«ελληνικό όνειρο»: κριμαία, ο επίγειος παράδεισος του ποτέμκιν (α΄)

 

Η παρακαταθήκη του Πρίγκιπα, η ρωσική εξωτερική πολιτική,
και οι ρίζες για τις βαθιές ιστορικές ρωγμές που εμποδίζουν,
ακόμα και σήμερα, την καθιέρωση μιας διαχρονικής και πανευρωπαϊκής ειρήνης

 

Γιώργος Ρεγκούκος

 

Γκριγκόρι Αλεξάντρ(οβ)ιτς Ποτέμκιν-Ταβρίτσκεσκι. Άλλοτε ο «Γκιαούρης» της Μεγάλης Αικατερίνης, άλλοτε ο «Αλκιβιάδης» της Ρωσικής Αυλής, μα πάντοτε ο «Γαληνότατος Πρίγκιπας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας».1 Το όνομά του –«Ποτέμκιν»– είχε για πολλά χρόνια εξαφανιστεί από τα ιστορικά βιβλία, παρόλο που μεσουράνησε κατά την εποχή που η Ρωσική Αυτοκρατορία πήρε τη θέση της ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις.2 Ενώ, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν ο μυστικός σύζυγος της Μεγάλης Αικατερίνης, σήμερα τον θυμόμαστε εν πολλοίς χάρη στο ανυπέρβλητο κινηματογραφικό αριστούργημα του Σεργκέι Μιχάηλοβιτς Αϊζενστάιν. Ωστόσο θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως αυτό ήταν ένα «ευτυχές ατύχημα» της ιστορίας, καθώς η λέξη «Ποτέμκιν» φέρνει στο μυαλό εικόνες παραδόξως σχετικές με το χαρακτήρα και την πολιτική στάση του πρίγκιπα Γκριγκόρι Αλεξάντροβιτς. Μέσα από το φθόνο, την πικρία και την καταδίκη των αντιπάλων του, μέσα από τα αρχεία ο «προοδευτικός» Ποτέμκιν και ο «ιστορικός» του χαρακτήρας – έμπλεος μιας βαθιά ανθρωπιστικής ιδεολογίας. 

Η μεγαλύτερη κατηγορία που του αποδίδεται –άδικα– είναι πως δεν υπήρξε παρά ο «ευνοούμενος» μιας νυμφομανούς –όπως εξίσου άδικα πιστεύεται– αυτοκράτειρας. Αντίθετα, χάρη στον Ποτέμκιν η Ρωσία πραγματοποιεί, χοντρικά μεταξύ των ετών 1768 και 1795, τη θεαματικότερη περίοδο αυτοκρατορικής επέκτασης στη μακρά ιστορία της. Ο ίδιος ο Ποτέμκιν προΐσταται αυτής, έως το θάνατό του το 1791. Κατά την ισόβια θητεία του ως το «δεξί χέρι» της Μεγάλης Αικατερίνης, τόσο σε προσωπικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο, ο Γκριγκόρι Ποτέμκιν στεριώνει με γερά θεμέλια τη ρωσική παρουσία στην Ανατολική Ευρώπη. Τεράστιες εκτάσεις, που σήμερα ανήκουν στην Ουκρανία, την Πολωνία, τη Ρουμανία και τη Μολδαβία, θα προσκολληθούν στα δυτικά σύνορα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, αυξάνοντας την επιρροή της και εκτοξεύοντάς την δια παντός στον αστερισμό των Μεγάλων (Αυτοκρατορικών) Δυνάμεων. Θα μπορούσαμε να πούμε, χωρίς υπερβολή, πως ο Ποτέμκιν ουσιαστικά ολοκλήρωσε το έργο του Μεγάλου Πέτρου. 

