λαός της ανοχής και λαός της εκκλησίας: μια ασύμβατη σχέση;

 

Μια προκαταρκτική ανάλυση με αφορμή το σύμφωνο συμβίωσης
για άτομα του ιδίου φύλου

 

Γιάννης Τσίρμπας

 

«Ο πρώτος, ο πιο ζωτικός, ο πιο οικείος, ο πιο συμπαντικός από τους ανθρώπινους θεσμούς, αυτός του γάμου και της οικογένειας, έχει αντισταθεί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στη νέα ηθική που περιλαμβάνει την αποδεκτή πλέον αξία της ισότητας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Αυτό έγραφε, το 1914, στο HarvardTheologicalReview,1 η Anna Garlin Spencer, φεμινίστρια, αγωνίστρια για το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες και μία από τις πρώτες γυναίκες κληρικούς στις Η.Π.Α. Συμπλήρωνε, δε, δύο βασικά στοιχεία:2 πρώτον, ότι η ισότητα των δικαιωμάτων είναι θεμέλιο της δημοκρατίας και, δεύτερον, ότι η Εκκλησία έχει δώσει σε κάθε άνθρωπο «το δικαίωμα στην ψυχή του και την ευθύνη να τη σώσει». Εντόπιζε, δηλαδή, εύστοχα τις δύο κυρίαρχες διαστάσεις του θέματος της επέκτασης δικαιωμάτων που αφορούν στον θεσμό της οικογένειας, τότε στις γυναίκες, τώρα στους ομοφυλόφιλους: τη συνειδησιακή/θρησκευτική και την πολιτική/δημοκρατική.

Οι δύο αυτές διαστάσεις εξακολουθούν και σήμερα να ορίζουν τον δημόσιο διάλογο σχετικά με τη θεσμική αναγνώριση της σύνδεσης ατόμων του ιδίου φύλου, είτε πρόκειται απλώς για το σύμφωνο συμβίωσης είτε για τον γάμο ή το δικαίωμα υιοθεσίας από ζευγάρια του ιδίου φύλου. Το 2013, κάποιου τύπου τέτοια θεσμική αναγνώριση υπάρχει σε περίπου 20 χώρες παγκοσμίως, οι μισές από τις οποίες βρίσκονται στην Ευρώπη. Από συγκριτική σκοπιά, δεν είναι τυχαίο ότι όλες οι χώρες στις οποίες υπάρχει θεσμοθετημένη ανάλογη ρύθμιση έχουν ως ποσοτικά επικρατούσα θρησκεία κάποιον χριστιανισμό «δυτικού τύπου», δηλαδή Καθολικισμό ή Προτεσταντισμό, ενώ στις περισσότερες από αυτές εντοπίζονται τα στοιχεία μιας διαδικασίας εκκοσμίκευσης, με ένα σημαντικό ποσοστό να δηλώνουν άθεοι, αγνωστικιστές ή ότι δεν ανήκουν σε καμία θρησκεία.3 Επίσης, πρόκειται ως επί το πλείστον για χώρες όπου η διαιρετική τομή κράτους-Εκκλησίας είναι ή έχει υπάρξει στο παρελθόν έντονη και διαχρονική, εμπλέκοντας μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, με αποτέλεσμα τελικά, ακόμα και για πολλούς από όσους διαφωνούν με αντίστοιχες μεταρρυθμίσεις, να έχει καταστεί πλέον σαφής η αποκλειστική κρατική αρμοδιότητα για αντίστοιχα θέματα.

Στην Ελλάδα, η συζήτηση επισήμως άνοιξε πολύ πρόσφατα, μετά την απόφαση4 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για την επέκταση του συμφώνου συμβίωσης και στα άτομα του ιδίου φύλου, θεωρώντας ότι παραβιάζονται τα άρθρα 14 περί διακρίσεων και 8.1 περί δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,5 την οποία έχει υπογράψει η Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση προτίθεται να παραπέμψει τη νομοθέτηση της απόφασης στις ελληνικές καλένδες, με ευθύνη της Ν.Δ., όπως φαίνεται.6 Είχε προηγηθεί η επίσημη εναντίωση της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία, ούτως ή άλλως ενάντια στο σύμφωνο συμβίωσης μεταξύ ετεροφυλόφιλων, συσχετίζει το θέμα με «τον υλιστικό και μηδενιστικό τρόπο ζωής, την έκλειψη εκκλησιαστικού ήθους και αληθινής αγάπης»7. Επιπλέον, ιεράρχες τοποθετήθηκαν δημόσια περί «της θεσμοθέτησης κατά τρόπο φρικιαστικό στη χώρα μας της ανατροπής της ανθρώπινης οντολογίας και φυσιολογίας και την κατοχύρωση της ψυχοπαθολογικής εκτροπής της ομοφυλοφιλίας»8, τοποθετήσεις που μάλλον έρχονται σε αντίθεση με ό,τι θα περίμενε κανείς στο πλαίσιο μιας χριστιανικής προσέγγισης.

