ντίνος χριστιανόπουλος: τα 84α γενέθλιά του

 

Γιώργος Κορδομενίδης

Αναδημοσίευση από το ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, 20/3/2015:
http://entefktirio.blogspot.gr/2015/03/84.html

 

Ο εμβληματικός ποιητής της Θεσσαλονίκης, ο αιρετικός δημιουργός και άνθρωπος, Ντίνος Χριστιανόπουλος, συμπληρώνει σήμερα 84 χρόνια ζωής.

Τρέφω βαθύ σεβασμό και μεγάλη αγάπη γι' αυτόν που υπήρξε μέντοράς μου και αυστηρός φίλος (αν και υπερβολικά αυστηρός, μέχρι αδικίας, μερικές φορές). Δεν μπορώ να μετρήσω πόσα έχω μάθει από αυτόν, πόσα του οφείλω.

Με αφορμή τη σημερινή επέτειο των γενεθλίων του, αναδημοσιεύω από το ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΝΤΙΝΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟ του Εντευκτηρίου (τχ. 95) σχετικό κείμενό μου.

Γιώργος Κορδομενίδης

 

 
Ο δάσκαλος και ο μαθητής.
Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης, 1983

 

Σχέση διά βίου μαθητείας

Το κείμενο των επόμενων σελίδων διαβάστηκε στην εκδήλωση «Τιμή στον Ντίνο Χριστιανόπουλο», στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων «Θεσσαλονικέων Εσπερίδες», που περιλαμβανόταν στο πρόγραμμα εκδηλώσεων του οργανισμού Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης «Θεσσαλονίκη 1997» (θέατρο «Αυλαία», 14.10.1997). Προηγήθηκαν με εισηγήσεις τους ο Χρήστος Καββαδάς και ο Δημήτρης Χουλιαράκης. Ποιήματα του τιμώμενου διάβασε η ηθοποιός Λυδία Φωτοπούλου.

Ο ποιητής αρνήθηκε ―παρά τις επίμονες, μέχρι την τελευταία στιγμή, πιέσεις μου― να παραστεί. Δέχτηκε τελικά να “μετάσχει” στην εκδήλωση διαβάζοντας στο μικρό κασετόφωνό μου δύο ανέκδοτα τότε ποιήματά του αλλά και παραχωρώντας μου, για να τη διαβάσω δημοσίως, πριν από τις εισηγήσεις μας, μια επιστολή που είχε απευθύνει, ήδη από τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς, στον ποιητή Μίμη Σουλιώτη, υπεύθυνο του Τομέα Γραμμάτων της Πολιτιστικής. Η επιστολή αυτή έλεγε τα εξής:

Φίλε κύριε Σουλιώτη,
Έλαβα την επιστολή σας [επιστολή με την οποία η Πολιτιστική του ανακοίνωνε πως σκοπεύει να τον τιμήσει με ειδική εκδήλωση] και σας ευχαριστώ.
     Η βραδιά που μου ετοιμάζετε δεν έχω αντίρρηση να γίνει, όχι γιατί με αφορά προσωπικά αλλά γιατί δεν θα ’θελα να αντιδράσω σε μια σειρά εκδηλώσεων που κατά βάθος επικροτώ. 
     Ωστόσο, ανέφερα ήδη στον αγαπητό φίλο Γιώργο Κορδομενίδη πως δεν θα παρευρεθώ, για να μην εκληφθεί η παρουσία μου σαν υποχώρηση. Λίγοι θα καταλάβουν πως ενώ επικρίνω την Πολιτιστική Πρωτεύουσα σε πολλά, δεν παύω να την επαινώ σε ορισμένα ―λόγου χάρη, για μερικά εξαιρετικά έντυπά της― ή να προσφέρω αφιλοκερδώς τις συμβουλές μου σε όσους από τους προϊσταμένους της επεδίωξαν κατά καιρούς να με συμβουλευτούν. Δέχομαι δηλαδή τα καλά των εχθρών μου όπως ακριβώς χτυπώ και τα κακά των φίλων μου. Έτσι λοιπόν, και στην περίπτωση της τιμητικής βραδιάς, την αποδέχομαι ως πνευματικός άνθρωπος αλλά δεν θα μετάσχω ως Ντίνος Χριστιανόπουλος.
Φιλικά,
Ντίνος Χριστιανόπουλος