Βέβαια, η μετεωρική του άνοδος οφείλεται αναμφίβολα στην ευγνωμοσύνη, τη γενναιοδωρία και κυρίως την οξυδέρκεια της Αικατερίνης. Ο Ποτέμκιν ωστόσο, σε αντίθεση με άλλους «ευνοούμενους» που μοιράστηκαν το αυτοκρατορικό κρεβάτι πριν ή έπειτα από εκείνον (ίσως με την εξαίρεση του Γκριγκόρι Ορλόφ, παρότι ο αδελφός του Αλεξέι ήταν ο ισχυρός πολιτικός άνδρας της οικογένειας), εργάστηκε σκληρά για το συμφέρον της Αυτοκρατορίας. Ακόμα και οι εχθροί του –μια ομάδα ισχυρών παραγόντων που υπήρξε εξαιρετικά πολυπληθής– αναγνώριζαν πως τον διακατείχε ένα οξύτατο πνεύμα. Το μυαλό του εργαζόταν ακατάπαυστα παράγοντας εμπνευσμένα οράματα για μια νέα Ευρώπη βασισμένη στις αρχές του Ουμανισμού και του Διαφωτισμού, ή της Πεφωτισμένης Μοναρχίας – που αποτελούσε άλλωστε και το προοδευτικότερο ίσως πολιτικό ρεύμα πριν από τη Γαλλική Επανάσταση.3 Αφιερωμένος ψυχή τε και σώματι στην πολιτική αλλά και την πολιτιστική ζωή της χώρας, με φανερό και ουσιαστικό ενδιαφέρον για τη μοίρα «των πολλών», των κολίγων, των απλών στρατιωτών, των διαφόρων εθνοτικών ομάδων που απάρτιζαν την Αυτοκρατορία, ο Ποτέμκιν –ο επονομαζόμενος και «Κολοσσός», λόγω του μεγάλου ύψους του– ταξίδεψε στο εσωτερικό της Ρωσίας όσο κανένας, συμπεριλαμβανομένου και του Μεγάλου Πέτρου, του ακούραστου εκείνου παραδείγματος «περιπατητικής μοναρχίας» κατά τη Νεότερη Περίοδο. 

Η εργασιομανία (και δευτερευόντως ο ηδονιστικός τρόπος ζωής του) εξάντλησε τον οργανισμό του Ποτέμκιν νωρίς (όπως άλλωστε και του Γουλιέλμου Πητ και άλλων πολιτικών της γενιάς του). Πέθανε στο πλάι ενός επαρχιακού δρόμου, θα λέγαμε την ώρα του καθήκοντος, ενόσω εργαζόταν στο πλαίσιο ενός μεγαλόπνοου σχεδίου που αποτελούσε κίνητρο σε κάθε κίνησή του, μικρή ή μεγάλη. Για τον Ποτέμκιν τα χρήματα και οι τίτλοι, η εξουσία, υψηλές ή ταπεινές γνωριμίες, τα πάντα βρίσκονταν στην υπηρεσία του «Ελληνικού Ονείρου»: η παρακαταθήκη που έμελλε να καθορίσει τη ρωσική εξωτερική πολιτική για δύο σχεδόν αιώνες και ο λόγος για τον οποίο σήμερα η Ρωσική Ομοσπονδία, προσπαθώντας να ανακτήσει τη χαμένη της αξιοπρέπεια και μια θέση στη γεωπολιτική σκηνή του 21ου αιώνα, ρίχνει το βλέμμα της προς το νότο. 

Στο μυαλό του Ποτέμκιν, αυτοκρατορική επέκταση, οικονομική ανάπτυξη και στρατιωτική δόξα, πολιτισμός, τέχνες, «πρόνοια» και θρησκεία ήταν αλληλένδετα. Την ημέρα του θανάτου του, την ημέρα που έμεινε ανολοκλήρωτο το μεγάλο Έργο, το ημερολόγιο έδειχνε 5/16 Οκτώβρη του έτους 1791. 