Η Εκκλησία, λοιπόν, όπως έκανε αρκετές φορές στο παρελθόν, με πιο πρόσφατη περίπτωση αυτή της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες την περίοδο 1999-2000, παρεμβαίνει δημόσια για ένα θέμα που αφορά τη σχέση της πολιτείας με τους πολίτες της και βρίσκει ευήκοον ους στη Ν.Δ. Οι δε κεντρικοί άξονες των επιχειρημάτων που χρησιμοποιεί είναι «κλασικοί»9 και συνοψίζονται στην «αδυναμία αναπαραγωγής» και στο «αφύσικο» των ομοφυλοφιλικών σχέσεων, εμπεριέχοντας σαφείς ηθικές και αξιακές επικρίσεις. Άλλωστε και η ίδια η ομοφοβία, ως ο ενδόμυχος φόβος μιας «επιδημίας» που απειλεί να εξαπλωθεί σε «ιερά» πράγματα, όπως η οικογένεια, θεωρείται ότι έχει θρησκευτικές ρίζες10.

Αν, όμως, η Εκκλησία τοποθετείται με αυτό τον τρόπο, τότε τι συμβαίνει με τους πιστούς της; Η προφανής υπόθεση που κάνει κανείς είναι ότι ακολουθούν στην ίδια κατεύθυνση. Γνωρίζουμε ήδη ότι ο «λαός της εκκλησίας»11 συγκεντρώνεται κυρίως στο συντηρητικό άκρο της «μεταϋλιστικής» διάκρισης κοινωνικού φιλελευθερισμού-κοινωνικού συντηρητισμού, στην οποία εμπίπτει το συγκεκριμένο θέμα. Αποτελεί περίπου το 1/3 του ενήλικου πληθυσμού και η εντονότερη κοινωνικοδημογραφική του παρουσία βρίσκεται στις μεγάλες ηλικίες, στα άτομα χαμηλού εκπαιδευτικού επιπέδου και στις δεξιές περιοχές του πολιτικού φάσματος,12 στοιχεία που έχουν διαχρονικό χαρακτήρα.13

 

Τα ποσοτικά όρια της ανοχής

Από την άλλη, θα ήταν ενδιαφέρον να διερευνηθεί σε ποια τμήματα του πληθυσμού είναι ισχυρή η ανεκτικότητα και η δυναμική της ανοχής στην Ελλάδα. Ανοχή (tolerance) και ανεκτικότητα (toleration) είναι έννοιες παραπλήσιες, αλλά όχι ταυτόσημες, παρόλο που χρησιμοποιούνται εναλλακτικά ή/και συμπληρωματικά μεταξύ τους στο παρόν κείμενο. Ανοχή –που ως περισσότερο γενικός όρος προκρίνεται για να περιγράψει κεντρικά το θέμα– σημαίνει μια κανονιστική αρχή, μια γενικώς συμφωνημένη κατάσταση σε μια κοινωνία, ενώ η ανεκτικότητα αναφέρεται σε στάσεις, αντιλήψεις, συγκεκριμένες πρακτικές και θεσμούς.14 Κεντρικό σημείο εδώ είναι ότι το ανεκτικό άτομο ανέχεται αντίθετες απόψεις, πεποιθήσεις και πρακτικές, ακόμα και αν έχει τη δυνατότητα να παρέμβει εναντίον τους.15

Αν, λοιπόν, αναζητούμε το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά του «λαού της ανοχής», το τμήμα δηλαδή του πληθυσμού που έχει θετική στάση απέναντι σε μεταρρυθμίσεις όπως η θεσμική κατοχύρωση της συμβίωσης ζευγαριών του ιδίου φύλου, νομιμοποιούμαστε να υποθέσουμε ότι αυτός θα βρίσκεται στον κοινωνικοδημογραφικό αντίποδα του λαού της εκκλησίας που περιγράφηκε παραπάνω, δηλαδή στους νέους, τα άτομα υψηλού μορφωτικού επιπέδου και σε όσους αναγνωρίζονται στην Αριστερά. Και, όντως, έτσι είναι.

