ευρωκομμουνισμός: εγχείρημα αναστοχασμού και ανανέωσης της ευρωπαϊκής αριστερής ταυτότητας

 

Ο διδάκτωρ Συγκριτικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου και συγγραφέας
Γιάννης Μπαλαμπανίδης μιλά στον Θανάση Μήνα για το βιβλίο του
Ευρωκομμουνισμός. Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά
(εκδ. Πόλις)

Θανάσης Μήνας, Γιάννης Μπαλαμπανίδης

 

Θανάσης Μήνας: Ας ξεκινήσουμε με το πώς έχεις οργανώσει τις θεματικές ενότητες στον τόμο. Προσεγγίζεις το θέμα σου εξετάζοντας σε παραλληλία τέσσερα ευρωκομμουνιστικά κόμματα της δεκαετίας του ’70. Το ιταλικό, το γαλλικό, το ισπανικό και το ΚΚΕ εσωτερικού. Να εξετάσουμε κάπως περιληπτικά το καθένα από αυτά ως ξεχωριστή περίπτωση;

Γιάννης Μπαλαμπανίδης: Τα τέσσερα αυτά κόμματα συναποτελούν ένα πολιτικό ρεύμα, ενώ ταυτόχρονα είναι πολύ διαφορετικά και δρουν σε πολύ διαφορετικές (εθνικές) συνθήκες. Το ιταλικό PCI, το μαζικό και λαμπερό κόμμα του Τολιάτι και του Μπερλινγκουέρ, είναι αυτό που θα ηγηθεί της ανανέωσης του κομμουνιστικού προτάγματος, θα «διαβάσει» με τόλμη και επινοητικότητα τις δυνατότητες και τα όρια της εποχής. Μέσα στο ίδιο ρεύμα, ένας δεύτερος πόλος: το γαλλικό PCF, το οποίο, την ίδια στιγμή που ανανεώνεται ριζικά, παραμένει από πολλές απόψεις εγκλωβισμένο στην παραδοσιακή κομμουνιστική ταυτότητα, στο «εργατικό» προφίλ, εγγύτερα στο σοβιετικό παράδειγμα και στη Μόσχα. Και ανάμεσα στους δύο μεγάλους πόλους, το ισπανικό PCE και το πολύ μικρότερο ΚΚΕ εσωτερικού – γέννημα της διάσπασης του ’68– θα επιχειρήσουν να παίξουν έναν διακριτό ρόλο στο πλαίσιο της «δημοκρατικής μετάβασης» στις δύο χώρες: πυλώνες της δημοκρατικής σταθεροποίησης αλλά και φορείς ανανεωτικών ιδεών, πολιτικά και πολιτισμικά (το δε ΚΚΕ εσωτερικού, «ενάντια στο ρεύμα» της ευρύτερης μεταπολιτευτικής Αριστεράς).

Το πιο ενδιαφέρον ωστόσο, από τη σκοπιά της συγκριτικής ανάλυσης, είναι πώς διαφορετικές κομματικές διαδρομές μοιράστηκαν κοινούς προβληματισμούς και ιδέες· πώς συνομίλησαν εμμέσως ή ευθέως, διαγράφοντας όχι απλώς παράλληλες πορείες αλλά τη «διασταυρούμενη ιστορία» μιας απόπειρας να επαναπατριστεί η κομμουνιστική υπόθεση στις δυτικοευρωπαϊκές συνθήκες.

 

Θ.Μ. Σε ό,τι αφορά ιδίως το PCI, που ήταν και το πιο επιτυχημένο παράδειγμα, θα ήθελα να δούμε πώς η ανανέωση φιλτράρεται (μέσω και του Τολιάτι) μέσα από την γκραμσιανή παράδοση.