Ο Χρόνος, με αφορμή την επερχόμενη επέτειο 224 χρόνων από το θάνατό του, επιχειρεί μια ιστορική αναδρομή-ανάλυση της πολιτικής του Ποτέμκιν στην Κριμαία. Το παρόν άρθρο αποτελεί το πρώτο από μια σειρά τριών παρεμβάσεων. Ανάμεσα στις γραμμές που ακολουθούν ίσως να διαφανούν κάποιες από τις βαθιές ιστορικές ρωγμές που εμποδίζουν, ακόμα και σήμερα, την καθιέρωση μιας διαχρονικής και πανευρωπαϊκής ειρήνης.

 

Το «Ελληνικό Όνειρο»: Ποτέμκιν και Αικατερίνη

Στα μέσα του 18ου αιώνα, η Κριμαία αποτελούσε «το απόστημα στο πρόσωπο» της Αικατερίνης, κατά την προσφιλή έκφραση του Ποτέμκιν – μονάχα που ο ίδιος διέβλεπε τις δυνατότητες που υπήρχαν για να μετατραπεί από «απόστημα» σε «στέμμα». Το ζήτημα είχε προσωπικές προεκτάσεις: ο πάντοτε φιλόδοξος Ποτέμκιν –τσάρος σε όλα πέρα από τον τίτλο– επιθυμούσε η Κριμαία να γίνει ο δικός του «επί γης παράδεισος». Η κριμαϊκή χερσόνησος δεν ήταν απλά ένας πανέμορφος τόπος αλλά κι ένα κοσμοπολίτικο διαμάντι, ένα αρχαίο σταυροδρόμι που δέσποζε επάνω στον Εύξεινο Πόντο. Αρχαίοι Έλληνες, αλλά και Γότθοι, Ούννοι, Βυζαντινοί, Χαζάροι, Εβραίοι (που έπειτα θα ονομάζονταν «Καραΐμ»), Γεωργιανοί, Αρμένιοι, Γενοβέζοι και Τούρκοι, όλοι πέρασαν από αυτό το κομμάτι γης που ουσιαστικά δεν ανήκε σε κανέναν. 

Η γένεση του μεγαλόπνοου σχεδίου που έμελλε να παραμείνει στα ιστορικά βιβλία με το όνομα «Ελληνικό Όνειρο» αποτελεί ένα σπάνιο παράθυρο στον τρόπο με τον οποίο Αικατερίνη και Ποτέμκιν συνεργάζονταν αγαστά για το καλό της Αυτοκρατορίας. Ο ανερχόμενος προσωπικός γραμματέας της Αικατερίνης, ο Αλεξάντρ Μπεζμπορόντκο, αποτελούσε το τρίτο στέλεχος αυτής της παράξενης «τρόικα» που καθόριζε την εξωτερική και εσωτερική πολιτική της Ρωσίας. Το 1780 ο Μπεζμπορόντκο συνέθεσε ένα προσχέδιο για τη στρατηγική προσέγγιση του «Ονείρου» με τίτλο «Σημείωμα για την Πολιτική Κατάσταση». Το κείμενο αυτό έχει, εσφαλμένα, οδηγήσει πολλούς ιστορικούς να πιστώσουν τον Μπεζμπορόντκο με την έμπνευση του «Ονείρου». Όμως αυτό είναι μια λανθασμένη εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η «τρόικα». Ο Ποτέμκιν είχε εμπνευστεί το «Ελληνικό Όνειρο» πριν ακόμα φτάσει ο Μπεζμπορόντκο στην Αγία Πετρούπολη για ν’ αναλάβει καθήκοντα. Υπάρχουν πολλές ενδείξεις γι’ αυτό, όπως η υποστήριξη που παρείχε στον Ευγένιο Βούλγαρη, το όνομα που επέλεξε για τον δευτερότοκο γιο του διαδόχου Παύλου4 και η ίδρυση της πόλης Χέρσον το 1778. Το «Σημείωμα» του Μπεζμπορόντκο αποτελούσε ουσιαστικά μια μελέτη γενικής στρατηγικής στη βάση μιας ιστορικής αναδρομής/ανάλυσης/επεξήγησης των σχέσεων Βυζαντινών-Οθωμανών-Ρώσων από τον 10ο αι. και μετά. Είναι σαφές πως η Αικατερίνη και ο Ποτέμκιν ήθελαν να δουν κατά πόσο το «Ελληνικό Όνειρο» μπορούσε να γίνει πραγματικότητα. Ο Ποτέμκιν, αιώνιος οραματιστής, συνέχιζε να ονειρεύεται και ο Μπεζμπορόντκο είχε την ευθύνη της πρακτικής εφαρμογής των σχεδίων που επεξεργάζονταν ο Γαληνότατος με την αυτοκρατορική του σύντροφο.5

