οι κεραίες του ανταίου

 

Η ιταλική αφετηρία του Ανταίου Χρυσοστομίδη
και ένα υπαρξιακό πορτρέτο του με τα μάτια ενός επιστήθιου φίλου του

Γιώργος Μπράμος

 

files/chronosmag/contentVOL28/chrysostomidis-CapeTown-02.jpg

Ένα τρένο ταξιδεύει από τον Βορρά προς τον Νότο της ιταλικής χερσονήσου. Σε ένα εξαθέσιο κουπέ στη δεύτερη θέση, δυο νέα παιδιά μιλάνε ζωηρά και εκστασιασμένα σε μια παράξενη γλώσσα. Λένε ονόματα, αναρίθμητα ονόματα. Σεφέρης, Τσίρκας, Αναγνωστάκης, που οι άλλοι μάλλον δεν καταλαβαίνουν, Θεοδωράκης, το όνομα σύμβολο της δικής τους χώρας, Παπαδόπουλος, το όνομα σύμβολο της επίσης δικής τους τυραννίας.

Και λένε κι άλλα ονόματα: Αντονιόνι, Βισκόντι, Φελλίνι, Τοτό, Παβέζε, Ντίνο Ρίζι, Λόρεν, Καρντινάλε, Λολομπρίτζιντα, ο θαυμαστός καινούριος κόσμος που τους αναστατώνει όσο αρχίζουν να κατανοούν και να συνδέονται, ακατάλυτα όπως έδειξαν τα χρόνια, με τη νέα τους πατρίδα.

Κάποια στιγμή οι συνταξιδιώτες ρωτάνε τα νεαρά παιδιά τι είναι αυτή η γλώσσα που μιλάνε, με λέξεις που θυμίζουν κάτι μακρινό και έχει περίπλοκους φθόγγους. Τους είπανε: «Είμαστε Έλληνες». «Κολονέλλι» απάντησαν οι άλλοι με ελαφρά κρυμμένο οίκτο. «Fronte patriotico» είπες με καμάρι, Ανταίο, και πρόσθεσες: «Resistenza greca». Σηκώθηκαν όλοι από τις θέσεις τους και μας έσφιξαν το χέρι. Η Ιταλία ήταν τότε μια άλλη χώρα, που αποδεχόταν και φιλοξενούσε τη νεανική μας περηφάνια για την αντίσταση κατά της χούντας.

Στη Ρώμη, στο σπίτι κοντά στον σταθμό της Τιμπουρτίνα, έβαλες κι ακούσαμε Τα τραγούδια του αγώνα κι έμαθα από σένα τον Νίνο Ρότα. Θυμάμαι πως δεν ήταν μουσική από ταινίες του Φελλίνι, αλλά από τον Γατόπαρδο του Βισκόντι. Στο τέλος βέβαια η Πάττυ Πράβο και η Μίνα μας ημέρεψαν με τον τρόπο τους.

Μας γνώρισε ο Θανάσης, που η φιλία του στάθηκε καθοριστική και για τους δυο μας. Ο γιος του ο Κοσμάς είναι εδώ, σταλμένος από τον πατέρα του, για να σε αποχαιρετήσει.

Ήμαστε νέοι τότε, ορμητικοί νέοι, κι εσύ ο πιο ορμητικός από όλους. Και από τότε είχες ανοιχτές τις κεραίες σου, Ανταίο. Σε όλα μέσα. Πολιτική, τέχνη, κινηματογράφος, λογοτεχνία, μουσική – εραστής της όπερας και φίλος της Φαραντούρη. Και η Αριστερά, προπαντός η Αριστερά, καθότι ήσουν γιος του δοκιμασμένου, σκεπτόμενου και αριστερού Σοφιανού. Για όλα είχε το βαθύ κι άμεσο κριτήριο, τη λάμψη στα μάτια.

Ήταν ωραία χρόνια τότε γιατί ήμαστε νέοι κι είχαμε ωραίες ελπίδες. Μπορεί κάποιες απ' αυτές να αποδείχτηκαν πλαστές, μπορεί άλλες να διαψεύστηκαν. Μας άφησαν όμως εκείνο το πολύτιμο και βασανιστικό ταυτόχρονα γονίδιο της αναζήτησης. Εσύ το έκανες χειροπιαστή, γόνιμη και ανεκτίμητη παρακαταθήκη στις μεταφράσεις σου, στη διεύθυνση της Σειράς Ξένης Λογοτεχνίας στον Καστανιώτη, στις τηλεοπτικές «κεραίες της εποχής μας».

Ήσουν στην πιο δημιουργική σου φάση όταν χτυπήθηκες από την αρρώστια. Σχεδιάζαμε πάλι ένα από τα μακρινά ταξίδια, πάντα με αυτοκίνητο – φτάσαμε μια χρονιά ώς τη Γιάλτα για να επισκεφτούμε τον μυθικό τόπο, πηγή της ελληνικής τραγωδίας του Εμφύλιου. Και σε ένα ταξίδι, στη χιονισμένη Δρέσδη, μας γεννήθηκε η ιδέα για τις Κεραίες της εποχής μας.

Εκείνο λοιπόν το μακρινό ταξίδι δεν έγινε.

Αλλά δεν σταματήσαμε να ταξιδεύουμε. Κι εσύ πια άρχισες να αποχαιρετάς. Θυμάμαι τον σπαραγμό σου, πέρσι τον Ιούλιο, όταν φεύγαμε από το ξενοδοχείο της Ιωάννας Κουτσουδάκη στα Χανιά, το φιλόξενο αρχοντικό όπου πήγαινες πάντα με τον Ταμπούκι, τον φίλο σου.