Στο κύμα Οκτωβρίου 2013 της έρευνας «Ελλάδα 2.0»16 της εταιρείας QED, το ποσοστό όσων «συμφωνούν» και «μάλλον συμφωνούν» με τη συναφή πρόταση «να επιτραπεί ο γάμος ομοφυλόφιλων» ανέρχεται στο 24%, στα επίπεδα των Η.Π.Α. περίπου δύο δεκαετίες πριν (27% το 1996), μια χώρα για την οποία το 2012 ήταν η πρώτη χρονιά που η συμφωνία με τη νομιμοποίηση του γάμου μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου πέρασε σε απόλυτα πλειοψηφικά επίπεδα, με 53%17. Η συμφωνία με τον γάμο ομοφυλόφιλων σημειώνει τις υψηλότερες τιμές της (αν και όχι πλειοψηφικές) μεταξύ όσων αισθάνονται «κοντά» ή «πολύ κοντά»18 στο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (35%) και τις χαμηλότερες μεταξύ όσων βρίσκονται σε κοντινή απόσταση από τη Χρυσή Αυγή (μόλις 9%). Ταυτόχρονα, όπως αναμενόταν, ο υψηλότερος βαθμός συμφωνίας σημειώνεται στους νέους 18-24 ετών (36%), στα άτομα ανώτερου εκπαιδευτικού επιπέδου (29%) και σε όσους αυτοτοποθετούνται στην Αριστερά (32%).

Τα συγκεκριμένα στοιχεία παρέχουν μια πρώτη εικόνα για τα ποσοτικά όρια της ανοχής στην Ελλάδα. Η έννοια δεν εξαντλείται, όμως, στις σχέσεις μεταξύ ομοφυλόφιλων. Προκειμένου να την προσεγγίσουμε πληρέστερα, υπάρχει η ανάγκη κατασκευής μιας αθροιστικής «κλίμακας ανοχής», στην οποία θα εντάσσονται όσο το δυνατόν περισσότερα σχετικά θέματα. Επιλέχθηκαν λοιπόν δέκα επτά ακόμα από τις διαθέσιμες μεταβλητές, από τα κύματα Απριλίου 2012 και Ιουνίου 201319 της έρευνας «Ελλάδα 2.0», ώστε, συνδυάζοντας τες με τη συμφωνία απέναντι στον γάμο μεταξύ ομοφυλόφιλων, να συγκροτηθεί η κλίμακα20 ανοχής. Συγκεκριμένα, εντάχθηκαν προτάσεις που αφορούν τους μετανάστες, τις αμβλώσεις, την έννοια της τιμωρίας και της επανένταξης, τη σχέση θρησκείας και ηθικής, τη στάση απέναντι στην αφηρημένη τέχνη και τους καλλιτέχνες, την πειθαρχία των παιδιών και το προγαμιαίο σεξ21. Οι συγκεκριμένες μεταβλητές προσθέτουν ένα ευρύ φάσμα προσωπικών επιλογών, οι στάσεις απέναντι στις οποίες άπτονται της αποδοχής του «άλλου» και της ανεκτικότητας απέναντι στο διαφορετικό γούστο και στις αποκλίνουσες από την κεντρική τάση κοσμοθεωρίες και στάσεις ζωής. Οφείλουμε, βέβαια, να σημειώσουμε ότι όσο περισσότερες μεταβλητές εντάσσουμε στην κλίμακα, τόσο περισσότερα θέματα συμπεριλαμβάνουμε, αλλά ταυτόχρονα τόσο περισσότερο αμβλύνουμε πιθανές οξείες κοινωνικοδημογραφικές διαφοροποιήσεις που θα μπορούσαν να εντοπιστούν σε μεμονωμένες μεταβλητές ή σε μικρότερες ομαδοποιήσεις.

Η κλίμακα χωρίστηκε σε πέντε κατηγορίες22 και η κατανομή των απαντήσεων είναι «Ελευθεριακοί» 4%, «Ανεκτικοί» 28%, «Ισορροπιστές» 41%, «Μη ανεκτικοί» 25% και «Απομονωτιστές/Παρεμβατικοί» 3% (Γράφημα 1). Συνεπώς, ο δείκτης κοινωνικής ανοχής στην Ελλάδα, δηλαδή το άθροισμα των «Ελευθεριακών» και «Ανεκτικών», ανέρχεται στο 32%. Περίπου 1 στους 3 Έλληνες χαρακτηρίζεται από ανεκτική, μη παρεμβατική στάση απέναντι στις προσωπικές επιλογές των συμπολιτών του.