Γ.Μπ. Ναι, ισχύει ότι η ανανέωση του ιταλικού κομμουνισμού συμβαδίζει με την εκδίπλωση αυτής της παράδοσης, η οποία ξεπερνά τα ιταλικά σύνορα, φτάνει να επηρεάσει τη βρετανική Αριστερά, ή ακόμη το ιαπωνικό ΚΚ, που αναπτύσσει μια ενδιαφέρουσα γκραμσιανή σχολή. Άλλο τόσο ισχύει όμως ότι ο Γκράμσι των ιταλών κομμουνιστών είναι ένας Γκράμσι διαμεσολαβημένος από το PCI. Εξάλλου, δεν είναι ίδιος ο Γκράμσι του επαναστατικού «Biennio Rosso» (1919-1920), με τον Γκράμσι που, έγκλειστος πια από το 1926 στις μουσολινικές φυλακές, γράφει το εξαιρετικά σημαντικό αλλά πολυδαίδαλο, σχεδόν κρυπτικό σώμα κειμένων που γνωρίζουμε ως Τετράδια της φυλακής.

Ο Τολιάτι και το PCI ξαναδιαβάζουν τον Γκράμσι στο φως των συγκαιρινών προβλημάτων. Ξανασκέφτονται την εμπειρία της αποτυχίας της επανάστασης στην Ιταλία και το μαζικό κοινωνικό ρίζωμα που πέτυχε ο φασισμός – ρίζωμα που οι ίδιοι επιτυγχάνουν μόνο στην Αντίσταση. Γι’ αυτό και ξαναγυρνούν στον Γκράμσι όχι των επαναστατικών συμβουλίων, αλλά της φυλακής, της ήττας και του αναστοχασμού. «Γιατί δεν καταφέραμε να γίνουμε μια μαζική, ηγεμονική, εθνική πολιτική δύναμη;». Αυτό είναι το ερώτημα που θέτουν, ερώτημα με σημαντικές συνέπειες για ό, τι ακολούθησε.

 

Θ.Μ. Πώς καθορίστηκε ο ευρωκομμουνισμός ως πολιτικό ρεύμα; Πώς οριοθετήθηκε απέναντι στα υπόλοιπα ρεύματα της Αριστεράς;

Γ.Μπ. Οι ευρωκομμουνιστές οριοθετήθηκαν κυρίως απέναντι στο σοβιετικό επαναστατικό-κομματικό μοντέλο, την εμπειρία του 1917 και τη Μόσχα, απέναντι στη ριζοσπαστικοποιημένη Νέα Αριστερά που αναδύεται τη δεκαετία του 1960 και, αναπόφευκτα, απέναντι στην ίδια την ιστορία τους.

Εκμεταλλεύθηκαν το «παράθυρο ευκαιρίας» της αποσταλινοποίησης για να πάρουν αποστάσεις από τον ασφυκτικό σοβιετικό εναγκαλισμό και να διεκδικήσουν έναν «πολυκεντρικό» κομμουνισμό. Οι επεμβάσεις στην Ουγγαρία το 1956, στην Τσεχοσλοβακία το 1968, στο Αφγανιστάν και την Πολωνία το 1979-1980 γίνονται όλο και λιγότερο ανεκτές, οι λαϊκές δημοκρατίες γίνονται ένα όλο και λιγότερο ελκυστικό πρότυπο. Ό,τι όμως και αν υποστηρίζει μια εκ των υστέρων γραμμική γενεαλογία της «ανανέωσης», αυτός ο απογαλακτισμός έγινε «λενινιστικά»: ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω! Θα χρειαστεί να φτάσουμε στη δεκαετία του 1980 για να δηλώσει ο Μπερλινγκουέρ ότι η προωθητική δύναμη της οκτωβριανής εμπειρίας έχει ιστορικά εξαντληθεί.

