«Για τη ζωή και τους ανθρώπους ενός οριστικά απολεσθέντος κόσμου»

 

συνέντευξη με το διηγηματογράφο Στάθη Κοψαχείλη

 

Γιάννης Παλαβός

 

Τα Παραμιλητά (Θερμαϊκός, 2011), πρώτη συλλογή διηγημάτων του πεζογράφου Στάθη Κοψαχείλη (Λιτόχωρο Πιερίας, 1957), περιλαμβάνουν ορισμένα από τα αρτιότερα διηγήματα της πρόσφατης εκδοτικής σοδειάς.

Δύο είναι τα θέματα που επανέρχονται με μεγαλύτερη ένταση στα δεκαέξι κείμενα της συλλογής: πρώτον, ο θάνατος –συχνά βίαιος– ευάλωτων και ανυπεράσπιστων πλασμάτων και, δεύτερον, μια τρυφερή νοσταλγία. Σημειώνεται ότι η νοσταλγία των Παραμιλητών δεν πηγάζει από το εξιδανικευμένο παρελθόν του γενέθλιου τόπου, παρόλο που τα διηγήματα εκτυλίσσονται στον τόπο γέννησης του συγγραφέα κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες· κάθε άλλο, αφού ο τόπος και η εποχή σκιαγραφούνται με τρόπο που αναδεικνύει την τραχύτητα του τοπίου και των χρόνων εκείνων. Η νοσταλγία του Κοψαχείλη είναι διαφορετικής τάξης, καθώς αφορά το ιδιαίτερο ήθος ενός –όπως λέει ο ίδιος– «οριστικά απολεσθέντος κόσμου» και τη στάση των ανθρώπων του κόσμου αυτού απέναντι σε βασικές πτυχές του βίου: τη γέννηση, την ενηλικίωση, την εργασία και τον θάνατο. Αυτό το υλικό ο Κοψαχείλης, ως ικανός διηγηματογράφος, το προσεγγίζει χαμηλόφωνα, υπαινικτικά, μ’ έναν μαγικό ρεαλισμό που αναδύεται αξιοποιώντας τα απλούστερα στοιχεία –τη φύση, τα ζώα, τα νεύματα, τις αποσιωπήσεις– και υποβάλλοντας στον αναγνώστη μια βαθύτερη, ανησυχητική αίσθηση που συχνά προκαλεί ρίγος. Πρόκειται για το ίδιο ρίγος που χαρίζει η ποίηση· γιατί, όπως η ατμόσφαιρα του Λιτόχωρου, η οποία παρουσιάζεται στα Παραμιλητά νοτισμένη με μιαν αισθητή αλλά αόρατη υγρασία, έτσι και τα διηγήματα της συλλογής μοιάζουν ποτισμένα μ’ ένα αδιόρατο ποιητικό στοιχείο, το οποίο ο αναγνώστης αισθάνεται αλλά αδυνατεί να προσδιορίσει.

Ο Στάθης Κοψαχείλης απάντησε στις ερωτήσεις που του έθεσε ο Γιάννης Παλαβός για λογαριασμό του περιοδικού ΧΡΟΝΟΣ.

 

Γιάννης Παλαβός: Από δημοσίευμα της καστοριανής εφημερίδας Οδός πληροφορούμαστε ότι τα πρώτα διηγήματα των Παραμιλητών γράφτηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και δημοσιεύτηκαν την περίοδο 1988-1994 στο περιοδικό Το Παραμιλητό. Διαβάζουμε επίσης ότι και τα υπόλοιπα δέκα, αδημοσίευτα μέχρι πρότινος, διηγήματα της συλλογής χρονολογούνται από την ίδια εποχή. Γιατί καθυστέρησε τόσο πολύ η έκδοσή τους σε βιβλίο; Και πώς, τόσα χρόνια μετά, δεν περιέλαβες νέα κείμενα;