Το πρώτο βήμα προς την εφαρμογή του «Ελληνικού Ονείρου» ήταν η καθιέρωση μιας πολιτικής επαναπροσέγγισης με την Αυστρία. Οι δύο πλευρές είχαν ήδη κάνει αρκετά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, προσπαθώντας να επουλώσουν τις πληγές που είχε ανοίξει στις μεταξύ τους σχέσεις η στάση της Αυστρίας κατά τον Πρώτο Ρωσο-τουρκικό Πόλεμο. Ο Άγιος Ρωμαίος Αυτοκράτορας και συγκυβερνήτης (μαζί με την αειθαλή μητέρα του Μαρία-Θηρεσία) της αυτοκρατορίας των Αψβούργων Ιωσήφ Β΄ επιθυμούσε να προσθέσει τη Βαυαρία στην επικράτειά του προκειμένου να της προσδώσει πιο συμπαγή μορφή. Είχε ήδη επιχειρήσει την κατάκτηση της περιοχής με επιχειρησιακά μέσα, πολιτική που οδήγησε στον ατελέσφορο «Πόλεμο της Πατάτας» ενάντια στην ανερχόμενη δύναμη της Πρωσίας.6

Προκειμένου να επικεντρωθεί στην Κεντρική Ευρώπη, ο Ιωσήφ χρειαζόταν να εξασφαλίσει μια συμμαχία στην Ανατολή, καθώς και να «γοητεύσει» τη Ρωσία, αποσπώντας την από την φιλοπρωσική πολιτική που ακολουθούσε από την εποχή του Πέτρου Γ΄.7 Για την Αικατερίνη και τον Ποτέμκιν, οι βλέψεις του Ιωσήφ ταίριαζαν στην εντέλεια με τη νέα εξωτερική πολιτική της Ρωσίας. Πίστευαν σωστά πως, παρά τις αντιδράσεις της Μαρίας-Θηρεσίας (η οποία απεχθανόταν την Αικατερίνη, ως μια νυμφομανή βασιλοκτόνο), ο Ιωσήφ μπορούσε να «χρησιμοποιηθεί» προς όφελος του μεγάλου σχεδίου. 

Ποιες ήταν όμως οι βασικές αρχές αυτού του κολοφώνα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής; Βασιζόμενος σ’ ένα μείγμα αρχαίας ιστορίας, ορθόδοξης θεολογίας και της ίδιας του της ρομαντικής φαντασίας, ο Ποτέμκιν, από τις αρχές της δεκαετίας του 1770, είχε εμπνευστεί ένα σύμπλεγμα πολιτιστικού προγράμματος, γεωπολιτικού συστήματος και προπαγανδιστικής πολιτικής που αποκαλούσε φυσικά «Ελληνικό Σχέδιο», εφόσον απέβλεπε στην πραγματοποίηση του «Ελληνικού Ονείρου». Το σχέδιο συμπεριελάμβανε τη βίαιη ανά/κατά-κτηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Έτσι, όταν η μεγάλη δούκισσα Μαρία Φιοντόροβνα, σύζυγος του διαδόχου Παύλου, γέννησε τον δεύτερο γιο της οικογένειας, Αικατερίνη και Ποτέμκιν αποφάσισαν πως το αγόρι θα πάρει το όνομα του πρώτου –μα και του τελευταίου– βυζαντινού αυτοκράτορα. 