Δεν μπορώ παρά να μιλήσω για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο υπό το φως και κάτω από το βάρος μιας στενής πνευματικής σχέσης και βαθιάς φιλίας που μετρά ήδη δεκαεννέα χρόνια. Προβαίνω εξαρχής στη δήλωση αυτή, όχι μόνο επειδή θα μιλήσω μέσα από το συγκεκριμένο, δικό μου πρίσμα, αλλά και επειδή φοβάμαι μήπως έτσι μιλώντας δεν διακρίνω πάντα το λεπτότατο όριο ανάμεσα στο προσωπικό και στο ιδιωτικό.

Τον καιρό που τον πρωτογνώρισα δεν κρατούσα ημερολόγιο, ώστε να έχω σημειώσει ―και να μπορώ τώρα να το διασταυρώσω― πότε ακριβώς (εννοώ συγκεκριμένη ημερομηνία) τον συνάντησα για πρώτη φορά. Είμαι πάντως σίγουρος για τη χρονιά (ήταν το 1978), για το πρόσωπο που μου τον “αποκάλυψε” (ο ζωγράφος και συγγραφέας Κώστας Μαρτινόπουλος), για το μέρος όπου τον συνάντησα (το γραφείο του, που τότε, για έναν μόλις χρόνο, βρισκόταν στην οδό Στρατηγού Καλλάρη 3). Ήταν η εποχή που έκανα τα πρώτα μου βήματα στη δημοσιογραφία, με μικρά σημειώματα για εκθέσεις ζωγραφικής, και ο ποιητής, εκτός των άλλων δραστηριοτήτων του, λειτουργούσε ήδη από το 1974 τη Μικρή Πινακοθήκη «Διαγώνιος». Η μαύρη για μένα αλήθεια είναι ότι, στα 23 μου χρόνια, αγνοούσα μέχρι τότε παντελώς την ποίησή του (δεν είχα καν ακούσει το όνομά του νωρίτερα), και δεν είχα ούτε τη λεπτότητα ή την προβλεπτικότητα ―σε ένα κράμα νεανικής και δημοσιογραφικής αυθάδειας― να διαβάσω κάποια συλλογή του προτού σπεύσω να τον συναντήσω.

Όσοι τον έχουν συναναστραφεί έστω και ελάχιστα, μπορούν να φανταστούν τις πρώτες μου εντυπώσεις και αντιδράσεις. Εντυπωσιάστηκα, γοητεύτηκα, έγινα ―κυριολεκτικά― θαυμαστής του από τα πρώτα λεπτά που πέρασα στο γραφείο του και δεν έλεγα να ξεκολλήσω από εκεί, μέχρις ότου τον ανάγκασα ―επειδή είχα κάνει «αρμένικη βίζιτα»― να μου πει, όταν εμφανίστηκαν στην πόρτα άλλοι επισκέπτες, «τώρα εσύ να φύγεις!». Αυτό ήταν το πρώτο “τραύμα” μου από την αντισυμβατική συμπεριφορά του. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο, μάλλον είναι απόλυτα φυσικό ότι, ήδη από τις πρώτες μας συναντήσεις, η στάση του απέναντί μου είχε όλα τα χαρακτηριστικά που σημαδεύουν τη φιλία μας μέχρι τώρα. Ο Χριστιανόπουλος ήταν αντισυμβατικός, αυστηρός, προστατευτικός χωρίς διδακτισμό, πρόθυμος να πει τη γνώμη του και να βοηθήσει.


