag.eu/index.php/e-s-p-e.html.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 22 (02.2015)