Η Αικατερίνη προόριζε τον μεγάλο δούκα Κωνσταντίνο για το αξίωμα του αυτοκρατορικού θρόνου της Κωνσταντινούπολης. Για το σκοπό αυτόν, προσέλαβε μια ελληνίδα τροφό ονόματι Ελένη και επέμενε στο να γαλουχηθεί το παιδί με την ελληνική παιδεία. Ο Ποτέμκιν παρακολουθούσε στενά την ανατροφή των παιδιών του διαδόχου και επέβλεπε προσωπικά την εκπαίδευσή τους: «Θα ήθελα να σου υπενθυμίσω», έγραψε στην Αικατερίνη, «πως όταν [τα παιδιά] μαθαίνουν γλώσσες, τα Ελληνικά πρέπει να έχουν προτεραιότητα. Η ελληνική είναι η βάση όλων των άλλων γλωσσών. [...] Μου αναφέρεις πως διαβάζουν τα Ευαγγέλια στα Λατινικά. Η ελληνική γλώσσα θα ήταν πιο κατάλληλη, αφού είναι και η γλώσσα του πρωτοτύπου». Παρόλο που ο ρομαντικός νεοκλασικισμός της εποχής αποτελούσε τη βάση της παιδείας των περισσότερων ευρωπαίων ευγενών, η Αικατερίνη και ο Ποτέμκιν είχαν σίγουρα τάση στην υπερβολή. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς το ζευγάρι άρχισε να συζητάει την αναγέννηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, γνωρίζουμε όμως πως το προσωνύμιο «Γκιαούρης» για τον πρίγκιπά της το έδωσε η Αικατερίνη από τον πρώτο κιόλας μήνα της σχέσης τους. 

Το μεγαλύτερο εμπόδιο που έπρεπε να υπερβεί το δυναμικό αυτό ζευγάρι ήταν η επιρροή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Κριμαία. Στα τέλη του 18ου αιώνα, η Υψηλή Πύλη διοικούσε ακόμα ένα ισχυρό κράτος, τουλάχιστον σε όρους ανθρώπινου δυναμικού. Στο μεγάλο γεωπολιτικό παιχνίδι των Δυνάμεων, ο αιώνας αυτός –και ειδικά οι δεκαετίες μεταξύ 1770 και 1790– σηματοδοτούσε την εποχή που οι παλαιές αυτοκρατορίες έδιναν τη θέση τους σε νέες. Ενόσω οι πρώτες παρήκμαζαν, οι τελευταίες επεκτείνονταν. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαμε να πούμε πως οι εμπόλεμες συρράξεις μεταξύ τους συνέβαιναν στα σημεία εκείνα που οι «κατιούσες» συναντούσαν τις «ανιούσες». Όσο για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, δεν αποτελούσε ακόμη τον «μεγάλο ασθενή της Ευρώπης» πάνω από το νεκροκρέβατο του οποίου ξέσπασε ο Α΄ ΠΠ, ούτε όμως ήταν, σε καμία περίπτωση, ακμάζουσα.

Αρχής γενομένης από το 1453, η Οθωμανική Αυλή γλιστρούσε όλο και περισσότερο στο δρόμο του Βυζαντίου. Ανακτορική διαπλοκή, ενδημική διαφθορά και έλλειψη υποδομών είναι μονάχα μερικοί από τους λόγους για τους οποίους ο σουλτάνος και η αυτοκρατορική διοίκηση δεν μπορούσαν πλέον να βασίζονται στη στρατιωτική δύναμη. Έτσι λοιπόν, μετέτρεψαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε μια «Ευρωπαϊκή Δύναμη». Τρόπον τινά κατάφεραν να αντιστρέψουν το πασίγνωστο κλαουζεβιτσιανό μοντέλο: η διπλωματία ήταν η συνέχιση της πολέμου με άλλα μέσα.8 Η άνοδος της Ρωσίας είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξουν άρδην οι προτεραιότητες των Οθωμανών στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής – Γαλλία, Πρωσία, Αυστρία και Σουηδία έγιναν δυνητικά σύμμαχες δυνάμεις της Υψηλής Πύλης. Η συμφωνία που τους πρότεινε ήταν απλή: καθεμιά από τις δυνάμεις θα προσέφερε στην Κωνσταντινούπολη οικονομική βοήθεια με αντάλλαγμα τη δράση της ως ανάχωμα ενάντια στη Ρωσία. Οι Οθωμανοί πίστευαν –ορθά– πως καμία από τις Δυνάμεις αυτές δεν θα επέλεγε ουδετερότητα αφήνοντας την Αικατερίνη να απορροφήσει τα ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 