Η απουσία του ποιητή

Σ’ ένα μικρό, δισέλιδο μόλις, δοκίμιό του που δημοσιεύτηκε το 1979 πρωτοσέλιδο στη Διαγώνιο, υπό τον σαρκαστικό τίτλο «Συνέντευξη», και εκδόθηκε αυτοτελώς το 1986, υπό τον εμφατικότερο τίτλο Εναντίον, ο Χριστιανόπουλος δήλωνε:

Είμαι εναντίον κάθε τιμητικής διάκρισης, απ’ οπουδήποτε κι αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία απ’ το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε ― αυτό το απαίσιο «υπείροχον έμμεναι άλλων» που μας άφησαν οι αρχαίοι. [...]
     Είμαι εναντίον των σχέσεων με το κράτος και βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του. Ποτέ μου δεν πάτησα σε υπουργείο και το καυχιέμαι. Η μόνη μου εξάρτηση από το κράτος είναι η εφορία που με γδέρνει.
     Είμαι εναντίον κάθε ατομικής μας φιλοδοξίας, που μας οδηγεί καθημερινά σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα κυριαρχούν οι παραγοντίσκοι και τα τσανάκια, φταίει βέβαια το κωλοχανείο, φταίνε όμως κι οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Κι αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, φταίει προπάντων η δική μας σκαρταδούρα.

Αντιστέκομαι στον πειρασμό να μεταφέρω όλο αυτό το μανιφέστο, τη διακήρυξη αρχών του Χριστιανόπουλου, που όσοι συναναστρεφόμαστε τον ποιητή έχουμε δει πάρα πολλές φορές να επιβεβαιώνεται στην πράξη. Σκέφτομαι βέβαια τον εύκολο αντίλογο: Αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια είδαμε κι ακούσαμε το όνομά του να σχολιάζεται όχι εξαιτίας ενός καινούργιου βιβλίου του αλλά με αφορμή μια συνέντευξή του στην τηλεόραση ή σε κάποια εφημερίδα. Πολλοί τον έψεξαν γι’ αυτό που θεωρούσαν ανακολουθία λόγων και έργων, αναγκάζοντάς τον να μας θυμίσει, το 1993, στο δοκίμιό του Το επ’ εμοί, ότι «καμιά παράβαση δεν αίρει τη σημασία του κανόνα». Σκέφτομαι ότι σε μερικές περιπτώσεις υπερισχύει της αρχής του να μη δίνει συνεντεύξεις η αντίδρασή του στην κοινωνική συμβατικότητα και υποκρισία, που τον κάνει όχι απλώς να μιλάει και να λέει τα πράγματα με το όνομά τους, αλλά και ―συχνά, δυστυχώς― να υπερβάλλει. «Είμαι, αλήθεια, προκλητικός; Δεν ξέρω. Μ’ αρέσει να προκαλώ τους υποκριτές», μονολογεί, πάλι στο Επ’ εμοί. Έτσι κι αλλιώς, ακόμη και με κάποιες ―ή και πολλές― παραβάσεις των αρχών του, παραμένει ένας ασυμβίβαστος, απρόβλεπτος στις αντιδράσεις του, μη συμβατικός άνθρωπος, θα έλεγα ένας ρεμπέτης της ποίησης, «που έχει φιλότιμο, κιμπαρλίκι, μεράκι και πείσμα για ελεύθερη ζωή», και που τα θεωρεί αυτά «αναπνοή της ψυχής του και [...] ανάγκη της ύπαρξής του, γι’ αυτό παλεύει κάθε μέρα μην τα χάσει» (λόγια δικά του, για το ποιον θεωρεί αυτός «ρεμπέτη», αυτοσχόλια για τους Ρεμπέτες του ντουνιά, που δημοσιεύονται στο Επ’ εμοί).

