αριστερή διακυβέρνηση και α.ε.ι.

 

Γιώργος Αγγελόπουλος

 

Η επτάμηνη αριστερή διακυβέρνηση επέφερε περιορισμένες μεταβολές στην οργάνωση και τη λειτουργία των Α.Ε.Ι. καθώς και των ερευνητικών κέντρων που εποπτεύονται από το Υπουργείο Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων. Οι θεσμικές παρεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν δεν διαμόρφωσαν ένα τοπίο αντάξιο των απαιτήσεων της συγκυρίας και των επεξεργασιών που από δεκαετίες συζητούνταν στην Αριστερά για τα πανεπιστήμια.1 Οι δομικοί περιορισμοί του κρατικού μηχανισμού αποδείχτηκαν ανελαστικοί παρά τις προσπάθειες του υπουργείου. Η μη εξασφάλιση ισχυρών πολιτικών συμμαχιών στη Σύνοδο Πρυτάνεων και στις διοικήσεις των εποπτευόμενων από το Υπουργείο φορέων –που στην πλειονότητά τους είναι διορισμένες με κομματικά κριτήρια από προηγούμενες πολιτικές ηγεσίες– περιέπλεξαν την κατάσταση. Ορισμένες νομοτεχνικές και πολιτικές αδυναμίες των προσχεδίων του πολυνομοσχεδίου για τα Α.Ε.Ι. και τα ερευνητικά κέντρα έδωσαν την αίσθηση ότι δεν υπήρχε επαρκής σχεδιασμός2 θεσμικών αλλαγών σε ορισμένες προβλέψεις του νομοσχεδίου.3 Η προτεραιότητα που δόθηκε στην αντιμετώπιση των επιτακτικών προβλημάτων που είχαν δημιουργήσει προηγούμενες κυβερνήσεις σε άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης καθυστέρησε τις παρεμβάσεις στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της έρευνας. Οι αβεβαιότητες και οι δυστοκίες στα δημόσια οικονομικά που συνολικά αντιμετώπισε η κυβέρνηση αλλά και οι εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. φέρεται να επιβράδυναν συνολικά τις μεταρρυθμίσεις στον κρατικό μηχανισμό. Επιπλέον, οι καθυστερήσεις στην τακτική χρηματοδότηση των Α.Ε.Ι. και των ερευνητικών κέντρων επέτειναν τα λειτουργικά τους προβλήματα. Τέλος, η προκήρυξη εκλογών ματαίωσε την ψήφιση του νομοσχεδίου που αφορά τα Α.Ε.Ι. και την έρευνα.

 

Η υπάρχουσα κατάσταση μέσα από το πρίσμα των αναγκαίων παρεμβάσεων

Στην πραγματικότητα συνεχίζουμε να βρισκόμαστε στο πλαίσιο που σταδιακά διαμορφώθηκε από τη δεκαετία του 2000 και δυναμικά επιβλήθηκε από το 2011 και εφεξής. Το πλαίσιο αυτό συνιστά μια εκδοχή των μορφών μετάλλαξης του νεοφιλελεύθερου πανεπιστημίου που παρατηρούνται στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες εδώ και τρεις δεκαετίες4 σε συνδυασμό με στοιχεία που εντοπίζονται στην καπιταλιστική περιφέρεια (Ανατολική Ευρώπη, Μέση Ανατολή). Η όποια παρέμβαση μιας αριστερής κυβέρνησης οφείλει να έχει ως σημείο εκκίνησης την υπέρβαση της γραμμικής σχέσης αιτιότητας ανάμεσα σε αυτή την «κατάσταση» και στην αντιμετώπισή της. Για την Αριστερά, ο τρόπος παρέμβασης στην «κατάσταση» (στρατηγικές, τακτικές) συμβάλλει καθοριστικά στον τρόπο που κατανοεί την ίδια την «κατάσταση». Με αυτή την αφετηρία συνοψίζουμε τα βασικά δομικά χαρακτηριστικά των Α.Ε.Ι. ως εξής:

(α) Τα Α.Ε.Ι. έχουν ακούσια μετατραπεί σε εξαγωγική βιομηχανία. Παράγουν ένα επιστημονικό δυναμικό που χαίρει εκτίμησης στο εξωτερικό και μεταφέρουν ολοένα αυξανόμενους ανθρώπινους πόρους από την Ελλάδα προς ορισμένες χώρες της Ε.Ε. (Γερμανία, Αγγλία, Ολλανδία, σκανδιναβικές χώρες), προς χώρες που ιστορικά αποτελούσαν μεταναστευτικούς προορισμούς (Αυστραλία, Καναδάς, Η.Π.Α.) και προς χώρες της Εγγύς Μέσης Ανατολής. Η διαρροή επιστημονικού δυναμικού συνιστά βέβαια διαχρονικό φαινόμενο τουλάχιστον από τα μέσα του 20ού αιώνα. 5 Το μέγεθος όμως του φαινομένου την τελευταία πενταετία, η απουσία προοπτικής μεσοπρόθεσμης επιστροφής στη χώρα και η αδυναμία εδραίωσης συνεργασιών μεταξύ των πανεπιστημίων αποστολής και των εργασιακών χώρων στο εξωτερικό διαφοροποιούν ποιοτικά την κατάσταση. Επιπλέον, τα Α.Ε.Ι. μεταφέρουν και τεχνογνωσία που παράγεται στην Ελλάδα σε άλλες χώρες (κυρίως στους τομείς των τεχνολογικών εφαρμογών, των κοινωνικών επιστημών, της πληροφορικής, της υγείας). Το φαινόμενο αυτό υπήρχε ανέκαθεν αλλά συνδεόταν με την παγκοσμιοποίηση της έρευνας από την οποία επωφελούνταν έστω μερικώς και το εγχώριο ακαδημαϊκό πλαίσιο, η κοινωνία και η οικονομία μας. Η εντεινόμενη όμως αποβιομηχάνιση της χώρας αφενός συνέβαλε στην επίταση του φαινομένου και αφετέρου περιόρισε αισθητά τα όποια οφέλη δημιουργούνταν για την εγχώρια οικονομία, την κοινωνία και το ακαδημαϊκό σύστημα.

