ο νώε και η κιβωτός των φίλων

 

Γιώργος Χουλιάρας

 

Ακούραστα συγκέντρωνε –με βοηθά το όνομά του να δω– νέους φίλους, εικόνες, μυρουδιές, αισθήματα, σκέψεις σε μια ονειρική Κιβωτό σε ζεύγη, από τα οποία, μετά από κάθε κατακλυσμό, θα μπορούσαν να ξαναγεννηθούν η Ελλάδα και ο κόσμος.

Και έτσι βρεθήκαμε, γνωστοί και άγνωστοι μεταξύ μας φίλοι, στο Φίλιον, το βράδυ της τελευταίας Δευτέρας του δωδέκατου μήνα, αν και δέκα παραμένει το όνομά του, αφού Μάρτιο άρχιζε άλλοτε το ημερολόγιο, πριν μεταβούμε στον διπρόσωπο μήνα και φύλακα Εισόδων και Εξόδων, που οι πύλες του γνωστότερου ναού του στην αρχαία Ρώμη ήταν κλειστές μόνον σε περιόδους ειρήνης, δηλαδή ίσως ποτέ για εμάς.

Ο Νώε Παρλαβάντζας, ποιητής της ζωής και δημοσιογράφος της ΕΡΑ, οι εκπομπές του οποίου δημιούργησαν ένα «δίκτυο χωρίς σύνορα»» για τους Έλληνες παντού και πάντοτε, υπήρξε ένας ανιδιοτελής και γενναιόδωρος εμψυχωτής και εχθρός της καθημερινότητας, όπως τον αποκάλεσε η ανιψιά του Μήτσου, νομίζω.

Σπάνιο για Έλληνα μετά το 1922, δεν ήταν διασποροφοβικός ούτε ομογενειολάγνος. Συνέδεε τους ανθρώπους και προκαλούσε συνέργειες με χιούμορ και υπερβολή, καθώς  υπερέβαλε εαυτόν ως εθνολόγιος –θα έπρεπε να πούμε– στη γραμμή πτήσης Αγγέλων όπως ο Σικελιανός και στο πνεύμα εθνολόγων όπως ο γεννημένος Δεκαπενταύγουστο στην Ιθάκη Παναγής Λεκατσάς.

Γεννημένος Χριστούγεννα, ο Νώε, ποιήματα του οποίου διάβασαν η Ευαγγελία και η Ευδοκία και τίμησε ο Κωστής, ήταν το εκτόπισμα μιας φωνής και η διαρκής υλικότητα του άυλου που συναποτελούν τη μαγεία του ραδιοφώνου, που λόγω μιας συνέντευξης υπήρξε άλλωστε η αφορμή τηλεγνωριμίας και φιλίας μας έκτοτε.

Δεν είμαι εγώ η Μαρία (του ποιήματος), είπε η Μαρία. Και η Δήμητρα και η Ελένη και άλλοι έκλαιγαν, ενώ ο Θέμης έκανε ότι σκούπιζε τα γυαλιά του, καθώς ο Μήτσος σκόρπιζε στα βιντεοσκοπημένα νερά του Κορινθιακού την τέφρα του νεκρού Ιούνιο του 2011, μήνα της Ήρας λατινοπρεπώς. Έριξε και τον αμφορέα, που είχε φέρει τις στάχτες από τη Βουλγαρία. Για τα χταπόδια.

Επέστρεφα οδηγώντας, συνέχισε ο Μήτσος, όταν μου τηλεφώνησε από άλλο αυτοκίνητο ο Νώε, ήδη πολύ άρρωστος, ότι θα έκαναν παράκαμψη προς το αρχαίο θέατρο και οπωσδήποτε να ακολουθήσω. 

Ανεβαίνοντας πέντε χιλιόμετρα τον φιδωτό δρόμο, δεξιά βρίσκεται μυκηναϊκή Ακρόπολη, ενώ αριστερά η αρχαία Αιγείρα, με το θέατρό της και ναό και τετράγωνες τομές Αυστριακών αρχαιολόγων που αναζητούν τα ιερά που περιγράφει ο Παυσανίας. Καλό είναι να μην το επιχειρήσετε με τακούνια, συμβουλεύουν οι οδηγοί. Πεύκα και ελαιόδεντρα φλερτάρουν με το βλέμμα που κατεβαίνει προς τη θάλασσα πριν ανασηκωθεί να δει απέναντι τα Στερεά βουνά.

Ο Διονύσης, που κάπνιζε έξω από την τζαμαρία όταν τελειώσαμε, θυμήθηκε ιστορίες με γιλέκα και ραβανί από την Αμπχαζία. Πιάσαμε κουβέντα για Νέα Υόρκη και  Καύκασο, Κλίντον και Μέρκελ, Κουαζίμοντο και Τζιαμπατίστα Βίκο. Λες και ο Νώε ήταν παρών, όπως στου καθενός μας την Κιβωτό μαζεύονται οι νεκροί αγαπημένοι.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 32 (12.2015)