Ο άνθρωπος που είναι ο Χριστιανόπουλος δεν γινόταν να παρευρίσκεται σε μια εκδήλωση που από τον τίτλο της αναγγέλλει την απόδοση τιμής. Φαντάζομαι πως θα βρισκόταν απόψε μαζί μας αν ήταν βέβαιος πως δεν θα ακουστούν μόνον επαινετικά λόγια, όπως επιβάλλει η κοινωνική μας σύμβαση για τέτοιες περιστάσεις. Επιστρέφω στη συλλογή διηγημάτων Οι ρεμπέτες του ντουνιά. Εκεί περιλαμβάνει στους ρεμπέτες της ζωής του τον Παπαδιαμάντη, μιλώντας γι’ αυτόν διά στόματος Γιάννη Βλαχογιάννη. Θα μεταφέρω εδώ το μικρό αυτό κείμενο του Χριστιανόπουλου, που γράφτηκε θαρρείς για να υποστηρίξει τον προηγούμενο ισχυρισμό μου.

ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ
Όταν αποφασίστηκε να εορτασθεί η φιλολογική εικοσιπενταετηρίδα του Παπαδιαμάντη, ο Παλαμάς μού ζήτησε επίμονα να μπω κι εγώ στην οργανωτική επιτροπή. Όλοι γνωρίζαν πόσο τζαναμπέτης ήτανε ο κυρ-Αλέξανδρος (δεν ήθελε ούτε καν ν’ ακούσει για εορτασμό), κι ήμουν ο μόνος που μπορούσε ίσως να τον καταφέρει. Δέχτηκα, μα με κρύα καρδιά: ο Σκιαθίτης, σκέτο αγριοκάτσικο, δε θα υποχωρούσε ούτε στη φιλία μας. Και πράγματι, σαν το ’μαθε, πολύ του κακοφάνηκε, και μάλιστα μου μήνυσε πως θα μου έκοβε ακόμη και την καλημέρα. Δεν απελπίστηκα· σκέφτηκα πως θα ήτανε καλύτερο να μην τον ερεθίσουμε άλλο, και μοναχά την τελευταία στιγμή να προσπαθήσω να τον απαγάγω και να τον φέρω στην κατάμεστη αίθουσα του «Παρνασσού». Το πράγμα, βέβαια, δεν ήτανε και τόσο απλό, γιατί ο κυρ-Αλέξανδρος ήξερε στην εντέλεια να εξαφανίζεται. Όμως κι εγώ γνώριζα τις κρυψώνες του καλά: σίγουρα θα τον έβρισκα στον κάπελα τον κυρ-Ανέστη Ρέντη, ή στου Αντωνάκη (του δεξιού ιεροψάλτη της Δεξαμενής), ή σ’ έναν συμπατριώτη του Αμαραντίδη. Γι’ αυτό και αισιοδοξούσα. Ούτε στιγμή δε μου πέρασε απ’ το νου πως ο Παπαδιαμάντης, πολύ πιο πονηρός από εμένα, θα φρόντιζε να καταφύγει σ’ έναν τέταρτο (τον άλλο ιεροψάλτη της Δεξαμενής, με τον οποίο δεν σχετίζονταν καθόλου!) και μένα θα με άφηνε να ψάχνω. Έτσι και έγινε. Το ότι βέβαια η τελετή είχε μεγάλη επιτυχία κι ακούστηκαν από πολλούς πολλά εγκώμια, αυτό δεν έχει σημασία. Το θέμα είναι ότι μου την έφερε, και μου ’κοψε από πάνω και την καλημέρα. Έτσι ο κυρ-Αλέξανδρος, για μια φορά ακόμη, απέδειξε πόσο απεχθανονταν τη δόξα και πόσο ήξερε με πείσμα να την αποφεύγει.