Αυτά στο «ανατολικό» μέρος της ιστορίας. Στο «δυτικό» έχουμε την έκρηξη του 1968 και την ανάδυση της Νέας Αριστεράς: νεανικός εξεγερσιακός ριζοσπαστισμός, νέα κοινωνικά κινήματα, μετα-υλιστικοί προβληματισμοί (φεμινισμός, δικαιώματα, σεξουαλική ελευθερία, οικολογία) και ένα big bang νέων ποικιλιών της επανάστασης (τροτσκισμός, μαοϊσμός, γκεβαρισμός, κ.ο.κ.). Όλα αυτά ανανεώνουν την ιδέα της ουτοπίας, αλλά ταυτόχρονα απειλούν τον κεντρικό ρόλο του ΚΚ. Εξού και τα μετέπειτα ευρωκομμουνιστικά κόμματα τραβούν μια κόκκινη γραμμή απέναντι στο «υπερεπαναστατικό», «αυθόρμητο», «αριστερίστικο» σύμπαν. Στάση ωστόσο περισσότερο ευέλικτη απ’ ό,τι έμοιαζε εκ πρώτης όψεως…

 

Θ.Μ.: Θα ήθελα να δούμε κάπως αναλυτικά την επίδραση του ’68 στα παραπάνω κόμματα. Πώς μετέβαλαν τη σχέση τους με τα κινήματα;

Γ.Μπ.: Τα μορφώματα της Νέας Αριστεράς παρέμειναν περιθωριακά, δεν απείλησαν σοβαρά τα μεγάλα ΚΚ. Τα κινήματα όμως της εποχής, με την ευρεία έννοια, αποσταθεροποίησαν τα ΚΚ, πυροδοτώντας βαθιές αλλαγές στο εσωτερικό τους. Μια από αυτές είναι ότι τα κοινωνικά κινήματα, όπως και τα συνδικάτα, παύουν να είναι «ιμάντας μεταβίβασης» των θέσεων του κόμματος στο κοινωνικό πεδίο. Τους αναγνωρίζεται μια σχετική αυτονομία και μια σχέση αλληλοτροφοδότησης, παρά ελέγχου από το κόμμα.

Επιπλέον, αναγνωρίζεται η αυτονομία των ζητημάτων που θέτουν τα κινήματα αυτά. Η οικονομίστικη αναγωγή της «βασικής αντίθεσης» στη σχέση κεφάλαιο-εργασία δεν αντέχει πια. Πλάι της αναγνωρίζεται η σημασία και άλλων αντιθέσεων, άλλων πολιτικών συγκρούσεων που αναδεικνύει η μετα-υλιστική ατζέντα της γενιάς των babyboomers. Οι ευρωκομμουνιστές υιοθετούν προγραμματικά αυτές τις αιχμές και επιχειρούν να τις υλοποιήσουν εκεί όπου ασκούν εξουσία, στο τοπικό επίπεδο.

Κυρίως, όμως, υποδέχονται τον ορμητικό ριζοσπαστισμό προσπαθώντας να τον «διαπαιδαγωγήσουν»: η επανάσταση δεν είναι «τώρα ή ποτέ», αλλά μια «διαρκής διαδικασία», η εξουσία δεν «τρέχει στους δρόμους» περιμένοντας κάποιον να την αδράξει. Η ευρωκομμουνιστική καινοτομία είναι ότι στο εξής το κοινωνικό κίνημα συμβαδίζει με το πρόβλημα της κατάκτησης και άσκησης της εξουσίας πέρα από επαναστατικούς αυτοματισμούς.

 

Θ.Μ.: Η αντίληψη των ευρωκομμουνιστών για το ρόλο του κράτους νομίζω ότι είναι ένα από τα πιο σημαντικά θέματα στα οποία απομακρύνθηκαν από τον λενινισμό. Το κράτος δηλαδή ως κατεξοχήν πεδίο ταξικής πάλης, και όχι ως απλό όργανο των κυρίαρχων τάξεων…

Γ.Μπ.: Είναι, πράγματι. Αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν στα σοβαρά το πρόβλημα όταν μαζικοποιήθηκαν και έφτασαν στο κατώφλι της εξουσίας, όταν (ξανα)τέθηκε εκ των πραγμάτων το ερώτημα: «είναι τα ΚΚ συμβατά με τους θεσμούς της φιλελεύθερης δυτικής δημοκρατίας;». Η μαρξιστική και λενινιστική παράδοση δεν είχε ποτέ διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη αντίληψη για το κράτος, παλινδρομούσε μεταξύ του μαρασμού και του μετασχηματισμού του. Οι ευρωκομμουνιστές είχαν έτσι ελεύθερο το πεδίο να αντιμετωπίσουν το δίλημμα.