(β) Τα Α.Ε.Ι. και τα ερευνητικά κέντρα πλήττονται από τη μείωση ανθρωπίνων και υλικών πόρων. Η λειτουργία τους βασίζεται σε ένα συνεχώς μειούμενο και σταδιακά γηράσκον προσωπικό και σε συνεχώς μειούμενους οικονομικούς πόρους. Η λειτουργία ορισμένων Τμημάτων γίνεται οριακά, ενίοτε επαφίεται στον «πατριωτισμό» των διδασκόντων και των συνταξιούχων διδασκόντων –που διδάσκουν χωρίς αμοιβή– και σε λίγες περιπτώσεις συνδέεται με οικονομικά κίνητρα (εισοδήματα από δίδακτρα). Ο σε βαθμό εξαφάνισης περιορισμός των θέσεων συμβασιούχων διδασκόντων στέρησε τα Α.Ε.Ι. ακόμα και από έναν στρεβλό μηχανισμό εξασφάλισης της παρουσίας νέων επιστημόνων.6 Tα A.E.I. αδυνατούν να εξασφαλίσουν ακόμα και το επιστημονικό πρεκαριάτο των συμβασιούχων διδασκόντων βάσει του οποίου λειτουργεί το νεοφιλελεύθερο πανεπιστήμιο στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες. Επιπλέον, τα τελευταία 6 χρόνια η κρατική επιχορήγηση στα Α.Ε.Ι. μειώθηκε σε ποσοστό περίπου 50%. Οι συνέπειες αυτής της πρωτοφανούς σε καιρό ειρήνης μείωσης δεν έχουν γίνει ακόμα πλήρως εμφανιστεί λόγω της χρήσης άλλων οικονομικών διαθέσιμων (πόροι από τις Εταιρείες Αξιοποίησης Περιουσίας και τους Ειδικούς Λογαριασμούς των Α.Ε.Ι.). Οι εν λόγω όμως εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης εξαντλήθηκαν κυρίως λόγω του «κουρέματος» των αποθεματικών των Α.Ε.Ι. επί συγκυβέρνησης ΠΑ.ΣΟ.Κ.-Ν.Δ.-ΛΑ.Ο.Σ. το 2012. Οι συνέπειες της μη συντήρησης των υποδομών και της παύσης αγορών (βιβλίων, εξοπλισμού κ.λπ.) σταδιακά γίνονται όλο και πιο καταστροφικές.

(γ) Ο χώρος της ανώτατης εκπαίδευσης χαρακτηρίζεται από ολοένα αυξανόμενη ανομοιογένεια των ιδρυμάτων. Η ανομοιογένεια αυτή εκφέρεται με ποσοτικά δεδομένα όπως ο αριθμός των μελών Δ.Ε.Π., των Τμημάτων, των φοιτητών, του διοικητικού προσωπικού, το μέγεθος των οικονομικών πόρων (τακτικός προϋπολογισμός, Ειδικοί Λογαριασμοί, Εταιρείες Διαχείρισης), το οικονομικό αντίκρισμα του παραγόμενου ερευνητικού έργου κ.λπ. Εκφέρεται όμως και με ποιοτικά δεδομένα όπως ο διεθνής αντίκτυπος του διδακτικού και ερευνητικού έργου, το περιβάλλον των υποδομών, το ακαδημαϊκό πλαίσιο καταγωγής των μελών Δ.Ε.Π., η ακαδημαϊκή πληρότητα των Α.Ε.Ι. (π.χ. Α.Ε.Ι. με έμφαση σε ορισμένα πεδία vs Α.Ε.Ι. με Τμήματα που καλύπτουν πληθώρα γνωστικών πεδίων), ο τοπικός (ενίοτε τοπικιστικός) ή πανελλήνιος ή διεθνής προσανατολισμός τους κ.λπ. Η ανομοιογένεια αυτή ανάγεται στους όρους δημιουργίας και λειτουργίας των Α.Ε.Ι. Τα Α.Ε.Ι. που δημιουργήθηκαν τον 19ο ή στις αρχές του 20ού αιώνα αντιμετωπίζουν εν μέρει διαφορετικά προβλήματα από τα Α.Ε.Ι. που δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του 1980 ή αυτά που δημιουργήθηκαν εντός της τρέχουσας δεκαετίας. Η κοινωνικοοικονομική κρίση έχει επιτείνει την ήδη υπάρχουσα ανομοιογένεια στον βαθμό που τα ζητήματα που αντιμετωπίζουν τα μεγάλα Α.Ε.Ι. της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης διαφοροποιούνται από αυτά των περιφερειακών Α.Ε.Ι. Οι πολλαπλές ταχύτητες στον χώρο των Α.Ε.Ι. δημιουργούν προβλήματα ως προς την εφαρμογή ενιαίων πολιτικών στον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Επιπλέον, οι πολλαπλές αυτές ταχύτητες παράγουν και διαφορετικές δομές εξουσίας εντός των Α.Ε.Ι.

(δ) Οι δομές εξουσίας εντός των Α.Ε.Ι. έχουν ισχυροποιηθεί και παγιωθεί. Οι χρόνιες παθογένειες, η απουσία διορισμών νέων διδασκόντων, η εμπέδωση ορισμένων θεσμικών προβλέψεων του Ν. 4007 (Συμβούλια Ιδρύματος, προεπιλογή υποψήφιων πρυτάνεων και κοσμητόρων κ.λπ.)7 και το ταμπού των όποιων μεταβολών στη δομή των Τμημάτων και των ιδρυμάτων διαμόρφωσαν ισχυρές δομές και συμμαχίες που σε αρκετές περιπτώσεις προωθούν τη δική τους ορθοδοξία και συμπράττουν εξασφαλίζοντας την πολιτική ηγεμονία στα πρυτανικά σχήματα. Οι δομές αυτές χαίρουν της υποστήριξης συγκεκριμένων πολιτικών χώρων που από το 2011 πρωτοστατούν σε πρωτοβουλίες «εκσυγχρονισμού των Α.Ε.Ι.». Στην πιο ακραία τους εκδοχή, ορισμένες από τις εν λόγω δομές εξουσίας μετέτρεψαν ορισμένους Τομείς, Τμήματα, Σχολές και ολόκληρα πανεπιστήμια σε ό,τι ο Παπαταξιάρχης ονομάζει «ατελή και αντιφατική ανάμειξη της κρατικής σκοπιμότητας, της κομματικής μικροπολιτικής και της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας στη δημοκρατική διαχείριση του δημόσιου αγαθού που λέγεται πανεπιστημιακή παιδεία».8 Μέσα από τις αντιπαραθέσεις, των οποίων η κλιμάκωση ξεκίνησε το 2006 και έφτασε στο ζενίθ της με τις εκλογές Συμβουλίων Διοίκησης το 2013, οι εν λόγω δομές εξουσίας παγιώθηκαν σε τέτοιο βαθμό που χρειάζεται χρόνος για να ανατραπούν. Η δημιουργία ενός πολωτικού κλίματος στα Α.Ε.Ι. υπήρξε άλλωστε σαφέστατη πολιτική επιδίωξη επί υπουργίας Άννας Διαμαντοπούλου. Όπως έχουμε και αλλού καταδείξει, ο λόγος των φιλικών προς την τότε κυβέρνηση Μ.Μ.Ε. ήταν σαφέστατα πολιτικά προσανατολισμένος υποστηρίζοντας «τη χαμηλή ποιότητα του εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου» που συντελείται στα Α.Ε.Ι.9 Υιοθετώντας, σε ορισμένες περιπτώσεις, λανθασμένες τακτικές, η Αριστερά συνέβαλε στην επιδιωκόμενη πόλωση. Οι δομές εξουσίας λειτουργούν ως μηχανισμοί ανοδικής κινητικότητας στον χώρο της πολιτικής και συνεχίζουν να ενισχύουν τα φαινόμενα αδιαφάνειας, ευνοιοκρατίας και νεποτισμού που κληρονομήθηκαν από προηγούμενες περιόδους.