Μίλησα ήδη για την αρνητική στάση του Χριστιανόπουλου απέναντι στις κοινωνικές συμβάσεις. Έχω στο μυαλό μου πρώτα πρώτα την ατομική μου εμπειρία: στη συνέντευξη Τύπου για την παρουσίαση του πρώτου τεύχους του Εντευκτηρίου (Νοέμβριος 1987), παρότι μόλις είχα δηλώσει την πνευματική μου συγγένεια προς τη δική του Διαγώνιο και τις ξεχωριστές μου οφειλές στο πρόσωπό του ―κι ίσως ακριβώς γι’ αυτό―, δεν δίστασε, μετά από ένα πρώτο και σύντομο θετικό σχόλιο, να ξεδιπλώσει μια σειρά από αντιρρήσεις: για το “άπλωμα” του περιοδικού σε χώρους πέραν της λογοτεχνίας, για την καταχώρηση διαφημίσεων, για τη δημοσίευση πολλών φωτογραφιών... Και βέβαια, έχω υπάρξει θεατής και μάρτυς του παθήματος και άλλων, που επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν το όνομα και την παρουσία του για την προβολή του έργου τους: μαζί με τα θετικά, συνήθως έπειτα από ένα μοιραίο αλλά, βλέπουν να αναδύονται σωρός οι επιφυλάξεις του.

Θα έλεγα ότι, από ιδιοσυγκρασία, βρίσκομαι (όπως και πολλοί άλλοι, φαντάζομαι) στον αντίποδα των αντιλήψεών του για τις κοινωνικές σχέσεις: θέλω ―θέλουμε― καλές σχέσεις με τους άλλους, λιγότερους κατά το δυνατόν εχθρούς, κοινωνική αναγνώριση και προβολή του ―όποιου― έργου μας. Αν εξαιρέσω την ανάγκη για αναγνώριση από την κοινωνία ―που ο ίδιος έχει εκφράσει σε μια συνέντευξη που μου έδωσε πριν από δέκα ακριβώς χρόνια―, μπορώ να πω ότι ο Χριστιανόπουλος αδιαφορεί για όλα τα υπόλοιπα· οπωσδήποτε, δεν τα επιδιώκει. Επιπλέον, όσον αφορά τις σχέσεις με ομοτέχνους του, με κριτικούς και ιστορικούς της λογοτεχνίας, και με τους μηχανισμούς δημοσιότητας, ο Χριστιανόπουλος είναι και πάλι μία από τις σπάνιες περιπτώσεις συγγραφέων που έχουν τόσο κακές σχέσεις με ανθρώπους και από τις τρεις αυτές κατηγορίες. Φίλοι συγγραφείς μού έχουν μιλήσει, άλλοτε με παράπονο κι άλλοτε με δυσάρεστη έκπληξη, για την ασυνήθιστη ειλικρίνεια και την οχληρή αιχμηρότητα με την οποία ο ποιητής μας ανταποκρίθηκε κάποτε ―με ένα από τα περίφημα μπιλιέτα του― στην αποστολή εκ μέρους τους ενός βιβλίου ή ενός χειρογράφου. Και στον χώρο των κριτικών, φιλολόγων και μη, οι συμπάθειες προς το πρόσωπό του είναι τόσο σπάνιες, ώστε μπορούν να μετρηθούν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Από τα καθιερωμένα ονόματα που συνεργάζονται με εφημερίδες και που έχουν προβεί σε κριτικές ―τονίζω τη λέξη― αναφορές (όχι σε δευτερεύουσες μνείες ή σε δημοσιογραφικές βιβλιοπαρουσιάσεις) για την ποίησή του, φοβάμαι πως το τελευταίο που έχει υποπέσει στην αντίληψή μου είναι του Δ. Ν. Μαρωνίτη στο Βήμα το 1977, σε μια σειρά επιφυλλίδων για την «επαρχιακή λογοτεχνία». Τέλος, επειδή συγκεντρώνω επιμελώς για το αρχείο μου σχεδόν κάθε δημοσίευμα που αναφέρεται στον Χριστιανόπουλο, μπορώ να μαρτυρήσω πως επί χρόνια κάθε καινούργιο βιβλίο του αλλά και κάθε νέο τεύχος της Διαγωνίου, όπως και οι ανά δύο εβδομάδες εκθέσεις στη Μικρή Πινακοθήκη «Διαγώνιος», προσέκρουαν σταθερά σε ένα τείχος σιωπής των εφημερίδων και των περιοδικών ποικίλης ύλης, τείχος που έσπαγε μόνο και μόνο για να φιλοξενηθούν συνεντεύξεις του, από τις οποίες αντλούνταν με σκανδαλοθηρικό τρόπο προκλητικές θέσεις και σχόλιά του για πρόσωπα και καταστάσεις ― σχόλια και απόψεις που θα τροφοδοτούσαν τις επόμενες ημέρες τις στήλες των καλλιτεχνικών σελίδων, και όχι μόνον αυτών.