Στάθης Κοψαχείλης: Όντως, τα περισσότερα διηγήματα της συλλογής γράφτηκαν κατά την περίοδο 1985-1995. Ωστόσο σε κάποια από αυτά εκκρεμούσε το τέλος –έχοντας στον νου μου κάποιες εκδοχές–, μένοντας έτσι ημιτελή στο συρτάρι, και ένα μόνο, το «Η μάνα στο όνειρο», γράφτηκε το 2009. Την περίοδο 2008-2009 «ξανακοίταξα» τα ημιτελή και κατέληξα στη μορφή που είναι δημοσιευμένα στο βιβλίο. Αυτή η καθυστέρηση, όσον αφορά την έκδοσή τους σε βιβλίο, σε μεγάλο βαθμό νομίζω πως σχετίζεται με την αφοσίωσή μου στην ιατρική, γιατί χρονικά συμπίπτει με την περίοδο που έκανα την ειδικότητά μου στην οφθαλμολογία –πολλές εφημερίες, εντατικό διάβασμα, εξετάσεις–, στη συνέχεια την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής, δημιουργία οικογένειας και συγχρόνως τη βιοποριστική άσκηση της ιατρικής, στο άγριο, ιδιωτικό ιατρικό Ελ Ντοράντο… Με αυτό δεν θέλω να δικαιολογηθώ –ο αντίλογος είναι πως αν θέλεις κάτι, βρίσκεις τον τρόπο και το κάνεις–, αλλά θεωρώ πως είναι ο κυριότερος λόγος. 

 

Γ.Π.: Τα διηγήματα χαρακτηρίζονται από γεωγραφική, χρονική και θεματική ομοιογένεια, καθώς και από ομοιογένεια ύφους. Ήταν αυτό κάτι εσκεμμένο; Είχες δηλαδή κατά νου τη συγγραφή διηγημάτων με κοινό πυρήνα, ώστε η συλλογή που θα προέκυπτε μελλοντικά –εν προκειμένω τα Παραμιλητά– να διαθέτει ενότητα;

Σ.Κ.: Την περίοδο που άρχισα να γράφω τα διηγήματα, έχοντας εγκαταλείψει το χωριό και ζώντας πλέον στο άστυ, έβλεπα έναν έναν τους συγγενείς, τους γείτονες, να φεύγουν απ’ τη ζωή και μαζί τους να χάνεται και το κλίμα μιας εποχής, εκείνης της υποκειμενικά διεσταλμένης χρονικά περιόδου που έζησα εκεί ώς τα δεκαοχτώ μου. Ήταν οι άνθρωποι που είχαν βιώσει τη φρίκη της Κατοχής και του Εμφυλίου και προσπαθούσαν να σταθούν στα πόδια τους, σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας, οραματιζόμενοι έναν καλύτερο κόσμο για τους ίδιους και τα παιδιά τους. Έτσι, αυτό που καταρχήν είχα στον νου μου ήταν να γράψω για τη ζωή και τους ανθρώπους –κυρίως τους ανιόντες συγγενείς– εκείνου του οριστικά πλέον απολεσθέντος κόσμου, πριν βυθιστεί στη λήθη, προσέχοντας όμως μην πέσω στην παγίδα της ηθογραφίας. Αυτό το ενυπάρχον βιωματικό υλικό είναι που τροφοδότησε τη θεματική των διηγημάτων που περιστρέφονται γύρω από τις αγωνίες και τη σκληρή καθημερινότητα εκείνων των ταπεινών ανθρώπων, την απόγνωση, τον σπαραγμό, την απώλεια, την αναπηρία, τον παραλογισμό, τον φόβο του θανάτου. Θεωρώ λοιπόν πως αυτός είναι ο κοινός πυρήνας των διηγημάτων που τους προσδίδει την όποια ενότητα και ομοιογένεια ύφους.