(ε) Τα Α.Ε.Ι. υφίστανται ένα καθεστώς χρόνιας απροσδιοριστίας ως προς το θεσμικό τους πλαίσιο. Η συνεχής μεταβολή των νομικών προβλέψεων λειτουργίας των Α.Ε.Ι. συνιστά δομικό χαρακτηριστικό των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων των Α.Ε.Ι. τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Η.Π.Α.10 Στην περίπτωση της Ελλάδας, η κατάσταση αυτή εντάθηκε ήδη από το 2011 όταν έγινε φανερό ότι ο Ν. 4007 δεν θα εφαρμόζονταν όπως είχε ψηφιστεί11 – λόγω της ισχυρής αντίδρασης σημαντικής μερίδας μελών Δ.Ε.Π., άλλων εργαζομένων στα Α.Ε.Ι., φοιτητών αλλά και της διεθνούς ακαδημαϊκής κοινότητας. Η ψήφιση του Ν. 4076 επιβεβαίωσε την προσωρινότητα του όποιου νομοθετικού πλαισίου στον βαθμό που ακυρώθηκαν πολλές και σημαντικές διατάξεις του Ν. 4007 πριν ακόμα εφαρμοστούν. Η διαφαινόμενη όμως τότε έλευση της Αριστεράς στην κυβέρνηση επέτεινε την αίσθηση ότι ούτε και ο Ν. 4076 θα μακροημέρευε, γεγονός που επιβεβαιώθηκε με το προτεινόμενο νομοσχέδιο. Η προώθηση όμως προσχεδίων του προτεινόμενου νομοσχεδίου που σε αρκετά σημεία παρουσίαζαν ασάφειες και των οποίων ακολουθούσαν διευκρινιστικές παρεμβάσεις (π.χ. θητεία πρυτάνεων, πιστωτικές μονάδες κ.λπ.) ενίσχυσε την όλη εικόνα προσωρινότητας. Αυτή η πενταετής πορεία ακυρώνει τον προγραμματισμό των Α.Ε.Ι. σε όλα τα επίπεδα (π.χ. εσωτερικοί κανονισμοί, λειτουργία οργανισμών) και δυσχεραίνει την καθημερινή διοικητική λειτουργία τους.12 Το χειρότερο όμως όλων είναι ότι εμπεδώνει πρακτικές του τύπου «αφού δεν λειτουργούν οι θεσμοί, ο καθένας επιβιώνει με τους φίλους του»13 ενισχύοντας τις παγιωμένες δομές εξουσίας στον βαθμό που αυτές είναι το «μόνο σταθερό αποκούμπι» σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο θεσμικό περιβάλλον. Οι εν λόγω δομές εξουσίας είχαν άλλωστε σταδιακά διαμορφώσει στρατηγικές επιβίωσης νομιμοποιώντας «αμφίσημες πρακτικές που συνθέτουν την τυπική διαχειριστική αποδοχή ενός μέτρου με την ουσιαστική του απόρριψή του».14

(στ) Τα ελληνικά Α.Ε.Ι. προσφέρουν, στο πλαίσιο του επιστημολογικού και πολιτικού παραδείγματος μέσα στο οποίο λειτουργούν, ένα υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και παράγουν σημαντική έρευνα. Το γεγονός αυτό οφείλεται στην ποιότητα της πλειονότητας των μελών Δ.Ε.Π. και στο «πλεονέκτημα της καθυστέρησης» εμπέδωσης των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων. Η κατάργηση, για παράδειγμα, της μονιμότητας των διδασκόντων στο νεοφιλελεύθερο αγγλοσαξονικό πανεπιστημιακό περιβάλλον οδήγησε στην πρακτική «δημοσίευσε ή εξαφανίσου» (publish or perish), γεγονός που οδήγησε στην απαξίωση του διδακτικού έργου. Το υψηλό επίπεδο του διδακτικού και ερευνητικού έργου του επιστημολογικού παραδείγματος των ελληνικών Α.Ε.Ι. αντανακλάται ακόμα και στα στρεβλά συστήματα διεθνούς κατάταξης των Α.Ε.Ι.15 Οι υψηλές θέσεις που ορισμένα ελληνικά Α.Ε.Ι. σταθερά καταλαμβάνουν στις διεθνείς κατατάξεις οφείλονται αφενός στο ακαδημαϊκό υπόβαθρο σημαντικού τμήματος του υπάρχοντος επιστημονικού δυναμικού και αφετέρου στην πληρέστερη κατανόηση και «αξιοποίηση» των τεχνολογιών εξουσίας των διεθνών συστημάτων αξιολόγησης.16 Το έργο όμως που παράγεται δεν συνεισφέρει όσο θα μπορούσε στην εγχώρια κοινωνία και οικονομία λόγω της απουσίας εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής, λόγω της συνεχούς εξαγωγής ανθρώπινων πόρων και τεχνογνωσίας, λόγω του πολλαπλασιασμού των μορφών ιδιοποίησης του δημόσιου χαρακτήρα του πανεπιστημίου αλλά κυρίως λόγω του ίδιου του επιστημολογικού και πολιτικού παραδείγματος λειτουργίας των Α.Ε.Ι. Είναι βέβαια γεγονός ότι τα Α.Ε.Ι. δεν αποτέλεσαν συστηματικό μοχλό οικονομικής μεγέθυνσης τεχνολογιών αιχμής στη μεταπολεμική περίοδο. Ούτε το κράτος αλλά ούτε και το ιδιωτικό κεφάλαιο στράφηκαν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, σε τέτοιες επενδύσεις.17 Η βασική προσφορά της ανώτατης εκπαίδευσης στον 20όαιώνα εντοπιζόταν στην παραγωγή του απαραίτητου για τη χώρα επιστημονικού δυναμικού, στη δημιουργία μιας γηγενούς επιστημονικής κοινότητας, στην εμπέδωση της κοινωνικής συνοχής, στην ενίσχυση της κοινωνικής κινητικότητας και της πολιτιστικής ανάπτυξης.