Αυτή η αντισυμβατική (και πάντως όχι αντικοινωνική) συμπεριφορά του δεν νομίζω πως είναι εντελώς άσχετη με τη στάση της κοινωνίας απέναντί του για ολόκληρες δεκαετίες, θα έλεγα μέχρις ότου άρχισε να δημοσιεύει, εκτός από ποίηση και πεζογραφία, τους καρπούς των χρόνιων ερευνών του για την πνευματική ιστορία της Θεσσαλονίκης, από την τουρκοκρατία και ώς τις μέρες μας.

Θα ήθελα πάντως να κάνω μια καίρια, κατά τη γνώμη μου, επισήμανση: ο Χριστιανόπουλος είναι όσο λίγοι συγγραφείς παρών, με τον δικό του πάντοτε τρόπο, στην πνευματική ―με την ευρύτερή της έννοια― ζωή της Θεσσαλονίκης. Παρών και συμπαραστάτης όπου νομίζει πως πρέπει και μπορεί να προσθέσει τη φωνή του εναντίον της αυθαιρεσίας και της καταπίεσης: στην επαπειλούμενη κατάχωση του αρχαίου θεάτρου της οδού Απελλού, στην καταστροφή των αρχαιοτήτων της πλατείας Διοικητηρίου, στην απόπειρα να μετατραπούν οι Φυλακές Επταπυργίου σε χώρο για καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, στη μετατροπή της Ροτόντας σε ναό, στις εκδηλώσεις της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της «Ευρώπης» (είχε αντιπροτείνει τα χρήματα, αντί να ξοδευτούν σε εκδηλώσεις, να διατεθούν για τη δημιουργία πτωχοκομείου και ξενώνα για αστέγους) ― για να αναφερθώ σε μερικές μόνο πρόσφατες περιπτώσεις πνευματικής και κοινωνικής εγρήγορσης.


Η σχέση μαθητείας

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του είναι η σχέση μαθητείας που καλλιεργεί με τους άλλους ―κυρίως φυσικά με τους νεότερους που τον συναναστρέφονται, αλλά όχι μόνο με αυτούς―, καθώς και μια διάθεση γενναιόδωρης προσφοράς, που εξαιρετικά σπάνια τη συναντά κανείς σήμερα. Σε μια εποχή άκρατης ιδιοτέλειας και ατομικισμού, είναι ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που γνωρίζω να έχουν διαθέσει τόσο χρόνο για να διαβάσουν και να συζητήσουν κείμενα άλλων, χειρόγραφα αλλά και τυπωμένα, συχνά μάλιστα εφιαλτικά πρωτόλεια, εις βάρος και του δικού του έργου αλλά και του λεγόμενου ελεύθερου χρόνου του. Και επειδή ο ποιητής, όπως γράφει ο Κάρολος Τσίζεκ σ’ ένα κείμενό του (περιλαμβάνεται στο βιβλίο της Ελένης Μ. Λαζαρίδου Ντίνος Χριστιανόπουλος: Μικρό πορτραίτο) «δεν συνηθίζει να μασάει τα λόγια του από φόβο μήπως σε δυσαρεστήσει όταν η γνώμη του είναι αρνητική», εισπράττει επιθέσεις, εχθρότητα και ασυγκάλυπτη πολεμική, που διαρκεί χρόνια και χρόνια. Αυτό συμβαίνει κυρίως όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με νεανική έπαρση και αυτοθαυμασμό, αλλά δυστυχώς όχι μόνο τότε, γιατί δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις συγγραφέων και καλλιτεχνών που ευεργετήθηκαν από αυτόν και ήρθαν σε ρήξη μαζί του όταν εξέφρασε επιφυλάξεις ή και αντιρρήσεις για πτυχές του έργου τους.