Γράφημα 1

Πηγή: Κύματα 4/2012 και 6/2013 της έρευνας «Ελλάδα 2.0», της εταιρείας QED. (N=987).

 

Κοινωνική, δημογραφική, πολιτική και ιδεολογική κατηγοριοποίηση της ανοχής

Η κοινωνική και δημογραφική κατηγοριοποίηση της ανοχής δεν επιφυλάσσει εκπλήξεις, αν και, σε σύγκριση με τη μεταβλητή για τον γάμο ομοφυλόφιλων, σημειώνει υψηλότερο συνολικό ποσοστό (32% έναντι 24%), ενώ γίνεται απόλυτα πλειοψηφική σε ορισμένες κατηγορίες, επιβεβαιώνοντας τον «αμβλυντικό» ρόλο της πολυθεματικής κλίμακας και ταυτόχρονα καταδεικνύοντας ότι το ζήτημα της θεσμικής κατοχύρωσης των σχέσεων μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου παραμένει ένα από τα πιο περιχαρακωμένα κοινωνικά θέματα. Συγκεκριμένα, ισχύει και στο επίπεδο της αθροιστικής κλίμακας η γενεακή υπόθεση, με τον δείκτη ανοχής να είναι απόλυτα πλειοψηφικός μεταξύ των νέων ηλικίας 18-25 ετών (54%), όπως επιβεβαιώνεται και η σχέση ανοχής και εκπαιδευτικού επιπέδου (39% στα άτομα ανώτατης-ανώτερης εκπαίδευσης).

Αναμενόμενα αποτελέσματα έχει και η πολιτική και ιδεολογική κατηγοριοποίηση της ανοχής: φτάνει στα υψηλότερα ποσοστά της μεταξύ όσων αυτοτοποθετούνται στην Αριστερά (48%) και την Κεντροαριστερά (44%). Αντίθετα, σε όσους αυτοτοποθετούνται στην Άκρα Δεξιά, δηλαδή στο 5% των ερωτώμενων που τοποθετούνται στα δύο ακραία δεξιά σημεία της δεκαβάθμιας κλίμακας, η ανοχή μετά βίας αγγίζει το 13%, ενώ δεν ξεπερνάει το 22% σε όσους αυτοτοποθετούνται στη Δεξιά. Ταυτόχρονα, στη συγκεκριμένη ομάδα, που αποτελεί προνομιακό εκλογικό ακροατήριο της Ν.Δ., το άθροισμα «μη ανεκτικών» και «απομονωτιστών/παρεμβατικών» ξεπερνάει το 35%.

 

Βαθμός ανοχής και σχέση με τη θρησκεία

Επιπλέον, η σχέση βαθμού ανοχής και σχέσης με τη θρησκεία επιβεβαιώνει τη, βασισμένη στις δημόσιες τοποθετήσεις επίσημης Εκκλησίας και κληρικών, υπόθεση ότι όσο πιο κοντά είναι κάποιος στην Εκκλησία τόσο λιγότερο ανεκτικός θα είναι απέναντι στις επιλογές των συμπολιτών του. Μεταξύ όσων συμφωνούν απόλυτα με την πρόταση «η σχέση μου με τα θεία είναι ικανοποιητική» (οι πολύ θρησκευόμενοι που αποτελούν το 10% των ερωτώμενων), ο βαθμός ανοχής μόλις που αγγίζει το 19%, ενώ αν προστεθούν σε αυτούς και οι αρκετά θρησκευόμενοι (28% ακόμα) η ανοχή φτάνει το 27%. Γενικά, όσο μειώνεται η θρησκευτικότητα, η ανοχή αυξάνεται γραμμικά, φτάνοντας το 60% μεταξύ αυτών που επιδεικνύουν χαμηλή ή καμία θρησκευτικότητα. Βέβαια, το γεγονός ότι μεταξύ των ελάχιστα ή καθόλου θρησκευόμενων η κατάσταση δεν ανατρέπεται ολοκληρωτικά, αλλά υπάρχει ένα 40% που δεν εντάσσεται στους ανεκτικούς, σημαίνει ότι δεν πρέπει να κάνουμε το λάθος να ταυτίζουμε αυτόματα την έλλειψη θρησκευτικότητας με υψηλή ανεκτικότητα, όσο και αν φαίνεται ότι ισχύει το αντίθετο, ότι δηλαδή υψηλή θρησκευτικότητα και ανοχή δεν συμβαδίζουν. Αντίστοιχες οφείλουν, προφανώς, να είναι οι επιφυλάξεις και στη σχέση ανοχής και τοποθέτησης στην κλίμακα Αριστεράς-Δεξιάς.