Εμείς, βέβαια, σήμερα έχουμε συχνά την εικόνα μιας προωθημένης θεωρητικής παράδοσης, όπως του Ν. Πουλαντζά, που θεμελίωσε τη θέση της σχετικής αυτονομίας του κράτους. Ισχυρίζομαι όμως ότι η θεωρία μάλλον αποκρυστάλλωνε αυτό που τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα επιχειρούσαν ήδη να απαντήσουν μέσα στην πολιτική πρακτική: αν ο δρόμος της επανάστασης έχει κλείσει, αν επιλέγουμε τον δημοκρατικό εκλογικό δρόμο για την κατάκτηση της εξουσίας, τι θα κάνουμε εφόσον την κατακτήσουμε; Πώς θα μεταχειριστούμε το κράτος εάν αυτό φτάσει στα χέρια μας, και πώς θα αποφύγουμε τις κακοτοπιές του χιλιανού πειράματος του Αλιέντε; Η οπτική του Κρατικο-Μονοπωλιακού Καπιταλισμού, το κράτος ως εργαλείο της μονοπωλιακής αστικής τάξης που πρέπει να αχρηστευθεί, δεν ήταν πολιτικά λειτουργική στις σύνθετες δυτικές δημοκρατίες. Ο αγώνας θα δινόταν στο εξής όχι «απ’ έξω», αλλά στο εσωτερικό του κράτους, μέσα στο πολυπαραγοντικό πεδίο των συσχετισμών και των σχέσεων εξουσίας. Ο κοινωνικός μετασχηματισμός είναι μια υπόθεση που διαρκεί πολύ.

 

Θ.Μ.: Ένα άλλο κομβικό θέμα για τη συγκρότηση της ταυτότητας των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων ήταν η σχετικοποίηση (αν όχι η απόρριψη) του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Τελικά πέτυχε το πείραμα της ανανέωσης σ’ αυτό το πεδίο; Κατάφεραν τα κόμματα αυτά να γίνουν «κόμματα αστερισμοί», όπως ζητούσε ο Πιέτρο Ινγκράο; 

Γ.Μπ.: Είναι η άλλη όψη του ίδιου προβλήματος. Οι ευρωκομμουνιστές προσπάθησαν να αποδείξουν ότι ένα ΚΚ είναι πράγματι συμβατό με τους φιλελεύθερους δημοκρατικούς θεσμούς. Σε ανοιχτή σύγκρουση με το σοβιετικό κέντρο, αποφάσισαν ότι «η πλειοψηφία κερδίζει», ότι τα δημοκρατικά δικαιώματα και ο πλουραλισμός είναι αυτοτελείς αξίες προς υπεράσπιση, όχι φενάκη. Κατά παράδοξο τρόπο μάλιστα, αναδείχθηκαν σε «πρωταθλητές» μιας προγραμματικής ατζέντας νέων ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