Καταφεύγω ξανά στον νηφάλιο λόγο του Τσίζεκ: «Σχεδόν πάντα ο Ντίνος ασχολείται σοβαρά με την περίπτωσή τους [: των νέων καλλιτεχνών] κι εκφράζει τη γνώμη του ελεύθερος από κοινωνικές συμβατικότητες. Ένα πράγμα στο οποίο με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να αφιερώνεις τη ζωή σου σε κάτι για το οποίο δεν είσαι προικισμένος. Και αυτό, καλό είναι να το ξεκαθαρίσεις από την αρχή. Επιπλέον, οι σημερινοί νέοι και, μεταξύ αυτών, οι καλλιτέχνες, έχουν ξεμάθει να διδάσκονται και αρνούνται να μαθητεύσουν».

Για όσους πάντως ήθελαν να ακούσουν και να μαθητεύσουν, το γραφείο του είτε στη Στρατηγού Καλλάρη 3 είτε στη Μητροπόλεως 19, ήταν πάντα ένας χώρος φιλόξενος και ανοιχτός, που δεχόταν καθημερινά, χωρίς ραντεβού, φίλους, συνεργάτες και αγνώστους, και λειτουργούσε σαν εντευκτήριο του περιοδικού, των εκδόσεων και της Μικρής Πινακοθήκης. Είμαι σε θέση να ξέρω ότι πολλά βιβλία, λογοτεχνικά αλλά και εκτενείς μελέτες και πάσης φύσεως εκδόσεις έχουν δεχτεί την ευεργετική ματιά και την αυστηρή διόρθωση του Χριστιανόπουλου, δωρεάν αλλά και πολλές φορές χωρίς αυτή η συνεισφορά να αναφέρεται έστω στα εκδοτικά στοιχεία τους. Και τέλος, χαίρομαι να θυμίσω τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις όπου αυτή η σχέση μαθητείας απέδωσε συγκεκριμένους καρπούς και οδήγησε τρεις εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους ανθρώπους, φίλους του, σε ομόλογες μεταξύ τους δραστηριότητες: Έχω στον νου μου τον ποιητή Τάσο Κόρφη, που εξέδωσε στην Αθήνα το περιοδικό Ανακύκληση, ίδρυσε τις Εκδόσεις Πρόσπερος και δημιούργησε τη Μικρή Πινακοθήκη του Πρόσπερου. Με σειρά χρονική, ακολουθεί το Εντευκτήριο, οι Εκδόσεις Εντευκτηρίου και ο χώρος εκδηλώσεων «Underground Εντευκτήριο» στη Θεσσαλονίκη. Και τέλος, στην Παιανία Αττικής, οι Εκδόσεις Μπιλιέτο του Βασίλη Δημητράκου, που συμπληρώνονται από το περιοδικό Τα Οκτασέλιδα του Μπιλιέτου και την Πινακοθήκη του Μπιλιέτου.