 

Ο βαθμός ανοχής μιας κοινωνίας, δείκτης της προόδου της

Συνοψίζοντας, τόσο η συμφωνία απέναντι στην εξίσωση των οικογενειακών δικαιωμάτων των ατόμων του ιδίου φύλου όσο και γενικότερα η ανεκτικότητα και η δυναμική της ανοχής είναι ακόμα μειοψηφικές στην Ελλάδα. Νεότερες ηλικίες, άνθρωποι υψηλού εκπαιδευτικού επιπέδου που αναγνωρίζονται στην Αριστερά είναι τα περισσότερο ανεκτικά τμήματα της ελληνικής κοινωνίας. Στον αντίποδα βρίσκονται άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και χαμηλότερου εκπαιδευτικού επιπέδου, καθώς και όσοι αυτοτοποθετούνται στη Δεξιά και την Άκρα Δεξιά. Ταυτόχρονα, ανοχή και θρησκευτικότητα φαίνεται να βρίσκονται σε αντίθετες όχθες, με τις γέφυρες μεταξύ τους να είναι, ακόμα, ποσοτικά αδύναμες.

Εντέλει, όσο και αν οι σχέσεις μεταξύ των ανωτέρω μεταβλητών πρέπει να διερευνηθούν περαιτέρω και σε μεγαλύτερο (αιτιακό) βάθος, κάτι που υπερβαίνει τους σκοπούς του συγκεκριμένου κειμένου, καθίσταται προφανές από την προκαταρκτική ανάλυση των διαθέσιμων ερευνητικών δεδομένων ότι το θέμα της ανοχής γενικότερα και της θεσμικής αναγνώρισης των σχέσεων μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου ειδικότερα εντάσσεται σαφώς σε «ζωντανές» διαιρέσεις. Το τελευταίο, σε συνδυασμό με τη παρεμβατικότητα της Εκκλησίας στη δημόσια σφαίρα, εξηγεί με πολιτικούς (και εκλογικούς) όρους, την ύπαρξη εντός της κυβέρνησης της τάσης όχι άμεσης συμμόρφωσης με μια δικαστική απόφαση, την οποία η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να υιοθετήσει: κάτι τέτοιο θα αποξένωνε τη Ν.Δ. από παραδοσιακά τμήματα της εκλογικής της βάσης.

Εγείρονται, συνεπώς, ζητήματα τόσο εσωτερικών κοινωνικών σχέσεων όσο και σχέσεων της Ελλάδας με την Ευρώπη, τις παραδόσεις και τα κεκτημένα της. Μία, βασισμένη σε μικροπολιτικές σκοπιμότητες, à la carte σχέση με τα τελευταία δεν έχει κάτι να προσφέρει, ειδικά όταν εμπεριέχει τη μη συμμόρφωση σε συμβατικές υποχρεώσεις.

Ταυτόχρονα, η παρεμβατικότητα της Εκκλησίας στα δημόσια και πολιτειακά πράγματα με αφορμή το σύμφωνο συμβίωσης, εγείρει για μια φορά ακόμη το ζήτημα του επαναπροσδιορισμού της ίδιας της «συμβίωσης» μεταξύ του ελληνικού κράτους και της ελληνικής Εκκλησίας. Η τελευταία, ως μια οιονεί «κρατική» Εκκλησία,23 αισθάνεται την άνεση να τοποθετείται σε ζητήματα που αφορούν πολιτειακές ρυθμίσεις, με μια απομονωτική λογική που δεν αναγνωρίζει τελικά σε κάθε άνθρωπο το (χριστιανικό) «δικαίωμα στην ψυχή του» και στην πολιτεία το δικαίωμα να ορίζει σύμφωνα με κανόνες δικαίου τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Δεν αναγνωρίζει, δηλαδή, τη θεμελιώδη νεωτερική διάκριση μεταξύ πιστού και πολίτη. Σε κάθε περίπτωση, ο βαθμός ανοχής μιας κοινωνίας είναι δείκτης της ποιότητας των σχέσεων μεταξύ των μελών της, δηλαδή δείκτης της προόδου της και, ακόμα και σε κοινωνίες με ισχυρή σχέση με την εκκλησία (συμπεριφορική και όχι μόνο), όπως η Ελλάδα, υψηλή θρησκευτικότητα και υψηλή ανοχή δεν θα έπρεπε να είναι ασύμβατες, όπως πιθανότατα θα υποστήριζε η Αμερικανίδα φεμινίστρια κληρικός των αρχών του 20ού αιώνα.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 09 (01.2014)