ο καζαντζάκης και ο νεοέλληνας

 

 

Μια αναθεώρηση του Καζαντζακικού προτύπου και ένα πολιτικό σχόλιο
με αφορμή το πολιτικό τοπίο του 2015 και τις επανεκδόσεις των έργων
Ασκητική, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και Αναφορά στον Γκρέκο

Γιώργος Ν. Περαντωνάκης

 

Σε πανελλήνια έρευνα του περιοδικού «διαβάζω» το 2001,1 ο Νίκος Καζαντζάκης αναδείχθηκε ο πιο δημοφιλής λογοτέχνης με μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο Κ. Καβάφη. Επίσης, ανάμεσα στα είκοσι (20) κορυφαία ελληνικά βιβλία του 2ού αιώνα περιλαμβάνονται οκτώ (8) έργα του Κρητικού συγγραφέα, τα 5 σημαντικότερα μυθιστορήματά του (με σειρά αποδοχής: «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», «Καπετάν Μιχάλης», Ο φτωχούλης του Θεού» και «Ο τελευταίος πειρασμός»), η αυτοβιογραφική «Αναφορά στον Γκρέκο», η φιλοσοφική «Ασκητική» και ένα ταξιδιωτικό του («Ιαπωνία-Κίνα»).

Πώς εξηγείται μια τέτοια εκκωφαντική προτίμηση, από τη στιγμή που η συγγραφική τέχνη του Ν. Καζαντζάκη αμφισβητείται, η γραφή του φαντάζει ενίοτε παλιομοδίτικη, ο φιλοσοφικός παλμός του έχει δείξει σημάδια κόπωσης και η εκδοτική του τύχη μέχρι τώρα δεν ήταν εντυπωσιακή;

Καταρχάς, κανένας δεν παραγνωρίζει ότι η ιδεολογία-φιλοσοφία του ασκεί πολύ μεγάλη επίδραση στο ευρύ κοινό. Δεν είναι μόνο επειδή αυτή είναι πολυσυλλεκτική, από τον Νίτσε και τον Μπερξόν μέχρι τις θρησκευτικές αντιλήψεις2 (Χριστός, Βούδας, Ζαρατούστρα, Κομφούκιος) κι από τα κομμουνιστικά πιστεύω στις θεωρίες του Δραγούμη, του Δαρβίνου, του Σπένγκλερ και άλλων. Δεν είναι μόνο επειδή ο Ν. Καζαντζάκης κατάφερε να εκλαϊκεύσει όλα αυτά τα ρεύματα και να τα παρουσιάσει σαν μικρά παραμύθια, σαν αλληγορίες που είναι συνάμα προσιτές στον αναγνώστη και μεστές ιδεών. Είναι, ακόμα περισσότερο, επειδή η ιδεολογία του συγγραφέα είναι επιθετική, ξεβολευτική, οξεία, παρασέρνει σε δράση, οδηγεί συνεχώς στην ανάβαση, εμπνέει ενθουσιασμό, ορμή, αγώνα. Ο λογοτέχνης εκφράζει με ορμητικό τρόπο τις μεταφυσικές του αγωνίες και την υπαρξιακή του κραυγή, προσπαθώντας να ξεπεράσει τον εαυτό του και να βρει την ύψιστη (εσωτερική) ελευθερία. Και σ’ αυτήν του την προσπάθεια παρασέρνει συθέμελα και τον αναγνώστη. 

Ο Ν. Καζαντζάκης σαγηνεύει επίσης, ακριβώς επειδή είναι παραμυθάς, που μετουσιώνει τις υψιπετείς ιδέες του σε παραβολές, σε εύπεπτα παραμύθια, εμπλουτισμένα με λαϊκούς θρύλους, θρησκευτικές δοξασίες, φιλοσοφικές αλληγορίες. Η αφηγηματική άνεσή του και η ικανότητά του να ενθέτει ιστορίες, ρητά, αποφθέγματα, έστω κι αν όλα αυτά υστερούν ως προς στη μυθιστορηματική συνθετικότητα, είναι ισχυρά όπλα της λογοτεχνίας του, ώστε να θέλξει τον αναγνώστη. Στον Ν. Καζαντζάκη διαβάζει κανείς φιλοσοφία, αλλά έχει την αίσθηση ότι ακούει τον παππού του να διηγείται ιστορίες.