Σε ό,τι με αφορά προσωπικά: ο Χριστιανόπουλος ήταν εκείνος που επίμονα με παρότρυνε να εγκαταλείψω τη δημοσιογραφία και να στραφώ σε ποιοτικότερα γραψίματα (μέχρι και το 2009, οπότε σταμάτησα, μετά από τριάντα χρόνια, τις εκπομπές μου στο ραδιόφωνο, δεν έπαψε να μου λέει ότι “ξοδεύομαι” σ’ αυτό)· ήταν επίσης αυτός που πρώτος διάβασε με αυστηρή προσοχή τις πεζογραφικές μου δοκιμές (αφού είχε αποδοκιμάσει ρητά τις ποιητικές μου ασκήσεις) και μου άνοιξε τον δρόμο για να μάθω να “ξανακοιτάζω” χωρίς συναισθηματισμό τα λογοτεχνικά μου γραψίματα, αυτά που αργότερα στέγασε φιλόξενα στο περιοδικό του· ο ίδιος μου έμαθε την “τέχνη” των διορθώσεων και της επιμέλειας κειμένων και εκδόσεων. Μιλώντας μου, σε αναρίθμητες συναντήσεις, διάσπαρτες στα χρόνια, για τη Διαγώνιοκαι τον τρόπο με τον οποίο οργάνωνε την ύλη της, ουσιαστικά μου μετέδωσε το μικρόβιο της “περιοδικομανίας” κι ίσως ίσως μου υπέβαλε την ιδέα να ακολουθήσω τα χνάρια του. Του αναγνωρίζω επίσης ότι σε όλη την περίοδο που “έστηνα” το Εντευκτήριο, αλλά και μετά την έκδοσή του, είχε πάντα κάποια σχόλια να διατυπώσει για κάθε τεύχος (για άλλα κείμενα θετικά, για άλλα επιφυλακτικά ή και αρνητικά), χωρίς όμως ποτέ να με κάνει να αισθανθώ ή να σκεφτώ ότι προσπαθεί να με κατευθύνει ή να με χειραγωγήσει. Δεν θα ξεχάσω επίσης ποτέ πως από τις πρώτες συνδρομές στο περιοδικό ήταν η δική του. Όσο ήταν για μένα φυσικό να μη δεχτώ να κρατήσω τα χρήματα, άλλο τόσο ήταν φυσικό για κείνον να επιμείνει, λέγοντάς μου: «Άλλο η φιλία, άλλο το περιοδικό. Η συνδρομή μου είναι για συμπαράσταση και υποστήριξη».

Θα αναρωτηθεί ίσως κανείς αν αυτή η σχεδόν τριανταπεντάχρονη σχέση υπήρξε αδιατάρακτη. Για να είμαι απολύτως ειλικρινής: όχι. Μέσα στην αυστηρότητά του προς τους πάντες αλλά και την τάση του, συχνά, να εντυπωσιάζει τους συνομιλητές του με όσα λέει, μερικές φορές υπήρξε άδικος ―και― μαζί μου. Όμως, τέτοιες καταστάσεις είναι ίσως αναπόφευκτες στη διάρκεια μιας τόσο μακρόχρονης όσο και στενής πνευματικής σχέσης. Οπωσδήποτε, η ευγνωμοσύνη μου για όσα μου έμαθε είναι τεράστια, ανεξόφλητη και φυσικά δεν γίνεται να παραγραφεί ή να σκιαστεί μακροπρόθεσμα εξαιτίας λιγότερο ή περισσότερο σοβαρών παρεξηγήσεων. Γι’ αυτό και, εκ μέρους ―φαντάζομαι― όλων των κάποτε νέων που αξιώθηκαν τη γνωριμία και την προσοχή του, θέλω και δημόσια να του πω: «Κύριε Χριστιανόπουλε, Ντίνο, σ’ ευχαριστούμε για τον χρόνο που μας διέθεσες, για την αγάπη με την οποία μας περιέβαλες και για την αυστηρότητα με την οποία μας προφύλαξες από ολισθήματα και λάθη».

[1997] 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 23 (03.2015)