είναι ή δεν είναι αριστερά τα διηγήματα του οικονόμου;

 

Εμμονές κριτικών και συγκριτικός σχολιασμός των συλλογών
«Κάτι θα γίνει, θα δεις» και «Το καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα»

Γιώργος Περαντωνάκης

 

Αντί να πω τη δική μου γνώμη για τον Χρήστο Οικονόμου, έκρινα σκοπιμότερο να σας μεταφέρω τη συζήτηση που έκανα με δυο φίλους μου, τον Βλαδίμηρο και τον Τιμόθεο, από τους οποίους ο πρώτος υποστηρίζει ότι η προηγούμενη, προ τετραετίας (Πόλις, 2010), συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο Κάτι θα γίνει, θα δεις (η οποία παρεμπιπτόντως μεταφράστηκε με επιτυχία στα γερμανικά) είναι καλύτερη, και ο δεύτερος ότι η παρούσα (Πόλις, 2014) συλλογή Το καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα έχει προχωρήσει τη συγγραφική ποιότητα του διηγηματογράφου.


Η προ πενταετίας συλλογή περιλαμβάνει μικρά διηγήματα, 15 σελίδων κατά Μ.Ο., ενώ η τωρινή τέσσερα (ή πέντε) μεγάλα, 40 και πλέον σελίδων το καθένα. Η μικρή έκταση κάνει τον Βλαδίμηρο να θεωρεί πλεονέκτημα την εστίαση στο συναίσθημα, στις ώρες της απόγνωσης των δεινοπαθούντων χαρακτήρων, ώρες που δεν φαίνεται πόσο διαρκούν αλλά πόσο κορυφώνονται, τη μικρή πλοκή που επικεντρώνεται στον παροξυσμό, ενώ ο Τιμόθεος πιστεύει ότι η έκταση των διηγημάτων στα όρια της μυθιστορηματικής πολυπλοκότητας είναι προτιμότερη, αφού έτσι αναπτύσσουν επαρκέστερα το συναίσθημα και δένουν καλύτερα τα διάφορα νήματα πάνω στη σκαλωσιά μιας εξελισσόμενης ιστορίας.

Ο Βλαδίμηρος μπορώ να πω ότι ταυτίστηκε με τις γειτονιές του Πειραιά, με τα μικρά σπίτια, όχι στο κλίμα της δεκαετίας του ’50 και του ’60, αλλά στη σημερινή πραγματικότητα των φτωχών στρωμάτων. Ταυτίστηκε με τη «δυστυχία των μικροαστικοποιημένων και αποπτωχευμένων λαϊκών τάξεων εντός του χρόνου και του χώρου, μια σύγχρονη, σύνθετη και απόλυτα συγκεκριμένη εκδοχή της φτωχολογιάς» (Κούρτοβικ 2010). Ο Τιμόθεος, από την άλλη, είδε το κυκλαδονήσι της δεύτερης συλλογής ως τον μικρόκοσμο της Ελλάδας (Χριστόπουλος 2015), μικρόκοσμο όπου καταφεύγουν –ξένοι μέσα στον τόπο τους– οι αυτοεξόριστοι του κέντρου, οι απόκληροι της προηγούμενης ζωής κι εκεί συγκρούονται με τους βολεμένους ντόπιους. Έτσι, ο Οικονόμου «μεταλλάσσει [την] επονομαζόμενη αποκέντρωση, από ευκταία και ονειρική σε ανεπιθύμητη και εφιαλτική [και μ’ αυτόν τον τρόπο] συμβάλλει στην ανασημασιοδότηση της έννοιας της πατρίδας. Είναι δυνατόν να αισθάνεται κανείς ξένος στη χώρα του;» (Καλασαρίδου 2014).

Ο Βλαδίμηρος επιμένει ότι είναι πιο εύστοχο να αναβαπτίζεις τις παραδοσιακές φτωχογειτονιές μέσα στην επικαιρότητα της κρίσης. Εκεί οι απλοί άνθρωποι φαίνονται πιο ρεαλιστικοί, πιο πειστικοί, είναι «ήρωες μικροαστοί, κάποτε περιθωριακοί, αντικοινωνικοί, απόκληροι, αποκλεισμένοι, μοναχικοί, απελπισμένοι, φοβισμένοι, οργισμένοι, τρυφεροί» (Μπακουνάκης 2010), «είναι απελπισμένοι, ποτέ όμως μίζεροι» (Ρουμπούλα 2010), είναι «μετέωρο[ι], σε μια μεταβατική, εμφανώς προς το δυσοίωνο, κατάσταση» (Θεοδοσοπούλου 2010), «είναι ηττημένοι, αλλά όχι παραιτημένοι» (Παπαγεωργίου 2010). Κι αυτό τους κάνει συμπαθείς και μαζί τραγικούς (Κατσουλάρης 2010), τους κάνει τόσο κοντινούς μας, που ο Βλαδίμηρος ένιωσε ένας από αυτούς.