Δεν τα κατάφεραν όμως εξίσου καλά στο εσωτερικό τους. Η λενινιστική τεχνολογία του κόμματος νέου τύπου, το «ολοκληρωτικό» μοντέλο στράτευσης (Μωρίς Ντυβερζέ) σε ένα κόμμα ομοιογενές, με αυστηρές διαδικασίες, με την κομματική δραστηριότητα να πλαισιώνει όλο το φάσμα της προσωπικής ζωής, αποδεικνυόταν όλο και πιο παρωχημένο – ειδικά αν σκεφτούμε την «εξατομικευμένη» διάσταση που έπαιρνε η στράτευση μετά το 1968. Εδώ η ανανέωση θα είναι πιο βραδυφλεγής: μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1970 αρχίζει να υποχωρεί ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, να κατοχυρώνεται η ελευθερία έκφρασης για τη μειοψηφία (όχι όμως και οι διακριτές εσωκομματικές τάσεις…). Το άνοιγμα στα νέα κινήματα και τις νέες προβληματικές προσέκρουε σε ένα δύσκαμπτο όριο: το κόμμα, την οργάνωση και τα στελέχη του. Αυτό που ονομαζόταν «διευρυμένη έννοια του κόμματος», ένας πλουραλιστικός αστερισμός κοινωνικών και πολιτικών οργανώσεων, ανοιχτός, χωρίς την αποτρεπτική «σιδερένια πειθαρχία», παρέμενε επιδίωξη παρά κατάκτηση.

 

Θ.Μ.: Η τοποθέτηση στο φάσμα επανάσταση-διαμαρτυρία-μεταρρύθμιση νομίζω ότι είναι κρίσιμη. Με ποιους τρόπους μπόρεσαν (αν μπόρεσαν) τα ισχυρά ευρωκομμουνιστικά κόμματα να «αποτελέσουν δυνάμεις κυβέρνησης και αγώνα μαζί»; Ποια είναι η διαλεκτική ανάμεσα στον κοινωνικό ριζοσπαστισμό και την προγραμματική μετριοπάθεια; Κατά πόσο τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα διεκδίκησαν το ρόλο τους μέσω της «θεσμοποίησης του ριζοσπαστισμού»;

Γ.Μπ.: Εδώ φτάνουμε στη σύνθεση των στοιχείων που συζητήσαμε μέχρι τώρα. Η «σιωπηλή επανάσταση» που συντελούνταν στις δεκαετίες 1960-1970 (Ronald Inglehart) σήμαινε ότι οι δυτικές κοινωνίες γίνονταν όλο και λιγότερο επαναστατικές, όλο και πιο δεκτικές σε βαθμιαίες μεταρρυθμίσεις παρά σε ριζικές κοινωνικές αλλαγές. Την ίδια στιγμή, ξέσπαγε ο υπόγειος νεανικός ριζοσπαστισμός ενάντια στις παγιωμένες ιεραρχίες. Αυτή την αντιφατική εικόνα προσπάθησαν να μεταφράσουν σε πολιτικό πρόγραμμα οι ευρωκομμουνιστές.

Οι Ιταλοί ήταν εδώ ακριβώς πρωτοπόροι. Μετέτρεψαν το σύνθημα «να κάνουμε επανάσταση» στο πραγματιστικό «να κάνουμε πολιτική» (fare politica): όχι επαναστατική έφοδος, αλλά πολιτικός ελιγμός μέσα στα περιθώρια ελευθερίας που επέτρεπε ο ψυχροπολεμικός κόσμος. Αυτό ήταν το υπόστρωμα για τη μεγάλη ευρωκομμουνιστική σύνθεση: «κόμμα αγώνα, κόμμα διακυβέρνησης». Το στοίχημα ήταν να εκπροσωπηθεί, να διαμεσολαβηθεί πολιτικά η θερμή κοινωνική διαμαρτυρία της εποχής, αλλά και να βαδίσει σε μια οδό με ορίζοντα τη διακυβέρνηση.