(ζ) Τα Α.Ε.Ι. πλήττονται από τον πολλαπλασιασμό των μορφών ιδιοποίησης του δημόσιου χαρακτήρα του πανεπιστημίου. Το χαρακτηριστικό αυτό συνιστά δομικό στοιχείο του επιστημολογικού και πολιτικού παραδείγματος με το οποίο λειτουργούν. Η ιδιοποίηση αυτή γίνεται συνήθως με νόμιμους τρόπους όπως η ενίσχυση του εισοδήματος μελών Δ.Ε.Π. μέσω της επιβολής διδάκτρων σε μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών,18 οι εργολαβίες καθαριότητας-σίτισης-φύλαξης, ο φετιχισμός της διατήρησης ακόμα και παράλογων χωροταξικών διαιρέσεων Τμημάτων και Α.Ε.Ι. αλλά και αυτή καθαυτήν η διάκριση μεταξύ ορισμένων Τμημάτων πανεπιστημίων και Τ.Ε.Ι. Η ιδιοποίηση «δικαιολογείται» είτε ως αναγκαίο κακό (μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης, πιέσεις τοπικών κοινωνιών, εθνικά θέματα), είτε μέσω «buzz» επιχειρημάτων.19 Σύμφωνα με τα άτυπα στοιχεία που παρουσιάζουν οι δύο μεγαλύτερες ενημερωτικές ιστοσελίδες σε θέματα εκπαίδευσης,20 δύο στα τρία προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών λειτουργούν πλέον με δίδακτρα. Η αυξανόμενη ιδιοποίηση σε συνδυασμό με τον περιορισμό της δημόσιας χρηματοδότησης έχει συγκεκριμένες συνέπειες. Αφενός, εντείνει τις άνισες σχέσεις και τις δομές εξουσίας ανάμεσα στους Τομείς, τα Τμήματα, τις Σχολές και τα Α.Ε.Ι. Αφετέρου, δημιουργεί σχέσεις της κατά M. Mauss ασύμμετρης ανταλλαγής ανάμεσα στα μέλη Δ.Ε.Π. και ενισχύει τα πελατειακά δίκτυα. Η μείωση της κρατικής επιχορήγησης επιτείνει την ισχύ των δομών εξουσίας («η πίτα είναι πολύ μικρή για να μοιραστεί σε όλους») και ενισχύει τις μορφές ιδιοποίησης. Τα σπουδαστήρια-εργαστήρια, οι Τομείς, τα Τμήματα, οι Σχολές και τα Α.Ε.Ι. που εξασφαλίζουν μέσω διδάκτρων την ενίσχυση του εισοδήματος των μελών Δ.Ε.Π. αποκτούν σημαίνοντα λόγο στα ακαδημαϊκά πράγματα. Τα Τμήματα και τα Α.Ε.Ι. που εξασφαλίζουν μέσω τοπικών πολιτικών και οικονομικών μηχανισμών πίεσης την υπόστασή τους, αποκτούν το «ανέγγιχτο» ως προς την ακαδημαϊκή τους λειτουργία σε τέτοιο βαθμό που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούμε να μιλάμε και για «καθεστώς εξαίρεσης» (π.χ. Διεθνές Πανεπιστήμιο, Ε.Α.Π.). Επισημαίνουμε ότι όσοι αντιστέκονται στην ιδιοποίηση δεν ανήκουν αποκλειστικά στην Αριστερά αλλά προέρχονται και από την παράδοση του αστικού πανεπιστημίου του 20ού αιώνα.

(η) Το πιο βασικό χαρακτηριστικό των Α.Ε.Ι. είναι ότι από τη μεταπολίτευση και μετά λειτουργούν εντός ενός συγκεκριμένου επιστημολογικού και πολιτικού παραδείγματος που δεν έχει αναπροσαρμοστεί στις ανάγκες της παρούσας συγκυρίας. Μέσω της σταδιακής αποχουντοποίησης και της εφαρμογής του Ν. 1268/1982 τα Α.Ε.Ι. έπαψαν να ακολουθούν το παράδειγμα του, κατά S. Shore, συντηρητικού «εθνικού πανεπιστημίου» ή του παραδοσιακού «πανεπιστημίου καταφύγιο». Οι εντατικές προσπάθειες μετάλλαξής τους στις νεοφιλελεύθερες παραλλαγές του «πανεπιστημίου ακαδημαϊκής ηγεσίας και αριστείας», του «πολυ-επιστημίου», του «πολλαπλο-επιστημίου», του «ποικιλο-επιστημίου», του «παγκόσμιου ηλεκτρονικού πανεπιστημίου» και του «πανεπιστημίου-μετοχικής εταιρείας»21 που πραγματοποιούνται εδώ και 15 χρόνια επέφεραν ορισμένες αλλαγές αλλά δεν εμπέδωσαν μια συνολική αλλαγή παραδείγματος. Απέτυχαν (α) λόγω της προχειρότητας και του αυταρχισμού με την οποία εκπονήθηκαν, (β) λόγω των συστηματικών αντιστάσεων μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας με αριστερές και κλασικά φιλελεύθερες καταβολές, και (γ) λόγω της δημόσιας απαξίωσης των Α.Ε.Ι. που αρκετές κυβερνήσεις επιδίωξαν την τελευταία δεκαετία. Τα Α.Ε.Ι. παρέμειναν εντός ενός συγκεκριμένου επιστημολογικού και πολιτικού παραδείγματος που συνέδεε τη λειτουργία τους με τις ανάγκες του μεταπολιτευτικού κράτους της Ν.Δ. και του ΠΑ.ΣΟ.Κ., με τα δεδομένα μιας οικονομίας που η ανάπτυξή της βασίζονταν στη μεγέθυνση (οικοδομή, «μεγάλα έργα», χρηματιστήριο, καταναλωτισμός κ.λπ.) και με τις προσδοκίες μιας κοινωνίας που επένδυε στην απόκτηση ακαδημαϊκής γνώσης και τίτλων σπουδών. Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι βασικό στοιχείο αυτού του παραδείγματος ήταν και η επιδίωξη κοινωνικής συναίνεσης μέσω της νομιμοποίησης ύπαρξης αιρετικών φωνών και πεδίων εντός των Α.Ε.Ι. Η κατάρρευση όμως αυτής της μορφής του κράτους και της συγκεκριμένης μορφής οικονομίας αφήνει μετέωρο το επιστημολογικό και πολιτικό παράδειγμα λειτουργίας των Α.Ε.Ι. Παραμένει, σε κάποιο βαθμό, η κοινωνική πρόσληψη της χρησιμότητας επένδυσης στην ακαδημαϊκή γνώση και τους τίτλους σπουδών με κύρια όμως αναφορά στη μεταναστευτική μετακίνηση. Μετά από πέντε χρόνια νεοφιλελεύθερης καταστροφής του οικονομικού και κοινωνικού ιστού της χώρας η Ελλάδα άλλαξε χωρίς όμως να αλλάξει το παράδειγμα εντός του οποίου λειτουργούν τα Α.Ε.Ι. Η κατάσταση αυτή προσομοιάζει με την κατάσταση των δημόσιων Α.Ε.Ι. στις χώρες της μετασοσιαλιστικής Ανατολικής Ευρώπης στις δεκαετίες του 1990 και του 2000.22