 

Γ.Π.: Το ποιητικό κλίμα –πειστικό και αποτελεσματικό– που διαπνέει τα Παραμιλητά συγκροτείται από ποικίλα στοιχεία, κυρίως όμως αντλεί από δύο πηγές: από τα ζώα και τη θρησκεία· αυτά δημιουργούν τη μεταφυσική ατμόσφαιρα που υποβάλλεται στον αναγνώστη, άλλοτε συγκινώντας τον και άλλοτε (χωρίς υπερβολή) τρομάζοντάς τον. Πώς αποφάσισες να οργανώσεις την ποιητική των κειμένων με βάση τα δύο αυτά στοιχεία;

Σ.Κ.: Αν κάποιο ποιητικό κλίμα διαπνέει τα Παραμιλητά, αυτό δεν είναι αποτέλεσμα μιας, εκ των προτέρων, ειλημμένης απόφασής μου. Απλώς αντανακλά τη δική μου ψυχική διάθεση εκείνης της περιόδου και είναι αναπόσπαστο στοιχείο της γραφής που επέλεξα για να αφηγηθώ τις ιστορίες μου, με την παράθεση και την εμπλοκή, με ευθύ τρόπο, μέσα σε μια ρεαλιστική ατμόσφαιρα, υπερβατικών και φανταστικών στοιχείων. Όσο για τα ζώα και τη θρησκεία, τις δύο πηγές απ’ όπου θεωρείς ότι κυρίως αντλεί το ποιητικό κλίμα του βιβλίου, είναι κάτι που θα ήταν αδύνατο να λείπει από τις διηγήσεις μου. Η αλληλεξάρτηση ανθρώπων και ζωντανών δεν μπορούσε παρά να δημιουργεί στενούς δεσμούς, στη βάση μιας υγιούς και ισότιμης σχέσης προς κοινή επιβίωση. Δηλαδή τα ζώα, με τον αρχετυπικό τους συμβολισμό, αποτελούν αναφαίρετο μέρος του όλου σκηνικού. Το ίδιο ισχύει και για το θρησκευτικό στοιχείο, που ήταν πλήρως ενταγμένο στην καθημερινότητα εκείνης της στενεμένης κοινωνίας. Ο παππούς μου ήταν επίτροπος στην εκκλησία και βασιλικός. Ο πατέρας μου, παρότι αριστερός, κάθε Κυριακή παρακολουθούσε από το ράδιο τη θεία λειτουργία ή τους Χαιρετισμούς κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής. Όταν με έπαιρνε στο χωράφι να δουλέψουμε, κατά τη διάρκεια της διαδρομής –αυτός καθισμένος στο σαμάρι κι εγώ στα καπούλια του αλόγου–, συχνά έψελνε απολυτίκια που τα ενάλλασσε με αντάρτικα τραγούδια ή δημοτικά. Θέλω να πω πως υπήρχε μια έντονη θρησκευτικότητα που, την αύρα της, θα ήταν παράλειψη να μην την εντάξω στον αφηγηματικό μου λόγο. Πάντως, μιας και μιλάμε για ποίηση, έξι μήνες μετά την έκδοση του βιβλίου έτυχε να δω την τελευταία, αριστουργηματική ταινία του Μπέλα Ταρ Το άλογο του Τορίνο που, θεματικά, θα μπορούσα να πω ότι συγγενεύει αρκετά με το πνεύμα των Παραμιλητών. Αν λοιπόν κάποιο ποιητικό αεράκι φυσάει στα διηγήματά μου, στην ταινία του Μπέλα Ταρ, αυτού του μεγάλου Ούγγρου σκηνοθέτη, ο ανεμοστρόβιλος της ποίησης σε αρπάζει και σε εκσφενδονίζει κατευθείαν στον ουρανό…

 

Γ.Π.: Πώς υποδέχτηκαν στο Λιτόχωρο τη συλλογή; Οι κάτοικοι της κωμόπολης ενδιαφέρθηκαν για το βιβλίο ή ασχολήθηκαν μαζί του μόνο όσοι είχαν ούτως ή άλλως κάποια σχέση με την ανάγνωση;