«Συγκριτικό πλεονέκτημα» αλλά και όριο της ευρωκομμουνιστικής πολιτικής: κόμματα εκ συστάσεως αντι-συστημικά, που τρέφονται από το κίνημα, να επιχειρούν να δώσουν θεσμική μορφή στον ριζοσπαστισμό. Όσο η μεγάλη σύνθεση συνέβαλλε στη μαζικοποίηση των κομμάτων αυτών, άλλο τόσο έφερνε στην επιφάνεια αμηχανίες της «κυβερνητικής» τους εμπειρίας. Το PCF, μετά από δύο μόλις χρόνια συγκυβέρνησης με τον Μιτεράν, επέστρεψε στον γνώριμο ρόλο του κόμματος διαμαρτυρίας. Το PCI, μετά τη συμμετοχή στη διακυβέρνηση της Ιταλίας το 1976-1979, μακροπρόθεσμα μετατράπηκε σε σοσιαλιστικό κόμμα. Σημαίνει αυτό ότι η διακυβέρνηση είναι ασύμβατη με το προφίλ ενός κόμματος της κομμουνιστικής ή ακόμη της μετα-κομμουνιστικής Αριστεράς; Το παλιό, και ανεπίλυτο, ερώτημα ξανατίθεται στις μέρες μας…

 

Θ.Μ.: Στις χώρες του Νότου, όπου δεν απαντά ισχυρή σοσιαλδημοκρατική παράδοση, κατά πόσο θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ευρωκομμουνισμός υποκατέστησε ως ένα βαθμό τη σοσιαλδημοκρατία;

Γ.Μπ.: Εκείνα τα χρόνια, άλλοι υποστήριζαν ότι είναι αδύνατο για τα κομμουνιστικά κόμματα να αλλάξουν, και άλλοι, αντίστροφα, αναρωτιόνταν εάν οι ευρωκομμουνιστές όχι απλώς υποκατέστησαν τη σοσιαλδημοκρατία αλλά έγιναν οι ίδιοι σοσιαλδημοκράτες! Τι είδους κομμουνιστές ήταν αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν το αστικό κράτος από μέσα, που συνέδεαν τους κοινωνικούς αγώνες με τη διακυβέρνηση, που προτιμούσαν τις σταδιακές «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» από τη «ρήξη»;

Ιδού το ευρωκομμουνιστικό παράδοξο. Από τη μια μεριά, επιχείρησαν σε χώρες χωρίς ισχυρή σοσιαλδημοκρατική παράδοση να ηγεμονεύσουν στην ευρύτερη Αριστερά, να εγκαθιδρύσουν ένα «καθεστώς διακυβέρνησης» που θα προσομοίαζε στο σοσιαλδημοκρατικό: ένα κόμμα που εκφράζει τον «από τα κάτω» ριζοσπαστισμό και κυβερνά έχοντας οργανικούς δεσμούς με την οργανωμένη κοινωνία (συνδικάτα, κινήματα) σε ένα διαρκές quid pro quo. Από την άλλη όμως, μπορεί να πει κανείς είτε ότι έγιναν υπερβολικά «σοσιαλδημοκράτες», υπέπεσαν δηλαδή στον πειρασμό του κυβερνητισμού ξεχνώντας την αναζωογόνηση από το κοινωνικό, είτε ότι δεν έγιναν αρκετά, παρέμειναν υπερβολικά αντι-συστημικοί για να γίνουν κόμματα κυβερνητικής κλίσης. Παραδόξως, ισχύουν και τα δύο!

Σε κάθε περίπτωση, σήκωσαν το γάντι απέναντι στα σοσιαλιστικά κόμματα, και αυτό είχε συνέπειες στους συντρόφους της άλλης πλευράς. Ο ριζοσπαστικός «μεσογειακός σοσιαλισμός» –του PSOE στην Ισπανία, του Parti Socialiste στη Γαλλία– σε ένα βαθμό ήταν απόρροια αυτής της πίεσης. Ήταν μια εποχή που η σχέση Σοσιαλδημοκρατίας-Αριστεράς παρουσίαζε έντονο ενδιαφέρον – ο παραλληλισμός με το σήμερα δεν θα ήταν εντελώς άστοχος.