 

Συνοψίζοντας τα παραπάνω χαρακτηριστικά θα λέγαμε ότι η λειτουργία των Α.Ε.Ι. βασίζεται σε ολοένα λιγότερο προσωπικό, που έχει ολοένα και λιγότερες τακτικές απολαβές και επιβιώνει σε ένα περιβάλλον όπου «όλα αλλάζουν και όλα τα ίδια μένουν», ένα περιβάλλον ασύμμετρων ανταλλαγών όπου ολοένα και περισσότερο παγιώνονται εσωτερικές δομές εξουσίας αναπαράγοντας ένα συγκεκριμένο επιστημολογικό και πολιτικό παράδειγμα. Οι δομές αυτές, αξιοποιώντας την ολοένα μειούμενη δημόσια χρηματοδότηση των Α.Ε.Ι., αναζητούν ολοένα και περισσότερες μορφές ιδιοποίησης του δημόσιου χαρακτήρα του πανεπιστημίου προσφέροντας ολοένα και λιγότερο στην ανάπτυξη της χώρας καθώς ολοένα και περισσότεροι απόφοιτοι και τεχνογνωσία μεταφέρονται στο εξωτερικό. 

 

Οι στόχοι εξαρτώνται από την πορεία υλοποίησής τους 

Η ιστορική ειρωνεία έγκειται στο ότι αυτήν ακριβώς τη στιγμή η χώρα έχει ανάγκη από ένα πανεπιστήμιο που «θα οδηγηθεί σε μια ριζική επανατοποθέτηση του εαυτού του μέσα στις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες»23 συνεισφέροντας σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης. Η αλλαγή προσανατολισμού στο επιστημολογικό και πολιτικό παράδειγμα λειτουργίας των Α.Ε.Ι. συνιστά πρώτιστο διακύβευμα. Η προοπτική αυτή απαιτεί παρεμβάσεις που έχουν καθυστερήσει. Ορισμένες από τις προτεραιότητες που η ανανεωτική και ριζοσπαστική Αριστερά έθετε για τα Α.Ε.Ι. στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας έχουν ανατραπεί από τα δεδομένα της κοινωνικής και οικονομικής καταστροφής που υπέστη η χώρα. Οι επικείμενες βουλευτικές εκλογές μπορούν να αποτελέσουν ένα νέο ξεκίνημα για ένα δημιουργικό άνοιγμα του πανεπιστημίου στις συνέπειες της κρίσης. Η Αριστερά μπορεί να επανατοποθετήσει την ανάπτυξη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των ερευνητικών κέντρων στην υπηρεσία της κοινωνίας, της δημοκρατίας, της γνώσης και της ανάπτυξης. Τα βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα εργαλεία που υπάρχουν αναφέρονται σε θεσμικές αλλαγές και στη χρηματοδότηση. Προϋποθέτουν μια στοχοθεσία που θα προκύψει συναινετικά αλλά και που, με δεδομένες τις επιτακτικές κοινωνικές ανάγκες, θα τολμήσει ρήξεις και τομές. Περισσότερο όμως από την περί στοχοθεσίας συζήτηση, σημασία έχει η εστίαση στην πορεία υλοποίησης των στόχων. Η εστίαση στην πορεία δεν αποδίδει προτεραιότητα στην «τακτική» έναντι της «στρατηγικής». Απλώς υπονοεί το ότι η επίτευξη των όποιων στρατηγικών στόχων εξαρτάται από την τακτική πορεία υλοποίησής τους. Επιπλέον, η εστίαση στην πορεία συνιστά και έναν μηχανισμό αποφυγής του φετιχισμού των μικρών διαφορών αναφορικά με τους στόχους μας, φετιχισμού που συχνά ελλοχεύει σε κάποιες αριστερές προσεγγίσεις. Υπ’ αυτή την έννοια, παραβλέπουμε προς στιγμήν τη συζήτηση για τα ευρύτερα ζητήματα του ρόλου των Α.Ε.Ι. στην ύστερη νεωτερικότητα, τους τρόπους δημιουργικής αντίστασης και υπέρβασης του νεοφιλελεύθερου πανεπιστημίου, τις ιδιαίτερες πτυχές της σχέσης Α.Ε.Ι.-κράτους στην Ελλάδα κ.λπ.

 

Η ύπαρξη του συγκεκριμένου σχεδίου νόμου σε προχωρημένο στάδιο επεξεργασίας στη Βουλή λειτουργεί άλλωστε δεσμευτικά ως προς την όποια στοχοθεσία. Το εύρος των παρεμβάσεων που επιχειρεί το προτεινόμενο νομοσχέδιο έχει ήδη καθορίσει και την πορεία υλοποίησης αρκετών στόχων.24 Ας υποθέσουμε, για λόγους οικονομίας, ότι μια μελλοντική αριστερή κυβέρνηση δεν υιοθετεί μια tabula rasa προοπτική ως προς τις όποιες θεσμικές παρεμβάσεις. Ας λάβουμε επιπλέον υπόψη τις προβλέψεις για την εκπαίδευση που περιγράφονται στο πρόσφατα υπογραφέν μνημόνιο και συγκεκριμένα στην ενότητα με τον τίτλο «Αγορά εργασίας και ανθρώπινο κεφάλαιο».25 Με αυτά τα δεδομένα, χρήσιμο θα ήταν να γίνουν στο προτεινόμενο νομοσχέδιο κάποιες παρεμβάσεις επιπλέον όσων σημαντικών έχουν ήδη προβλεφθεί (κατάργηση Συμβουλίων Ιδρύματος, κατάργηση διαδικασιών ηλεκτρονικής ψηφοφορίας κ.λπ.). Οι κατευθύνσεις αυτών των παρεμβάσεων έχουν συζητηθεί πολλάκις τους τελευταίους μήνες26 και αφορούν καταρχήν τη δημοκρατική αντιπροσωπευτικότητα στα όργανα διοίκησης των Α.Ε.Ι. (συμμετοχή εκπροσώπων όλων των Τμημάτων ενός πανεπιστημίου στη Σύγκλητο, διεύρυνση του πρυτανικού συμβουλίου) και τη συναινετική σύνθεσή τους (ξεχωριστά ψηφοδέλτια για την ανάδειξηΠρύτανη και Αντιπρυτάνεων). Αφορούν επίσης την αποφυγή περιχαράκωσης των διαδικασιών εκλογής μελών Δ.Ε.Π. εντός του Τμήματος (προτεραιότητα του κριτηρίου της συνάφειας των γνωστικών αντικειμένων έναντι του κριτηρίου «εντοπιότητας» στο ίδιο Τμήμα). Αφορούν τέλος την αντιμετώπιση των διαδικασιών ιδιοποίησης και συναλλαγής εντός των Α.Ε.Ι. (άμεση κατάργηση εργολαβιών καθαριότητας-φύλαξης-σίτισης, κατάργηση των απολαβών διδασκόντων από δίδακτρα, εξαίρεση όσων φοιτητών έχουν χαμηλά εισοδήματα από τα όποια δίδακτρα). Χωρίς βελτιώσεις το προτεινόμενο νομοσχέδιο δεν θα δημιουργήσει δυναμικές ανάπτυξης της επιστήμης, δεν θα περιορίσει τις ανελαστικές δομές εξουσίας εντός των Α.Ε.Ι. και τις τεχνικές ιδιοποίησης του δημόσιου χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης και δεν θα συμβάλει στην αυτοτέλεια των Α.Ε.Ι. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι χωρίς παρόμοιες βελτιώσεις το προτεινόμενο νομοσχέδιο δεν θα παραγάγει ευρύτατες συναινέσεις εντός των Α.Ε.Ι. και δεν θα συμβάλει στην αλλαγή του επιστημολογικού και πολιτικού παραδείγματος της λειτουργίας τους. Μια τέτοια κατάληξη θα προδικάσει αρνητικά τη μελλοντική τύχη των επερχόμενων νομοθετικών παρεμβάσεων της Αριστεράς, θα ενισχύσει την πορεία αέναων μεταβολών του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των Α.Ε.Ι. και θα συμβάλει στην περαιτέρω εμπέδωση των υπαρχουσών δομών εξουσίας. Είναι κοινά γνωστό ότι ορισμένες από αυτές τις προτάσεις, όπως, για παράδειγμα, η κατάργηση των απολαβών από δίδακτρα, συναντούν την απόλυτη και κάθετη άρνηση της συντριπτικής πλειονότητας των πρυτάνεων. Ας τολμήσει η Αριστερά! Η χώρα έχει ανάγκη από Α.Ε.Ι. και ερευνητικά κέντρα που θα παραγάγουν και θα αξιοποιήσουν τη γνώση για τις αναπτυξιακές ανάγκες της χώρας.