Σ.Κ.: Μπορώ να πω ότι η υποδοχή ήταν συγκινητική. Όχι μόνο διάβασαν το βιβλίο, αλλά δέχτηκα και πάρα πολλά θερμά τηλεφωνήματα. Φυσικά υπάρχουν οι «επαρκείς» αναγνώστες, αλλά και οι μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι, που γενικά δεν διαβάζουν, το ευχαριστήθηκαν γιατί μέσα στις αφηγήσεις βρήκαν στοιχεία που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τους αφορούσαν ή, έστω αποσπασματικά και ελλειπτικά, διέκριναν οικεία τους πρόσωπα και γεγονότα. Παραθέτω μια μαρτυρία που με συγκίνησε ιδιαίτερα: μια γιαγιά, έχοντας στην ποδιά της καθισμένα τα τρίδυμα νήπια εγγονάκια της, τους διάβαζε σαν παραμύθι το διήγημα «Ο λύκος»…

 

Γ.Π.: Γιατί επέλεξες να παραθέσεις γλωσσάρι αντί, παραδείγματος χάρη, να αποφύγεις ή να περιορίσεις τους ιδιωματισμούς; Ένα υπολογίσιμο επιχείρημα εναντίον της χρήσης γλωσσαρίου θα ήταν ότι δοκιμάζεται έτσι η αυτοτέλεια του κειμένου, καθώς ο αναγνώστης είναι υποχρεωμένος να προστρέξει σε εξωκειμενικά βοηθήματα.

Σ.Κ.: Η ενσωμάτωση του τοπικού ιδιολέκτου στην αφήγηση, αν και παρακινδυνευμένη, με προβλημάτισε πολύ, και η λελογισμένη χρήση του έγινε με τρόπο εντελώς συνειδητό. Ένιωθα πως αυτό το πολιτισμικό στοιχείο, με το ιδιαίτερο εννοιολογικό φορτίο των λέξεων, αντανακλούσε βαθύτερα τον τρόπο που έβλεπα τον κόσμο και, συνεπώς, άξιζε να το σεβαστώ. Νομίζω πως η αποφυγή του ιδιολέκτου θα στερούσε από τα διηγήματά μου το άρωμα και τη γνησιότητα μιας εποχής αλλά και τον ίδιο τον αόρατο λώρο που τα δένει με τον τόπο, τους ανθρώπους και την παράδοση. Θεωρώ πως, αν ο αναγνώστης αφεθεί στη ροή του κειμένου, και τα πιο ανοίκεια λεξήματα γίνονται κατανοητά, χωρίς την ανάγκη να προστρέξει στο γλωσσάρι. Εξάλλου αυτός ήταν και ο λόγος που οι επεξηγήσεις δεν μπήκαν στο κάτω μέρος της σελίδας αλλά στο τέλος του βιβλίου.

 

Γ.Π.: Είναι ενδιαφέρον ότι τα διηγήματα των Παραμιλητών, παρότι εκτυλίσσονται κατά κύριο λόγο τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο –και μάλιστα σε μια περιοχή που δεν έμεινε στο περιθώριο των συγκρούσεων–, μόνο ακροθιγώς, και μάλιστα ελάχιστες φορές, διασταυρώνονται με τη λεγόμενη «Μεγάλη Ιστορία». Γιατί αποφάσισες να εστιάσεις στη μικρή κλίμακα παραλείποντας τα γεγονότα της «Μεγάλης»;

Σ.Κ.: Όπως προανέφερα, αυτό που με απασχολούσε ήταν να εστιάσω στον μικρόκοσμο των ανθρώπων της τοπικής κοινωνίας, στα καθημερινά τους ψυχορραγήματα, στο μαράζι του καθενός, έξω από το πολιτικό σκηνικό που, λειτουργώντας μεροληπτικά, πιθανόν να αποδυνάμωνε τους χαρακτήρες των ηρώων. Η διασταύρωση με τη «Μεγάλη Ιστορία» γίνεται με αρκετά έντονο τρόπο στη νέα συλλογή διηγημάτων που ετοιμάζω και που ελπίζω να εκδοθεί τον επόμενο χρόνο.