Αντίθετα, ο Τιμόθεος πιστεύει πως «οι ήρωες στο Καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα, ιδιαίτεροι μέσα στον ιδεαλισμό τους, υφίστανται τη μοίρα, όχι με υποταγμένη διάθεση […], [κάτι] που ίσως είναι η πεμπτουσία των αντοχών μας απέναντι σε ό,τι εξουθενώνει το είναι μας. Ανάλογους ήρωες [ναι βέβαια] είχαμε συναντήσει και στην προηγούμενη συλλογή του πεζογράφου, αλλά εδώ λόγω της έκτασης κάθε διηγήματος μπορούμε να δούμε πιο ολοκληρωμένη την τραγική τους πάλη και το φορτίο δυνάμεων και εντάσεων που τους κανοναρχεί» (Περαντωνάκης 2014).

Σ’ αυτό το σημείο αισθάνθηκα ότι οι φίλοι μου έχουν προσυνεννοηθεί, ένα ρίγος με υποψίασε ότι παίζουν κάποιο θεατρικό μονόπρακτο πίσω από την πλάτη μου, ένα μονόπρακτο με γραμμένες τις ατάκες τους... Αλλά δεν τους σταμάτησα…

Είναι λοιπόν το σκληρό περιβάλλον, παίρνει τον λόγο ο Βλαδίμηρος, και οι αντιξοότητες της ζωής, όπως και η ίδια η φωτογράφιση των δύσκολων ωρών χωρίς φανερή ελπίδα που αποπνέει ήπια απαισιοδοξία, το 2010, όταν ακόμα η κρίση δεν είχε καν ξεσπάσει σε όλη της την έκταση, αν και «τα δράματα των ανθρώπων αυτών δεν έχουν κατάληξη [...]. Συνεχίζονται πέρα από το τέλος των διηγημάτων» (Κούρτοβικ 2010). Μάλιστα «η προσδοκία σωτηρίας […], η πιθανότητα αλλαγής και ανατροπής είναι πρακτικά ανύπαρκτη» (Κοτζιά 2010). Ο ίδιος λόγος, ωστόσο, κάνει τον Τιμόθεο να ψηφίζει με πάθος το πρόσφατο έργο, γιατί αυτό «είναι βαθύτατα στοχαστικό, απαισιόδοξο –παρά τον τίτλο– και σπαρακτικά αληθινό» (Πατσιατζή 2014). «Το καλό θα έρθει από τη θάλασσα», συνεχίζει ο φίλος μου απτόητος, «μόνο ως ψευδαίσθηση και ματαιωμένη ελπίδα, γιατί κανένα καλό δεν μπορεί να προκύψει από πουθενά όταν η οικονομική καχεξία και ο κοινωνικός εκμηδενισμός έχουν απορφανίσει το άτομο και έχουν μετατρέψει σε πουκάμισο αδειανό τον συλλογικό του περίγυρο» (Χατζηβασιλείου 2015).

Ο Βλαδίμηρος στέκεται στην κοινωνική κριτική του Κάτι θα γίνει, θα δεις, ενώ ο Τιμόθεος βλέπει το Καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα ως πολιτική αλληγορία. Κοινωνική κριτική απ’ τη μια, καθώς ο Βλαδίμηρος εντοπίζει την απαισιοδοξία στη δομή του κοινωνικού συστήματος και τις επιπτώσεις κάθε κρίσης στους πλέον αδύναμους της κοινωνίας, πολιτική αλληγορία απ’ την άλλη, γιατί ο Τιμόθεος θεωρεί ότι η σύγκρουση δεν είναι ταξική αλλά εμφύλια: «η σύγκρουση ανάμεσα στους “αρουραίους” και στους “ξενομπάτες”, στις δύο κυρίαρχες εκδοχές της διχασμένης νεοελληνικής ταυτότητας, είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο παράλληλους κόσμους, σε δύο διαφορετικά ήθη που αναγκαστικά συνυπάρχουν όχι μόνο στον ίδιο χώρο και ίδιο χρόνο αλλά και στις ίδιες συνθήκες αποδόμησης και επισφάλειας που οξύνουν τις μεταξύ τους αντιθέσεις» (Πατσιατζή 2014).

Μπήκα πλέον για τα καλά στο κλίμα της αντιπαράθεσης που παρακολουθούσα, αντιλήφθηκα πλήρως το παιχνίδι τους, ώσπου άκουσα και το καταληκτικό τους κονταροχτύπημα.