Για τον Ποτέμκιν, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν σαν «μια καλλονή που έχει γεράσει, αλλά αρνείται να το παραδεχτεί». Από την άλλη, ο στόχος δεν ήταν εύκολος. Πέρα από το τεράστιο ανθρώπινο δυναμικό, ο σουλτάνος μπορούσε να βασίζεται στο φανατισμό που εμπνέει το Ισλάμ. Από την άλλη, η Αικατερίνη είχε εντυπωσιαστεί από το φιλόδοξο «Ελληνικό Όνειρο» του πρίγκιπά της. Εκείνος είχε τεράστιες γνώσεις βυζαντινής θεολογίας. Οι δυο τους –όπως όλοι οι ευρωπαίοι αριστοκράτες– είχαν μεγαλώσει με τους κλασικούς, από τον Πλούταρχο έως τον Τάκιτο – εξού και το προσωνύμιο «Αλκιβιάδης» που κατά καιρούς χρησιμοποιούσε η Αυλή για τον Ποτέμκιν. Εκείνος ήξερε καλά ελληνικά, εκείνη καθόλου. 

Αξίζει να σημειωθεί πως οι ρομαντικοί κλασικιστές του 18ου αιώνα δεν διάβαζαν απλώς για τη δόξα του αρχαίου κόσμου, μα προσπαθούσαν να την αναβιώσουν. Ο Ποτέμκιν έχτιζε σχεδόν αποκλειστικά σε νεοκλασικό ρυθμό, «όπως οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι». Ακόμα και η ορντινάτσα του, ο Ζάχαρ Κονσταντίνοφ, ήταν Έλληνας. Με τη χαρακτηριστική του θέρμη, σπουδή και αποτελεσματικότητα, ο Ποτέμκιν αποφάσισε να γίνει ειδικός και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όμως, πέρα από τους Οθωμανούς και τους Αυστριακούς, έπρεπε να ξεπεράσει ένα τελικό εμπόδιο στο δρόμο προς το Νότο: το υπάρχον βασίλειο της Κριμαίας. Για έναν φιλέλληνα κλασικιστή όπως ο πρίγκιπας Ποτέμκιν, η Κριμαία ήταν ο τόπος όπου βρίσκονταν τα ερείπια της αρχαίας Χερσονήσου, ο ναός της μυθικής Ιφιγένειας. Όμως αυτό που τον ενδιέφερε κυρίως ήταν η στρατηγική θέση της και η ιστορία της ως το οχυρό των Μογγόλων που τρομοκρατούσαν τη Ρωσία επί τρεις αιώνες. 

Το λεγόμενο «Χανάτο της Κριμαίας» φάνταζε αρχαϊκό ακόμα και το 1780. Είχε ιδρυθεί το 1441 από τον πρώτο Χάνο-βασιλέα της δυναστείας των Τζιρέυ –απογόνων του Τζένγκις Χαν–, ο οποίος αποσπάστηκε από τη Χρυσή Ορδή – τη Μογγολική Αυτοκρατορία του Βορρά. Ο διάδοχός του, ο Μένγκλι, αναγνώρισε την επικυριαρχία της Οθωμανική Αυτοκρατορίας, διατηρώντας μεγάλο βαθμό αυτονομίας. Έκτοτε η συνύπαρξη των δύο κρατών βασιζόταν στην αμοιβαία εξυπηρέτηση γεωπολιτικών συμφερόντων. Ο στρατός των Τατάρων φύλαγε τα βόρεια σύνορα της Αυτοκρατορίας, επέβλεπε τον Πόντο και προμήθευε τους συμμάχους του με σταθερή ροή στιβαρών ξανθών σκλάβων από τις σλαβικές στέπες, τροφοδοτώντας τις γαλέρες και τα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης. 