 

Γ.Π.: Τα Παραμιλητά κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Θερμαϊκός, έναν οίκο με έδρα τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος δεν συγκαταλέγεται στους ιστορικούς εκδότες με παράδοση στην πεζογραφία. Ήταν επιλογή σου να κυκλοφορήσει το βιβλίο από εκδότη της βόρειας Ελλάδας, συμπνέοντας με το γεωγραφικό και πολιτισμικό στίγμα του; 

Σ.Κ.: Αρχικά απευθύνθηκα σε κάποιον μεγάλο εκδοτικό οίκο, ο οποίος απαξίωσε ακόμη και να μου απαντήσει· δεν μου απάντησε ποτέ. Αφού περίμενα περισσότερο από έξι μήνες, αποφάσισα να στείλω τα διηγήματα σε άλλον, επίσης μεγάλο οίκο, που μετά από ένα εξάμηνο μου απάντησαν αρνητικά. Έχοντας περάσει κοντά δυο χρόνια από τότε που άρχισα να ψάχνω, δεν είχα πλέον το κουράγιο για νέα αναμονή. Έτσι, κυρίως για πρακτικούς λόγους απευθύνθηκα στον Θερμαϊκό και το βιβλίο εκδόθηκε 7-8 μήνες μετά την υπογραφή του συμβολαίου.

 

Γ.Π.: Έχεις πει πως είσαι εκ πεποιθήσεως συγγραφέας της μικρής φόρμας. Τι σε έλκει περισσότερο στη διηγηματογραφία και ποιες, κατά τη γνώμη σου, είναι οι αρετές που καθιστούν ένα διήγημα αξιανάγνωστο;

Σ.Κ.: Νομίζω πως εκείνο το στοιχείο που με έλκει στη διηγηματογραφία είναι η προσέγγιση της πραγματικότητας με διαισθητικό τρόπο καθώς και η επικέντρωση στο άτομο και τη στιγμή κατά την οποία αυτό βιώνει κάποια έντονη, οριακή ή μεταφυσική εμπειρία. Αυτό το διανοητικό παιχνίδι, που χάρη στις αφηγηματικές του συμβάσεις –ενότητας, πύκνωσης, έντασης– ο συγγραφέας έρχεται σε επαφή τόσο με τον ρεαλισμό όσο με τον φανταστικό και τον παραμυθητικό λόγο, θεωρώ πως είναι το κυρίαρχο στοιχείο που με γοητεύει στο διήγημα. Εκτός αυτού, νομίζω πως σχετίζεται και με τη φύση τού χαρακτήρα μου: πάντα ήμουν ολιγογράφος και έτρεφα μια απέχθεια για τα «καλολογικά» στοιχεία. Ποτέ δεν μπόρεσα στο σχολείο να γράψω έκθεση που να υπερβαίνει τη μία ή μιάμιση σελίδα, όταν οι συμμαθητές μου, για το ίδιο θέμα, έγραφαν τρεις και τέσσερις… Αλλά και οι γρήγοροι ρυθμοί, η συμπίεση του ελεύθερου χρόνου καθώς και η μεγάλη ψυχολογική ένταση που βιώνω λόγω της φύσης της δουλειάς μου, δημιουργούν μια δύσκολη καθημερινότητα, η οποία προσφέρεται περισσότερο για την υπηρέτηση του συγκεκριμένου λογοτεχνικού είδους, ασχέτως αν το διήγημα ήταν αισθητική επιλογή μου πριν ακόμη διαμορφωθούν αυτές οι συνθήκες. Όσο για τις αρετές που πρέπει να διαθέτει ένα διήγημα για να είναι άρτιο και αξιανάγνωστο, θα μπορούσα να τις συνοψίσω στα εξής: συνδυασμός της αφηγηματικής οικονομίας με την ενάργεια, δομή βασισμένη σε αντιθέσεις, η εστίαση, η πύκνωση, η αφαίρεση, η παράλειψη και η αποσιώπηση, η υπαινικτικότητα, η ανατροπή και η κορύφωση και, βέβαια, το αεράκι της ποίησης να φυσάει υπόγεια και συνεχώς ανάμεσα στις λέξεις και τις σιωπές, απογειώνοντας το διήγημα που, υπερυψούμενο και υπεριπτάμενο ως λαμπηδόνα στην αιθρία της νύχτας, αφήνει έκθαμβο και εκστατικό τον απαιτητικό αναγνώστη.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 14 (06.2014)