 

Η ενίσχυση των αναπτυξιακών αναγκών της χώρας πρέπει σήμερα να αποτελεί το κατεξοχήν ζητούμενο για τα Α.Ε.Ι. και τα ερευνητικά κέντρα. Πέρα από τις όποιες θεσμικές παρεμβάσεις στο υπάρχον νομοσχέδιο, χρειαζόμαστε μια αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στην πολιτεία και τους θεσμούς της ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας ώστε αφενός να συμβάλουν στον σχεδιασμό των αναπτυξιακών προοπτικών της χώρας και αφετέρου να τον υλοποιήσουν. Η σχέση αυτή οφείλει πλέον να δρομολογηθεί λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πιθανές πολιτικές εξελίξεις σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, χωρίς δογματικές εμμονές «υπερήφανης εθνικής ανεξαρτησίας» vs «ευρωπαϊκών μονόδρομων». Η έρευνα πρέπει να δώσει έμφαση στα επίδικα που η κρίση ανέδειξε (διατροφική και ενεργειακή επάρκεια, κοινωνικές ανισότητες, δημόσια υγεία, μηχανισμοί πρόνοιας, περιβαλλοντική υποβάθμιση, πολιτιστική δημιουργία, κοινωνική οικονομία), στους τομείς που παρουσιάζουν μια κρίσιμη μάζα αξιόλογου ερευνητικού προσωπικού (π.χ. τεχνολογίες αιχμής, κοινωνικές επιστήμες, βιοϊατρική, αρχαιολογία) και στους τομείς που έχουμε τα πλεονεκτήματα να αναπτύξουμε (π.χ. αγροτικός τομέας, πολιτισμός, τουρισμός, βιώσιμες μορφές ενέργειας). Ας δρομολογήσει μια αριστερή κυβέρνηση τις διαδικασίες τέτοιων αναπτυξιακών σχεδιασμών με έμφαση σε αυτά τα πεδία χωρίς βέβαια να υποτιμά την αξία της επιστήμης αυτής καθαυτήν και την αυτονομία των Α.Ε.Ι.-ερευνητικών κέντρων. Χρειαζόμαστε ερευνητικά σχέδια που θα υλοποιηθούν από πολλές ευέλικτες και μεσαίου μεγέθους ερευνητικές μονάδες παρά από μεγάλες και δυσκίνητες ερευνητικά ομάδες.Τέλος, μια αριστερή κυβέρνησηοφείλει να προσεγγίσει χωρίς βιασύνες, χωρίς ενδοιασμούς, με συστηματικότητα και με μεσοπρόθεσμους σχεδιασμούς αρκετά «καυτά» ζητήματα. Ζητήματα που θα αναδειχτούν μέσα από μια ουσιαστική συζήτηση και θα καταγραφούν. Είναι βέβαιο ότι σε αυτά τα ζητήματα θα πρέπει να συμπεριλάβουμε όλες τις παραμέτρους ενός νέου επιστημολογικού και πολιτικού παραδείγματος των Α.Ε.Ι.: την εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των Α.Ε.Ι., τα πεδία και τους τομείς που θεραπεύουν, τους τρόπους διδασκαλίας, το σύστημα εισαγωγής στα Α.Ε.Ι., τη χωροταξική αναδιάρθρωσή τους, τη δημόσια χρηματοδότηση και τους σχετικούς αλγόριθμους, το καθεστώς ιδιοτέλειας και «εξαίρεσης» στις ακραίες του θεσμικές εκδοχές, τη σχέση ερευνητικών κέντρων-τριτοβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και τα εξαιρετικά καίρια προβλήματα της αυτονομίας των Α.Ε.Ι. και της εξασφάλισης μηχανισμών ελέγχου και λογοδοσίας. Για όλα αυτά απαιτούνται βέβαια πόροι που έχουν ένα δημοσιονομικό κόστος. Τα κονδύλια που απαιτούνται χρειάζεται να βρεθούν σήμερα παρά τις συνθήκες απόλυτης οικονομικής δυσπραγίας.27 Η αλλαγή επιστημολογικού και πολιτικού παραδείγματος των Α.Ε.Ι., μέσω μιας πορείας θεσμικών και δημοσιονομικών παρεμβάσεων, συνιστά μια κοινωνική αναγκαιότητα που αν δεν υλοποιηθεί στο παρόν θα απαιτήσει μελλοντικά πολλαπλάσιους δημοσιονομικούς και ανθρώπινους πόρους.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Στο προσχέδιο προεκλογικού προγράμματος που ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κυκλοφόρησε στον τύπο στις 31.8.2015, γίνεται ένας απολογισμός του έργου της κυβέρνησης για την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2015. Στην ενότητα «Ανώτατη Εκπαίδευση» (σ. 46) αναφέρονται μόνο οι παρεμβάσεις στο ζήτημα των μετεγγραφών και των συγγραμμάτων (βλ. «ΣΥΡΙΖΑ. Σχέδιο κυβερνητικού προγράμματος. Αύγουστος 2015»).