Ο Βλαδίμηρος ύψωσε τη φωνή πιστεύοντας ότι η αριστερή ματιά του Οικονόμου έρχεται να ενταχθεί στην αλυσίδα ανάλογων φωνών που «μαρτυρούν την αποτυχία του συστήματος» (Ρουμπούλα 2010), καθώς τα οξέα διηγήματα του 2010 «παραπέμπουν σε μια μονιμότερη, εδραιωμένη από τον χρόνο ταξική παθολογία» (Χατζηβασιλείου 2015). Ο Τιμόθεος καγχάζει παθιασμένος: δεν είναι αριστερή κάθε ματιά που συντάσσεται με τους αδικημένους της γης, τα έχει πει ο Χριστός αιώνες τώρα και στο «Καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα […] το κακό δεν έχει μοναχά ρίζες κοινωνικές. Είναι αυτοφυές κι υπάρχει αμιγώς. Γεννιέται αυτόνομα και είναι αναπόδραστο, καθώς, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις ή τις εποχές, συνιστά ακαταμάχητη ανθρώπινη υπαρξιακή συνθήκη» (Κοτζιά 2014). Η νέα του συλλογή είναι «βαθύτατα ουμανιστική […] στον πυρήνα της» (Πατσιατζή 2014), καθώς εκφράζει με τα σύμβολά της, τις δραματικές αλληγορίες της και τις αναλογίες με τα βιβλικά πρότυπα χριστιανικές αλήθειες.

Αν δεν το καταλάβατε, οι φίλοι μου διασταύρωναν επιχειρήματα παρμένα από κριτικούς, δημοσιογράφους και συγγραφείς όπως η Τιτίκα Δημητρούλια, η Ελισάβετ Κοτζιά, ο Νίκος Μπακουνάκης, η Δήμητρα Ρουμπούλα, ο Κώστας Κατσουλάρης, ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, η Μάρη Θεοδοσοπούλου, ο Κώστας Παπαγεωργίου (ο Βλαδίμηρος), και οι Σταυρούλα Παπασπύρου, Λαμπρινή Κουζέλη, Χρίστος Παπαγεωργίου, Σωτηρία Καλασαρίδου, πάλι η Ελισάβετ Κοτζιά, η Ελένη Πατσιατζή, ο Δημήτρης Χριστόπουλος και ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (ο Τιμόθεος).

Ειλικρινά δεν ξέρω ποιος απ’ τους δυο φίλους μου έχει δίκιο!

 

ΚΡΙΤΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

Δημητρούλια, Τιτίκα (2010), «Περιγράφοντας με μαστοριά μια προαναγγελθείσα ήττα», Η Καθημερινή (9.5.2010).

Κοτζιά, Ελισάβετ (2010), «Διακρίνοντας», Η Καθημερινή (23.5.2010).

Μπακουνάκης, Νίκος (2010), «Στις δυτικές συνοικίες», Το Βήμα (23.5.2010).

Ρουμπούλα, Δήμητρα (2010), «Δεκαέξι μικρές ιστορίες χωρίς χάπι εντ», Το Έθνος (29.5.2010).

Κατσουλάρης, Κώστας (2010), «Ξένοι στον τόπο τους», www.bookpress.gr (22.6.2010).

Κούρτοβικ, Δημοσθένης (2010), «Εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί», Τα Νέα (3.7.2010).

Θεοδοσοπούλου, Μάρη (2010), «Η θλίψη των δυτικών συνοικιών», Ελευθεροτυπία (10.7.2010).

Παπαγεωργίου, Κώστας (2010), «Άνθρωποι του περιθωρίου, ηττημένοι», Η Αυγή, «Αναγνώσεις» (10.7.2010).

Παπασπύρου, Σταυρούλα (2014), «Στις καπιταλιστικές κοινωνίες προτιμούν να ζουν γονατισμένοι παρά να πεθαίνουν όρθιοι», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (29.10.2014).

Κουζέλη, Λαμπρινή (2014), «Αρουραίοι και ξενομπάτες», Το Βήμα (2.11.2014).

Περαντωνάκης, Γιώργος Ν. (2014), «Γλάροι σκυλιά λυσσασμένα», www.bookpress.gr (3.11.2014).

Παπαγεωργίου, Χρίστος (2014), «Χρήστος Οικονόμου, Το καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα», www.diastixo.gr (10.11.2014).

Καλασαρίδου, Σωτηρία (2014), «Ξένοι στην πατρίδα τους», www.oanagnostis.gr (15.11.2014). 

Κοτζιά Ελισάβετ (2014), «Η παράδοση των ανυπεράσπιστων ηρώων», Η Καθημερινή (23.11.2014).

Πατσιατζή Ελένη (2014), «Το κακό είναι ήδη εδώ», http://dimichri65.blogspot.gr (18.12.2014).

Χριστόπουλος, Δημήτρης (2015), «Η μνήμη μάς καλεί να γράψουμε ιστορία», http://dimichri65.blogspot.gr (9.1.2015).

Χατζηβασιλείου, Βαγγέλης (2015), «Κλειστοφοβικό νησί», www.oanagnostis.gr (13.2.2015).

 

* Το άρθρο αυτό βασίζεται στην ομιλία για τις συλλογές διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου, που έγινε τη Δευτέρα 11 Μαΐου και ώρα 19.30, στο Βιβλιοπωλείο «Επί λέξει» (Ακαδημίας 32).

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 25 (05.2015)