Το πιο σημαντικό όμως, κατ’ εμέ, είναι ότι με τον Ν. Καζαντζάκη έχουμε ισχυρά πρόσωπα-φορείς ιδεών, πρόσωπα τα οποία μένουν χαραγμένα στη μνήμη του αναγνώστη και αποτελούν ανθρώπινους τύπους, οι οποίοι ενσαρκώνουν τρόπους σκέψης και δράσης: το πρότυπο του Ζορμπά, που θεωρήθηκε συνώνυμο του Έλληνα, αλλά ακόμα ευρύτερα αποτελεί τη δημιουργική δύναμη της ζωής· ο Μανολιός που θυσιάζεται, γνωρίζοντας πως είναι το εξιλαστήριο θύμα· ο Φραγκίσκος της Ασίζης που αγαπά το απλό, το λιτό και το υψηλό· ο Καπετάν Μιχάλης που ενέχει συνάμα ηρωικά και αντιηρωικά χαρακτηριστικά. Όλα αυτά τα γνωρίσματα μπορεί κανείς να τα αναγνωρίσει στον σύγχρονο Έλληνα, να τα δει στον ίδιο του τον εαυτό ή, αν είναι έφηβος ή νέος, να τα βάλει στόχο σε μια βιταλιστικά αισιόδοξη πορεία ζωή.

 

Από τον Ζορμπά στον Καπετάν Μιχάλη

Ο Ν. Καζαντζάκης μιλάει στον σημερινό άνθρωπο επειδή του δίνει τύπους ελληνικής ζωής και του θέτει πρότυπα δράσης. Με βάση τις πρόσφατες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις, όπως τις είδαμε μέσα στο 2015, θα υποστήριζα ότι τελικά ο Έλληνας δεν πρέπει να περιγράφεται ως Ζορμπάς. Αυτό το φθαρμένο στερεότυπο ναι μεν λειτούργησε στο εξωτερικό ως τουριστική ατραξιόν, αλλά τώρα η συμπεριφορά μας μού θυμίζει περισσότερο τον Καπετάν Μιχάλη.

Εκεί, σε μια πρώτη ανάγνωση, αναγνωρίζει ο καθένας το ατρόμητο φρόνημα, την εσωτερική αίσθηση της τιμής πάνω από οτιδήποτε άλλο, την επαναστατική διάθεση που δεν υποτάσσεται στον Τούρκο, όπως κι αν λέγεται σε κάθε εποχή, την αυθόρμητη φιλελεύθερη νοοτροπία που είμαι σίγουρος εν πολλοίς είναι ιδεαλιστική. Ο Νίκος Καζαντζάκης έπλασε έναν «ηρωικό» χαρακτήρα στα πρότυπα Κρητικών πολεμάρχων, που δόξασαν το όνομά τους και το όνομα της Κρήτης, ένα πρότυπο που ιστορικά κουβαλάνε οι Έλληνες. Αλλά μήπως τελικά ο καζαντζακικός χαρακτήρας δεν είναι έτσι όπως φαίνεται, δεν είναι ένας επικός, άφθαρτος ήρωας; Μήπως κι ο Έλληνας δεν είναι τόσο εξιδανικευμένα ένας ασυμβίβαστος επαναστάτης; 