 

Θ.Μ.: Ο Ινγκράο αναρωτιόταν «μήπως οι δυνάμεις της Αριστεράς μπόρεσαν να κατακτήσουν τη δυνατότητα της διαχείρισης του έθνους-κράτους ακριβώς τη στιγμή που τα εργαλεία του τελευταίου αχρηστεύονταν από τις νέες συνθήκες διάταξης στον κόσμο». Μήπως αυτό έθεσε τελικά και τα όρια εξάπλωσης του ευρωκομμουνισμού; Πώς επίσης μεταφράζεται αυτό το σχήμα στη συγχρονία;

Γ.Μπ.: Το ευρωκομμουνιστικό πείραμα διασταυρώθηκε με δυο μεγάλες διαδικασίες υπέρβασης του εθνικού κράτους: την καπιταλιστική κρίση του ’70, την πρώτη μεγάλη κρίση της «παγκοσμιοποίησης», και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Εκεί ακριβώς διχάστηκε βαθιά. Ένα τμήμα θεώρησε ότι δεν αρκούν οι εθνικές λύσεις των «ένδοξων τριάντα» μεταπολεμικών χρόνων σε έναν κόσμο που διεθνοποιείται ταχύτατα. Κάπως έτσι, το PCI έφτασε να διεκδικεί «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» σε ευρωπαϊκό επίπεδο (από κοντά οι ισπανοί και οι έλληνες κομμουνιστές της ανανέωσης). Διόλου τυχαία ο συνεργαζόμενος με το PCI, αλλά όχι κομμουνιστής, Αλτιέρο Σπινέλι εισηγήθηκε, το 1984, ένα Σχέδιο φεντεραλιστικής εμβάθυνσης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, που δυστυχώς ουδέποτε υιοθετήθηκε. Ένα άλλο τμήμα, ιδίως οι γάλλοι κομμουνιστές, υπαναχώρησε σε θέσεις εθνικής αναδίπλωσης και σκληρού ευρωσκεπτικισμού.

Αυτή η αμφιθυμία είναι διαχρονική, παρούσα και στη σημερινή ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Αριστερά. Θα έλεγα ότι κυρίαρχη τάση είναι αυτή που θεωρεί την Ευρώπη οριστικά και αμετάκλητα το «πεδίο της πάλης», παρά τους συντριπτικούς συντηρητικούς συσχετισμούς εντός της. Παραμένει ωστόσο υπαρκτή, αν και μειοψηφική, η εθνική, αντιευρωπαϊκή συνιστώσα, όπως την είδαμε για παράδειγμα να εκφράζεται ανοιχτά στην πρόσφατη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ με τη δημιουργία της ΛΑΕ. Πάντως, ριζοσπαστική Αριστερά και Σοσιαλδημοκρατία μοιράζονται, τότε και τώρα, την ίδια δυστοκία να επεξεργαστούν πειστικές προτάσεις πολιτικής εμβάθυνσης, ρύθμισης των αγορών, στο παγκοσμιοποιημένο, υπερεθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

 

Θ.Μ.: Γράφεις ότι ο ευρωκομμουνισμός ήταν μια δυνατότητα ανάμεσα σε άλλες στη μακρά πορεία του κομμουνιστικού κινήματος, ένα στοίχημα που παίχτηκε και χάθηκε. Θεωρείς ότι χάθηκε οριστικά; Ή μήπως ο ευρωκομμουνισμός παραμένει σημαντικό στοιχείο της ταυτότητας των σημερινών κομμάτων της ριζοσπαστικής Αριστεράς, ορισμένα εκ των οποίων διεκδικούν (ή έχουν ήδη) κατακτήσει κυβερνητικό ρόλο; 