Μετά πήγαμε στον δικό μου γενέθλιο τόπο, στην Τρίπολη, σε ένα κέντρο αποκατάστασης.

Έσπρωχνα το αναπηρικό καρότσι στον κεντρικό δρόμο, που τώρα είναι πεζόδρομος, και μας περιεργάζονταν όλοι. Σε καθησύχαζα. «Δεν είναι το αναπηρικό καρότσι, είναι ότι είμαστε άγνωστες φάτσες». «Μας περιεργάζονται από περιέργεια;» ρώτησες. «Από καχυποψία», σου απάντησα. «Θεωρούν ότι κάθε άγνωστος έρχεται από τη θάλασσα. Φτάνουν μέχρι εδώ οι πειρατές». Νόμισα πως έτσι σε παρηγορούσα για την αδιακρισία τους.

Περάσαμε από έναν στενό δρόμο, που έχει το όνομα του μουσουργού: οδός Βάρβογλη. «Εδώ είναι το πατρικό μου», σου είπα. Θυμηθήκαμε ότι στο Κάιρο είχαμε ψάξει και είχαμε βρει το δικό σου πατρικό. Ζήλευα πάντα που γεννήθηκες ακούγοντας όλες τις γλώσσες του κόσμου, που κάθε πρωί συναντούσες τόσες φυλές ανθρώπων. Είχες το μεγάλο ποτάμι, τον Νείλο, λίγο πιο κει τις πυραμίδες και τη Σφίγγα. Ήθελες δυο βήματα για να συναντηθείς με την ιστορία.

Αν δεν ήταν το αναπηρικό καρότσι θα είχα ξεχάσει τι τράβαγες. Φλυαρούσαμε σαν την πρώτη φορά που βρεθήκαμε, παρά την εμφανή δυσκολία σου στην άρθρωση.

Τι φρικτή αρρώστια! Το μυαλό, η σκέψη, όλα καθαρά. Αυτιά που ρουφούσαν μουσικές, ήχους, κουβέντες, απείραχτα. Γεύση το ίδιο εκλεκτική, που απολάμβανε το ακριβό κρασί της Ιταλίας και την ταπεινή γουρουνοπούλα της Τρίπολης. Μάτια που πάντα αγαπούσαν τα τοπία των ανθρώπων, την ομορφιά του κόσμου.

Αλλά όλα τα άλλα που υλοποιούν και επικοινωνούν τον μέσα κόσμο του καθενός, τα χέρια που σφίγγουν τα χέρια των φίλων και γράφουν τα υπέροχα κείμενα, τα χέρια που δένουν τον κόμπο στα κίτρινα παπούτσια, όλο και να αγκυλώνονται. Τα πόδια που έτρεχαν στις πλατείες και στους δρόμους της οικουμένης, ήταν πια ανενεργά.

Αλλά το μεγαλύτερο μαρτύριο ήταν όταν άρχισε να χάνεται η ομιλία. Πάλευες απελπισμένα να εξηγήσεις, να συμμετάσχεις στις κουβέντες, στους καβγάδες, στις αναλύσεις. Και νομίζω ότι περισσότερο πονούσες γιατί δεν μπορούσες πια να τραγουδήσεις. Κάποια στιγμή, όταν πήγαμε στη Ζάτουνα να επισκεφθούμε τον τόπο εξορίας του Μίκη, κατάλαβα τον καημό σου. Βάλαμε για πικρή παρηγοριά το «Μιλώ» και νόμισα ότι το ψιθύρισες.

Η αδιανόητη αντοχή, αλλά περισσότερο η γενναιότητα με την οποία στάθηκες μπροστά στη δοκιμασία δεν ξάφνιασε κανέναν. Ήσουν πάντα διψασμένος για ζωή και δεν εγκατέλειψες, μέχρι το τέλος. Ήσουν πάντα ένας άνθρωπος της αντίστασης.

Σου συμπαραστάθηκαν στη δοκιμασία πολλοί. Σε αυτό στάθηκες τυχερός. Αλλά πρέπει να αναφέρω την αυταπάρνηση του αδελφού σου Άλκη και της γυναίκας του Πόπης, του Λουκά και της Ελένης, που μοιράστηκαν τον πόνο σου. Κι επίσης τον Γιάννη Ευδοκιμίδη και τη συνεργάτιδά του Χρύσα για την ιατρική τους φροντίδα. Τέλος στη Σωτηρία, το νοσοκομείο απ' όπου αναχώρησες, όλο το ιατρικό προσωπικό προσπάθησε με συγκινητική επιμονή να κάνει το καλύτερο.

Ανταίο. Εμείς οι αυτοπροσδιοριζόμενοι αγνωστικιστές ξέρουμε πως οι άνθρωποι υπάρχουν στις μνήμες των ανθρώπων. Ίσως πουθενά αλλού. Και το ίχνος που μας άφησες είναι καθοριστικό.

Και θέλω τέλος να σου εξομολογηθώ πως την έτρεμα αυτή την ώρα του αποχαιρετισμού. Γιατί ξέρω πια πως το νυχτερινό τρένο ταξιδεύει βουβό και άδειο, ακριβέ μας Ανταίο.

 

Καλό σου ταξίδι.

 

files/chronosmag/contentVOL28/chrysostomidis-CapeTown-01.jpg

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 28 (08.2015)