Επί τρεις αιώνες λοιπόν, το Χανάτο της Κριμαίας αποτελούσε ένα από τα ισχυρότερα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης και το ιππικό του θεωρούνταν ευρέως ως το καλύτερο της ηπείρου. Στο απόγειο της ακμής του, τα σύνορά του ξεπερνούσαν κατά πολύ τη χερσόνησο της Κριμαίας: ο Χάνος εξουσίαζε μια τεράστια έκταση που περιελάμβανε από την Τρανσυλβανία και μέρος της Πολωνίας ως το Αστραχάν και το Καζάν. Στο βορρά, η δύναμή του εκτεινόταν σχεδόν ως τα μισά του δρόμου προς τη Μόσχα. Ακόμα και την εποχή του Ποτέμκιν, το ισλαμικό αυτό βασίλειο ήλεγχε από τις στέπες του Κουμπάν στην Ανατολή ως τη Βεσαραβία στη δύση, από το νότιο άκρο της Κριμαίας ως το Ζαπαρόζιε στο βορρά. Κοντολογίς, όλη την περιοχή που χώριζε τη Ρωσία από τον Εύξεινο Πόντο. Όμως οι κρατικές δομές του Χανάτου ήταν, σε τελική ανάλυση, ελαττωματικές: η μοναρχία δεν ήταν κληρονομική, αλλά αιρετή. Κάτω από την οικογένεια του Τζιρέυ βρίσκονταν οι μούρζα, απόγονοι ταταρικών δυναστειών, οι οποίοι εξέλεγαν πότε τον ένα Τζιρέυ Χάνο, πότε τον άλλο (όχι απαραίτητα τον γιο του πρώτου) ως διάδοχο, τον λεγόμενο Καλγκάι Χαν. Επιπλέον, μεγάλο ποσοστό των υπηκόων του Χανάτου ήταν οι ανεξέλεγκτοι νομάδες του Καγκάι. Ουσιαστικά ο Χάνος δε μπορούσε να διοικήσει παρά μονάχα σε περίοδο πολέμου. Ο Ποτέμκιν, όπως πάντοτε οξυδερκής σε γεωπολιτικά ζητήματα, χρειαζόταν την κατάλληλη αφορμή για να δράσει: ξαφνικά, το 1771, ο Καλγκάι Χαν του την προσέφερε. 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Στη Ρωσία ο τίτλος του πρίγκιπα παραδοσιακά ανήκε κληρονομικώ δικαιώματι μονάχα στους επιγόνους των μεγάλων πριγκιπικών οικογενειών του Μεσαίωνα, πρωταρχικά των Ρουρικιδών (Μούσκοβι) και των Γενιμιδών (Λιθουανία). Σεβόμενοι την παράδοση, οι περισσότεροι μονάρχες μέχρι την εποχή της Μεγάλης Αικατερίνης ζητούσαν από τον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας να ονομάσει τους ευνοούμενούς τους «πρίγκιπες». «Γαληνότατος», σύμφωνα με το πρωτόκολλο, είναι ο τρόπος που απευθύνεται κανείς σε πρίγκιπες της ΑΡΑ. Όμως στη Ρωσία της Αικατερίνης, όταν κάποιος έλεγε Serenissimus –παρά το γεγονός πως υπήρχαν πολλοί, όπως ο Ορλόφ για παράδειγμα– θα μπορούσε να εννοεί μονάχα έναν: τον Ποτέμκιν.