2. Κρίνοντας από τα δημοσιεύματα στον τύπο εντοπίζουμε πληθώρα προτάσεων και επεξεργασιών που διαμορφώθηκαν στον χώρο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πριν τις βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Σύνοψη αυτών των προτάσεων φέρεται να επιχειρούν οι Κ. Γαβρόγλου, Σ. Γεωργάτος και Γ. Παντής με το άρθρο τους «Lux et veritas», Η Αυγή της Κυριακής, «Ενθέματα» (11.1.2015). Για μια παλαιότερη σύνθεση των θέσεων του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για τα Α.Ε.Ι. βλ. τις 28 τροπολογίες που κατέθεσε ο Α. Αλαβάνος στο σχέδιο νόμου για τα Α.Ε.Ι. στις 5.3.2007 («Αντι-νομοσχέδιο του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. για τη λειτουργία των Πανεπιστημίων και των ΑΤΕΙ»). Εκδοχές της θεωρητικής τεκμηρίωσης των θέσεων της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς για τα Α.Ε.Ι. εντοπίζουμε στο αφιέρωμα «Η υπεράσπιση του Άρθρου 16 και η ακαδημαϊκή αναβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου» του περιοδικού Παρεμβάσεις (τχ. 11, Ίδρυμα Νίκος Πουλαντζάς, Αθήνα 2007), στο αφιέρωμα του ίδιου περιοδικού με θέμα «Το δημόσιο πανεπιστήμιο στο στόχαστρο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας» (τχ. 8, 2006) και στο παλαιότερο έργο των Α. Βρυχέα και Κ. Γαβρόγλου, Απόπειρες μεταρρύθμισης της Ανώτατης Εκπαίδευσης, Εκδόσεις Σύγχρονα Θέματα, Θεσσαλονίκη 1982.

3. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Μπάρκας (βλ. Ν. Μπάρκας, «Συμβούλια Ιδρυμάτων: Επιτέλους τέλος» (13.5.2015), https://barikat.gr/content/symvoylia-idrymaton-epiteloys-telos).

4. Ο C. Shore προσφέρει μια σύνοψη των ποικίλων μορφών νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης των Α.Ε.Ι. («Beyond the multiversity: Neoliberalism and the rise of the schizophrenic university», Social Anthropology 18(1) (2010). Πληρέστερες προσεγγίσεις προσφέρουν τα κλασσικά έργα των Bok και Readings (βλ. D. Bok, Universities in the Marketplace: The Commercialization of Higher Education, Princeton University Press, Πρίνστον, Ν.Τζ. 2003, και B. Readings, The University in Ruins, Harvard University Press, Καίμπριτζ, Μασ., 1996).

5. Βλ. Λ. Λαμπριανίδης, Επενδύοντας στη φυγή: Η διαρροή επιστημόνων από την Ελλάδα την εποχή της παγκοσμιοποίησης, Κριτική, Αθήνα 2011.

6. Για τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης στα Α.Ε.Ι. ιδιαίτερα χρήσιμα –αν και με διαφορετικές θεωρητικές αφετηρίες– είναι το άρθρα των Γ. Σταμέλου, Π. Κυπριανού, Σ. Μπαλιά και Ι. Καμαριανού, καθώς και του Α. Ζμα και του Δ. Γουβιά (A. Zmas, «Financial crisis and higher education policies in Greece: Between intra- and supranational pressures», Higher Education 69(3) (2014)· D. Gouvias, «The post-modern rhetoric of recent reforms in Greek higher education», Journal for Critical Education Policy Studies 10(2) (2012)· G. Stamelos, P. Kiprianos, St. Balias και I. Kamarianos, «State, university and knowledge in Greece: Challenges and transformations», ανακοίνωση στο CUA Annual Conference Market vs. Society? Human Principles and Economic Rationale in Changing Times, Κόρινθος, 27-29.5.2011.

7. Ο κίνδυνος επιδείνωσης των σχέσεων εξάρτησης και ενίσχυσης των δομών εξουσίας –ως αποτέλεσμα των προβλέψεων του Ν. 4007– είχαν εγκαίρως επισημανθεί από πληθώρα ακαδημαϊκών. Θα ήταν χρήσιμο να ξαναδιαβάσουμε ορισμένες ιδιαίτερα κριτικές παρεμβάσεις που έγιναν πριν την ψήφιση του Ν. 4007 (για παράδειγμα, Κ. Σταμάτης, «Προς τις κυρίες και τους κυρίους βουλευτές, Υπόμνημα επί του νομοσχεδίου για το ελληνικό πανεπιστήμιο», 4.7.2011).

8. Ε. Παπαταξιάρχης, «Η λογική των μικρών βημάτων. Από τον (αυτο)κριτικό απολογισμό στη σύνθεση ενός νέου σχεδίου για τα πανεπιστήμια», Σύγχρονα Θέματα 111 (2011).

9. Βλ. Α. Μπαλτζής και Γ. Αγγελόπουλος, «Διεθνείς κατατάξεις των ΑΕΙ: Λόγοι περί καταστροφής και θαύματος σε ένα ομιχλώδες τοπίο», Ανακοίνωση στο συνέδριο Διασφάλιση και Διοίκηση Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση, Α.Π.Θ., 20‐21.9.2012.

10. Ο Michéa έχει με σαφήνεια εντοπίσει το φαινόμενο στην περίπτωση ορισμένων ευρωπαϊκών συστημάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (J.C. Michéa, Η εκπαίδευση της αμάθειας, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2002). Ανάλογες επισημάνσεις διατυπώνονται, ήδη από τη δεκαετία του 1990, και για την περίπτωση των Η.Π.Α. (Readings, ό.π.).

11. Ο Παπαταξιάρχης είχε μιλήσει για «συνθήκες μεγάλης θεσμικής ρευστότητας, ασυνέχειας… απροσδιοριστίας» (βλ. Παπαταξιάρχης, ό.π.).

12. Η μετά το 2011 περίοδος συνεχών δομικών αλλαγών βρίσκεται σε αντίθεση με τα τεκταινόμενα των προηγούμενων 80 ετών όπου βασικά ίσχυσαν –παρά τις όποιες αναθεωρήσεις τους– δύο νομοθετικά πλαίσια για τα Α.Ε.Ι. (ο Ν. 5343/1932 και ο Ν. 1268/1982). Η διαπίστωση αυτή είναι κοινή στη σχετική με το ζήτημα βιβλιογραφία (βλ., για παράδειγμα, Ι. Πυργιωτάκης, Εκπαίδευση και κοινωνία στην Ελλάδα.: Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2001· Σ. Μπουζάκης, Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση στην Ελλάδα, Gutenberg, Αθήνα 2006).