Όπως αποδεικνύεται από την πρόσφατη βιβλιογραφία (Δ. Τζιόβας, R. Beaton, P. Bien, Βρ. Καραλής κ.λπ.), ο Καπετάν Μιχάλης δεν είναι τελικά τόσο απρόσβλητος από ιδιοτελή κίνητρα, έχει έντονο το αίσθημα του ατομικισμού και δεν υποτάσσεται, ως όφειλε, στο συλλογικό συμφέρον. Είναι ανυπότακτος επειδή πιστεύει στον εαυτό του και όχι στην πατρίδα (δηλώνει άλλωστε ότι δεν την έχει ανάγκη), σηκώνει παντιέρα ακόμα κι όταν οι άλλοι καπετάνιοι κρίνουν διαφορετικά, και πάνω απ’ όλα ενδίδει στις εσωτερικές του παρορμήσεις και αφήνει έκθετο το πολιορκούμενο μοναστήρι, για να πάει να σώσει την Τουρκάλα Εμινέ, με την οποία είναι ερωτευμένος. Με άλλα λόγια, λειτουργεί, αντίθετα με όλους τους κανόνες της ανδρείας, βάσει του προσωπικού του συμφέροντος και δεν υπολογίζει τις συλλογικότητες –είτε στη θετική τους έκφανση (κοινός αγώνας εναντίον των Τούρκων) είτε στην αρνητική τους (συνθηκολόγηση).

Ακούω πολλούς να μιλάνε για τιμή, για αξιοπρέπεια, για ελευθερία και θυμάμαι τις ηρωικές πλευρές του Καπετάν Μιχάλη. Αυτός ναι μεν καταξιώθηκε ως πρότυπο γενναιότητας, αλλά στην ουσία ο Ν. Καζαντζάκης έπλασε ένα παράδειγμα αψήφιστης αντιδραστικότητας, αφού κίνητρο της θαρραλέας στάσης του ήρωά του δεν είναι η πατρίδα, αλλά είτε προσωπικά συμφέροντα (όχι βέβαια υλικά) είτε εσωτερικές παρορμήσεις που τελικά δεν μπορεί να ελέγξει. Ο «Καπετάν Μιχάλης», ενώ θα μπορούσε να είναι ένα έπος με τη ρομαντική-ιδεαλιστική ματιά του 19ου αιώνα, έγινε ένα μυθιστόρημα με όλες τις αμφιβολίες για την αξία μιας τέτοιας ηρωικής «κουζουλάδας».

Από τότε που κυκλοφόρησε το έργο το 1953, ο έλληνας αναγνώστης διαβάζει τον «Καπετάν Μιχάλη» με δύο λανθασμένες στερεοτυπικές αναγνώσεις. Αφενός, τον θαυμάζει επειδή ενσαρκώνει το τολμηρό πρότυπο, το οποίο όμως δεν ανταποκρίνεται στη σημερινή εποχή, είναι πλασμένο στα επικά μέτρα και αντιφάσκει με το μυθιστόρημα μέσα στο οποίο είναι τοποθετημένο. Αφετέρου, ο ομώνυμος χαρακτήρας δεν είναι τόσο ανιδιοτελής όσο δείχνει, αφού προκρίνει το ατομικό συμφέρον (έστω κι αν σε μεγάλο ποσοστό αυτό ταυτίζεται με το καλό της πατρίδας): πάρτε ως παράδειγμα με ποια μπουρλοτιέρικη διάθεση αποφασίζει μόνος του (χωρίς να συσκέπτεται με τους άλλους Έλληνες), το ότι προτιμά να σώσει την Εμινέ χωρίς να καταλαβαίνει ότι ρισκάρει την εξεγερμένη Μονή του Αφέντη Χριστού, το ότι δεν υπολογίζει ελληνικές αρχές και συλλογικότητες…