2. Ο Γαληνότατος υπήρξε ένα από τα πολλά θύματα της ρωσικής πρακτικής του damnatio memoriae, κυρίως επειδή οι απόγονοι της Αικατερίνης ήθελαν να απαλείψουν κάθε υπόνοια για την πατρότητα του Παύλου Α΄. Ο Παύλος ήταν πιθανότατα γιος της από τον Σ. Β. Σαλτικόφ. Αποκύημα της πολιτικής των Ρομανόφ, η σπίλωση του ονόματος «Ποτέμκιν» για αιώνες συνεχιζόταν στις σελίδες ιστορικών μελετών: ίσως γι’ αυτό δεν διορθώθηκε ποτέ και η μεταγραφή του ονόματος στα ελληνικά: η ρωσική προφορά είναι «Πατιόμκιν», παρά «Ποτέμκιν».

3. Το πρώτο ευρωπαϊκό μορατόριο κατά της θανατικής ποινής στα Νεότερα και Σύγχρονα Χρόνια επεβλήθη από την Ελισάβετ το 1745 και διήρκεσε έντεκα χρόνια. Η ποινή καθεαυτή ουσιαστικά καταργείται από την Αικατερίνη με τη Νακάζ (Αυτοκρατορική Διαταγή) του 1767, εκτός από περιπτώσεις ιδιαίτερα ειδεχθών εγκλημάτων (για παράδειγμα, προδοσία ή εξέγερση). Αυτή η πολιτική συνεχίστηκε στην κατά πολλούς «σκοταδιστική» και «πρωτόγονη» Ρωσία από τους επιγόνους της Αικατερίνης.

4. Ο διάδοχος του αυτοκρατορικού θρόνου Μέγας Δούκας Παύλος –ο μελλοντικός Παύλος Α΄– μισούσε θανάσιμα τον Ποτέμκιν. Παρ’ όλα αυτά, επικεφαλής της αυτοκρατορικής οικογένειας παρέμενε η Αικατερίνη, η οποία πάντοτε συζητούσε τις αποφάσεις της με τον «Γκιαούρη» σύζυγό της.

5. Μάλιστα ο γραμματέας έμελλε να δηλώσει, φυσικά μετά το θάνατο του Ποτέμκιν, πως ο Πρίγκιπας ήταν «εξαίρετος στο να κατεβάζει ιδέες όταν η εφαρμογή τους επαφιόταν σε κάποιον άλλο». Δεδομένης της πορείας και της παρουσίας του Ποτέμκιν στην Κριμαία, αυτή η εκτίμηση είναι κάπως υπερβολική.

6. Οι εντάσεις μεταξύ Αυστρίας και Πρωσίας εντείνονταν όσο διαφαίνονταν οι γεωπολιτικές συνθήκες για την ύπαρξη –στο μέλλον– μιας ενωμένης Γερμανίας. Ο «Πόλεμος της Πατάτας» παίρνει την ονομασία του από το γεγονός πως δεν οδήγησε πουθενά ει μη μόνον στον αποκλεισμό των στρατιωτών στις Άλπεις μέσα στο καταχείμωνο. Μην έχοντας προμήθειες, έσκαβαν τη γη για να βρουν πατάτες.

7. Ο θάνατος του Μεγάλου Πέτρου ανέτρεψε τις εύθραυστες ισορροπίες που είχαν αναδείξει τη Ρωσία σε Μεγάλη Δύναμη. Επί τρεις γενιές, Αυτοκράτορες ετεροκαθορίζονταν με βάση το πόσο προσφιλής ή απεχθής τους ήταν ο Φρειδερίκος ο Μέγας και το πρωσικό μοντέλο διοίκησης.

8. Παρακάμπτουμε προς στιγμήν τις όποιες ενστάσεις για τη μετάφραση του mit (Einmischung) anderer Mitteln. Άλλωστε στα ελληνικά οι εννοιολογικές επιπτώσεις της λέξης mit δεν είναι τόσο σοβαρές όσο, για παράδειγμα, στα αγγλικά ή στα γαλλικά.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 30 (10.2015)