Γ.Μπ.: Ο ιστορικός Ράινχαρτ Κοσέλεκ γράφει κάπου ότι οι ηττημένοι πλεονεκτούν στην ιστορική κατανόηση επειδή «έχουν μεγαλύτερη ανάγκη να εξηγήσουν γιατί δεν έγινε αυτό που πίστευαν, αλλά κάτι άλλο». Ο ευρωκομμουνισμός ήταν ένα εγχείρημα κατανόησης της ήττας, της επανάστασης στη Δύση, της σταλινικής και γραφειοκρατικής απολίθωσης στην Ανατολή. Εγχείρημα αναστοχασμού και ανανέωσης της ευρωπαϊκής αριστερής ταυτότητας, που ηττήθηκε με τη σειρά του προτού καταρρεύσει ο σοσιαλιστικός κόσμος το 1989. Με αυτή την έννοια, είναι κάτι που ανήκει στο παρελθόν.

Αντίστοιχα όμως, η κατάρρευση του 1989 έβαλε τη μετα-κομμουνιστική Αριστερά σε μια διαδικασία υπαρξιακής αναζήτησης: «Γιατί δεν έγινε αυτό που πιστεύαμε ότι θα γίνει;». Μέχρι πολύ πρόσφατα, η δεσπόζουσα αυτής της αποδιαρθρωμένης και χωρίς σημεία αναφοράς Αριστεράς ήταν αντι-εξουσιαστική, κινηματική, αντι-συστημική, πολιτικά περιορισμένη. Με την κρίση του 2008 όμως τα πράγματα αλλάζουν, τίθεται και πάλι το πρόβλημα της σύνδεσης κοινωνικού ριζοσπαστισμού και μετασχηματισμού μέσω της διακυβέρνησης – η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι εμβληματική, αλλά όχι μοναδική, το ερώτημα τίθεται εξίσου για την Αριστερά της Ισπανίας, της Πορτογαλίας κ.ο.κ. Όσο και εφόσον αυτό θα επιβεβαιώνεται, τόσο, πιστεύω, θα επανακάμπτει και η ευρωκομμουνιστική κληρονομιά, στην οποία το ερώτημα αυτό υπήρξε κεντρικό.

 

Θ.Μ.: Επιμελήθηκες, μαζί με την Κατερίνα Λαμπρινού, τον τόμο με τα κείμενα του Κώστα Φιλίνη. Να δούμε, τέλος, τη δική του συμβολή στο ευρωκομμουνιστικό εγχείρημα;

Γ.Μπ.: Στα κείμενα του τόμου αποτυπώνεται μια παράδοξη αλλά χαρακτηριστική διαδρομή. Ο Φιλίνης είναι ένας άνθρωπος που περνά μεγάλο μέρος της ζωής του στην παρανομία και στις φυλακές, «σύμπτωμα» της ιδιαίτερης μεταπολεμικής ιστορίας της ελληνικής Αριστεράς. Ταυτόχρονα, είναι ένας αγωνιστής που μέσα στις φυλακές μαθαίνει ιταλικά, διαβάζει και μεταφράζει Γκράμσι, αναζητά διαρκώς τις νέες θεωρητικές τάσεις του «δυτικού» μαρξισμού, σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να καλύψει την απόσταση των Ελλήνων από τις θεωρητικές και πολιτικές προόδους των αδελφών κομμάτων. Η συμβολή του είναι καίρια σε δύο ακόμη πεδία: είναι από τους πρώτους που «εισάγουν» την προβληματική των νέων κοινωνικών κινημάτων και της σχέσης τους με το κόμμα, αλλά και από εκείνους που πρωτοστατούν στον απογαλακτισμό από το σοβιετικό κέντρο, ιδίως με αφορμή την επέμβαση στο Αφγανιστάν το 1979, όταν και συγκρούεται με τον λιγότερο τολμηρό εν προκειμένω Λ. Κύρκο. Βέβαια, εκκρεμεί μια αυτοτελής προσέγγιση της ιστορίας της ελληνικής ανανεωτικής Αριστεράς, των ιδεών και των ανθρώπων της – ανάμεσά τους, ας κρατήσουμε για τον Κ. Φιλίνη μια εξέχουσα θέση.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 32 (12.2015)