Ο Καπετάν Μιχάλης είναι μια ακόμα από τις πολλές πτυχές του Νεοέλληνα που έπλασε ο Ν. Καζαντζάκης: ιδεαλιστής, με αγνές προθέσεις, με ασυμβίβαστο πνεύμα, ανυπότακτος, γενναίος, παρορμητικός, οξύθυμος, πάντα πρώτος στους αγώνες, πάντα σκληρός με τον εαυτό του και τους άλλους, με αίσθημα τιμής και αξιοπρέπειας, με φόβο μόνο απέναντι στην ντροπή κ.λπ. Όλα αυτά όμως δεν λειτουργούν παρά ως το αυθεντικό περίβλημα ενός εσωτερικού τραύματος, που υποδαυλίζεται από έναν άφατο ατομικισμό και έναν δογματικό φιλελευθερισμό εις βάρος ακόμα και της ίδιας της πατρίδας, για την οποία ο ίδιος ο ήρωας θέλει να πιστεύει ότι αγωνίζεται. Ο Καπετάν Μιχάλης είναι ο Έλληνας που ειλικρινά πιστεύει ότι έχει δίκιο και ότι δεν πρέπει να «σκύψει το κεφάλι» σε κανέναν δυνάστη, αλλά στην ουσία είναι ήδη υποταγμένος στο πάθος, στο εγώ, στον εσωτερικό τύραννο που δεν ξέρει να διαλλάσσεται. 

 

Εκσυγχρονισμένες επανεκδόσεις

Ο εκδοτικός οίκος Καζαντζάκη αποφάσισε να ανανεώσει τις πολυκαιρισμένες εκδόσεις των έργων του συγγραφέα και να τις κάνει πιο σύγχρονες και πιο ουσιαστικές, αλλά πιο κομψές. Διατήρησε το κείμενο με απειροελάχιστες τυπογραφικές αλλαγές και το πλαισίωσε με επίμετρο, όπου σχολιάζεται από τον Νίκο Μαθιουδάκη η γλώσσα του συγγραφέα και από τον Πάτροκλο Σταύρου η εκδοτική πορεία κάθε έργου. Η εκσυγχρονισμένη επανέκδοση περιλαμβάνει επίσης χορταστικές και κατατοπιστικές εισαγωγές, γραμμένες ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να βρει οδοδείκτες που θα τον κατευθύνουν στο καζαντζακικό σύμπαν. 

Στην «Ασκητική» προηγείται η εισαγωγή του Κίμωνα Φράιερ του 1959, στην οποία ο Αμερικανός μεταφραστής εντάσσει το κείμενο στην εποχή του και αναδεικνύει την πορεία συγγραφής του σαν ποτάμι που άντλησε ιδέες και νάματα από πλείστους τόσους διανοούμενους και λογοτέχνες. Την εισαγωγή στο «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» γράφει ο ειδικός σε θέματα Καζαντζάκη Θανάσης Αγάθος, ο οποίος εκπονεί έναν περιγραφικό χάρτη του έργου, αναλύει τα επιμέρους θέματά του και παρουσιάζει συνοπτικά τα πορίσματα της βιβλιογραφίας και της κριτικογραφίας γύρω από το νόημα του κειμένου. Τέλος, η εισαγωγή στην «Αναφορά στον Γκρέκο» γράφτηκε από τη Μαρίνα Γρηγοροπούλου, η οποία εφαρμόζει τις εικονολογικές θεωρίες όπως αυτές συγκεντρώνονται και παρατίθενται από τον Jean-Jacques Wunenburger. Με βάση αυτό το πλαίσιο, η Δρ. Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας αναδεικνύει τις εικόνες είτε ως αρχέτυπα, είτε ως σχήματα, είτε ως αλληγορίες κ.λπ. που απαρτίζουν τον λόγο του κειμένου.

Θα ακολουθήσουν κι άλλες επανεκδόσεις, καθώς ο Ν. Καζαντζάκης εξακολουθεί να είναι επίκαιρος, γιατί οι χαρακτήρες του και οι φιλοσοφικές του αλληγορίες συνεχίζουν να δίνουν απαντήσεις στα ερωτήματα των καιρών.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. διαβάζω (περ.), «20ός αιώνας. Οι κορυφαίοι συγγραφείς και τα σημαντικότερα βιβλία», τεύχ. 414, Ιανουάριος 2001, σελ. 102-126.

2. Ο Peter Bien στο άρθρο του «Γιατί να διαβάζουμε Καζαντζάκη τον 21ο αιώνα» (μετφ. Μ. Αρετουλάκης, περ. Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχ. 35, 2007, σελ. 188-192) δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στον θρησκευτικό στοχασμό του Ν. Καζαντζάκη.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 29 (09.2015)