13. Πρόκειται για μια εκδοχή της «αποθέωσης της εξατομίκευσης» που ο Θεοτοκάς ήδη από το 2003 επισήμανε ως δομικό στοιχείο των πολιτικών της Ε.Ε. στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (βλ. Ν. Θεοτοκάς, «Αξιολόγηση και διασφάλιση ποιότητας», Πολίτης 116 (2003)).

14. Παπαταξιάρχης, ό.π.

15. Οι κριτικές των διεθνών συστημάτων κατάταξης των Α.Ε.Ι. έχουν τροφοδοτήσει μια εκτενή βιβλιογραφία. Μία από τις πληρέστερες κριτικές προσφέρουν οι T. Michael, P. Perakakis, V. Trachana και S. Gialis, «Rankings are the sorcerer’s new apprentice», Ethics in Science and Environmental Politics 13 (2014).

16. Βλ. Μπαλτζής και Αγγελόπουλος, ό.π. 

17. Οι πλέον συστηματικές προσπάθειες σύνδεσης της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης με τον χώρο της έρευνας και της ανώτατης εκπαίδευσης εντοπίζονται, στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, σε δύο περιόδους. Αρχικά εντοπίζονται στην τελευταία περίοδο της βενιζελικής διακυβέρνησης (1928-1932) όταν εμπεδώνεται η πρόσληψη της επιστήμης ως πολιτικού εργαλείου και της πολιτικής ως επιστήμης. Αντίστοιχες διαδικασίες εμφανίζονται και στη δεκαετία 1955-1965 όταν οι κυβερνήσεις προωθούν τη δημιουργία εθνικών ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων. Για την περίοδο 1928-1932 βλ. Β. Μπογιατζής, Μετέωρος μοντερνισμός, Ευρασία, Αθήνα 2012.

18. Υπάρχουν βέβαια και πολλά Τμήματα, Σχολές και ολόκληρα Α.Ε.Ι. που έχουν επιβάλει δίδακτρα στα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών αποκλείοντας ταυτόχρονα τη χρήση τους για αύξηση του εισοδήματος του Δ.Ε.Π. 

19. Ο Cowen ορίζει ως «buzz» τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στα εθνικά συστήματα εκπαίδευσης θεωρώντας ως αυταπόδεικτη την επιτυχία τους στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον (βλ. R. Cowen, «The transfer, translation and transformation of educational processes: And their shapeshifting?», Comparative Education 45(3) (2009)). Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα «buzz» επιχειρήματος η όλη συζήτηση περί «ποιότητας» στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού σχεδιασμού που προωθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες η Ε.Ε. Όπως επισήμανε ο Θεοτοκάς, «στα κείμενα των Βρυξελλών για την ανώτατη εκπαίδευση η λέξη ποιότητα απαντάται εξαιρετικά πυκνά. Πουθενά, ωστόσο, στα επίσημα ντοκουμέντα δεν θα βρούμε κάποιον ορισμό αυτής της έννοιας. Δεν πρόκειται, ασφαλώς, για παράλειψη» (Θεοτοκάς, ό.π.). Η στήριξη του Ν. 4007 κατεξοχήν βασίστηκε σε «buzz» επιχειρηματολογία («διεθνείς τάσεις», «εξευρωπαϊσμός», «κοινωνία της γνώσης», «τοπικές ιδιαιτερότητες», «αποτυχία του κράτους», «αριστεία», «καλές πρακτικές αξιολόγησης» κ.λπ.). Επιτομή «buzz» επιχειρηματολογίας αναφορικά με την περίπτωση της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης συνιστά η «Αναφορά RAND» που εκπονήθηκε επί υπουργίας Άννας Διαμαντοπούλου (J. Grant, T. Ling, D. Potoglou και D.M. Culley, A Rapid Review of the Greek Research and Development System, Rand Europe, Καίμπριτζ 2011). Για μια ανάλυση των πολιτισμικών πρακτικών «buzz» επιχειρημάτων στο διεθνές περιβάλλον της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης βλ. Μ. Strathern (επιμ.), Audit Culture: Anthropological Studies in Accountability, Ethics and the Academy, Routledge, Λονδίνο 2000· S. Wright και A. Rabo, «Anthropologies of university reform», Social Anthropology 18(1) (2010).

20. Βλ. esos.gr και alfavita.gr.

21. Βλ. Shore, ό.π.

22. Υπ’ αυτή την έννοια,αρκετές από τις αναλύσεις των προηγούμενων ετών που εστίαζαν αποκλειστικά στις συνέπειες της ώσμωσης των ευρωπαϊκών συστημάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (π.χ. διαδικασίες Μπολόνια) στα ελληνικά Α.Ε.Ι., οφείλουν να διευρύνουν το πεδίο στο οποίο αναφέρονται. Αναφερόμαστε εδώ σε δημόσια Α.Ε.Ι. διότι η πλειονότητα της παρεχόμενης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις μετασοσιαλιστικές κοινωνίες –όπως και στις χώρες της Μέσης Ανατολής– παρέχεται πλέον από ιδιωτικά ιδρύματα ορισμένα εκ των οποίων αποτελούν παραρτήματα εκπαιδευτικών θεσμών των Η.Π.Α. και της Ε.Ε.

23. Επισήμανση του Ν. Κοταρίδη στη συζήτηση «Το Πανεπιστήμιο της νέας εποχής στην Ελλάδα και στον κόσμο», Η Αυγή της Κυριακής, «Ενθέματα» (30.1.2011).

24. Είναι γεγονός ότι το προτεινόμενο νομοσχέδιο δεν περιορίζεται στα επείγοντα αλλά παρεμβαίνει σε πληθώρα ειδικών θεμάτων της λειτουργίας των Α.Ε.Ι. και των ερευνητικών κέντρων. Επισημαίνουμε την ύπαρξη διαφορετικών προσεγγίσεων από τον χώρο της Αριστεράς που τόνισαν την ανάγκη μιας διαφορετικής πορείας (Παπαταξιάρχης, ό.π.).

25. Οι προβλέψεις αυτές είναι πιο συγκεκριμένες για ζητήματα που αφορούν την πρωτοβάθμια, τη δευτεροβάθμια και τη μεταλυκειακή τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση. Οι αναφορές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι περιορισμένες και ενέχουν γενικόλογες «buzz» αναφορές (π.χ. «βέλτιστες πρακτικές της Ε.Ε. και των χωρών του Ο.Ο.Σ.Α.») καθώς και αναφορές σε προβλέψεις που προς το παρόν υπάρχουν, ακόμα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ως ασκήσεις επί χάρτου. 

26. Βλ., για παράδειγμα, Γαβρόγλου, Γεωργάτος, Παντής, ό.π.

27. Θα ήταν χρήσιμο, για παράδειγμα, να γίνει μια ευρύτατη και κεντρικά σχεδιασμένη αξιοποίηση των προγραμμάτων επαναπατρισμού των νέων ερευνητών που χρηματοδοτεί η Ε.Ε. (π.χ. Marie Curie).

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 29 (09.2015)