ο κύριος Ρυαρέξ

 

Γιάννης Δάλλας

 

Ἦταν ὡραῖα ὅλ’ αὐτά, μιὰ περιδιάβαση

 

Ὅταν ἡλίου βασιλεύοντος δυνάμωνε ἡ μάχη πέρα στὸ καντόνι τῶν Ρωμιῶν αὐτὸς ὑπνοβατοῦσε ὀνειρευόμενος μιὰ βίζιτα στὴ βίλλα στὰ περίχωρα & Πίσω του κάποιος γύρισε τὴ στρόφιγγα καὶ μέσα ἀπὸ τὴ μπαλκονόπορτα ρυάκισε τὸ φῶς μακριὰ ἀπὸ τὶς ἐνοχλητικὲς φωτοβολίδες & Ἔξω στὰ θάμνα γυάλιζε ἀθόρυβα ἡ πηγή & Ἦταν σὰν ἕνας μαῦρος σκύλος ποὺ ὄρθωνε τὸ τρίχωμά του κι ἄφριζε γαυγίζοντας καὶ πότε-πότε ὅταν ξυπνοῦσε ἔδειχνε τὰ δόντια του μὲ ξαφνικὲς ἀναλαμπὲς στὰ σκοτεινά & Τὸν φανταζόμουν πιὸ πολὺ παρὰ τὸν ἔψαχνα στὴ διαμαντένια πάχνη τοῦ νησιοῦ & Κι ἄκουγα πίσω του τὴ γλώσσα τοῦ κυρίου του «Ἤρεμα Ρύαξ!» & «Ὂλ ράιτ Ρέξ!» & Κι ὕστερα μὲ θολὰ νερὰ κι ἀνάκατα γαυγίσματα στ’ ἀντιπρανῆ τοῦ ὕπνου νὰ μπερδεύει τὴν ἠχώ τους «Ρύα-Ρέξ!» καὶ πάλι «Ρυαρέξ!» ὣς τὴν αὐγή & Ἀπτόητος ἀπ’ τὶς ρωμέικες ριπὲς φτασμένες τώρα μ’ ἅλματα στὰ διπλανὰ τετράγωνα & Μὲ τὸ ’να χέρι του κρατοῦσε μιὰν ἀτέλειωτη ἁλυσίδα μὲ μονόγραμμα σκυλιοῦ κι ὅταν δοκίμασε νὰ τὴ μαζέψει δὲν τὴν πρόλαβε κι ἔνοιωσε νὰ τὸν ζώνει ὁ κρύος καταρράχτης μὲ τὰ παγωμένα δόντια ὁλόγυρά του ἀφρίζοντας & Τότε τὸν εἶδα ν’ ἀλαργεύει ἀπὸ τὴ βίλλα τῶν θαυμάτων καὶ τὸν γνώρισα & Ἦταν τῷ ὄντι ὁ γνωστός μας διπλωμάτης κύριος Ρυαρὲξ καὶ καταπόδι πίσω του ὁ πιστός του ὑπογραμματέας ἴδια μούρη σὰν μπουλντὸκ ποὺ μετακόμιζε ἀπὸ τὴν πληκτική μας ἀποικία ὁριστικὰ ἐξαντλημένος ἐπιτέλους ἀπὸ τόση ὀνειροφαντασία καὶ ἔμπνευση

(Ἀποθέτης, 1993)

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 04 (08.2013)