η φουτουριστική «υποταγή» του μισέλ ουελλμπέκ: ανεύθυνη κινδυνολογία ή πολιτική σάτιρα επιστημονικής φαντασίας;

 

Michel Houellebecq, «Soumission», Flammarion, Παρίσι 2015

Γιώργος Η. Σπανός

 

Γαλλικές Προεδρικές Εκλογές 2022: τα κομματικά επιτελεία δεξιών και σοσιαλιστών, μετά τα απογοητευτικά ποσοστά των υποψηφίων τους, συμφωνούν να υποστηρίξουν από κοινού για επόμενο ένοικο των Ηλυσίων Πεδίων τον μετριοπαθή και επιδέξιο υποψήφιο Μωάμεθ Μεν Αμπές, γιο Τυνήσιου μπακάλη και μοναδικό αντίπαλο της δημοφιλούς ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν για την Προεδρία, με στόχο να εμποδίσουν την εκλογή της τελευταίας. Η συμμαχία των παραδοσιακών κομμάτων φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα: μετά τη λήξη της δεύτερης και καταστροφικής θητείας του Ολάντ, ο μουσουλμάνος υποψήφιος εκλέγεται τελικώς Πρόεδρος της Γαλλίας και αιφνιδιάζει τους πάντες, καθώς την επομένη της εκλογής του επιβάλλει τη σαρία, καθιερώνει την πολυγαμία και καταργεί τη θρησκευτική ελευθερία σε ολόκληρη τη γαλλική επικράτεια. Στις γυναίκες απαγορεύεται κάθε πρόσβαση στην αγορά εργασίας ως μέτρο καταπολέμησης της ανεργίας, τεράστια κεφάλαια από τις πετρελαϊκές μοναρχίες του Περσικού Κόλπου δίνουν την απαραίτητη ένεση ζωής στη γαλλική οικονομία, ενώ η κυβέρνηση διαπραγματεύεται με τους εταίρους την ένταξη των μουσουλμανικών χωρών της Μεσογείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο όχι πολύ μακρινό ζοφερό αυτό κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον παρακολουθούμε την καθημερινή ζωή του Φρανσουά, καθηγητή της Σορβόννης, με ειδικότητα στη λογοτεχνία του 19ου αιώνα, αλκοολικού εργένη που ζει σ’ έναν ουρανοξύστη σε προάστιο της γαλλικής πρωτεύουσας υπό συνθήκες ημιεγκατάλειψης αναζητώντας περιστασιακές συντρόφους και τρεφόμενος αποκλειστικά με έτοιμο φαγητό που το ξαναζεσταίνει στον φούρνο μικροκυμάτων. Με απειλή την απόλυση, προσχωρεί στο Ισλάμ για να δει τις αποδοχές από το Ισλαμικό πλέον Πανεπιστήμιο της Σορβόννης να αυξάνονται εντυπωσιακά ενώ, ως μπόνους, αποκτά τρεις συζύγους, εκ των οποίων η νεότερη είναι μόλις 15 ετών.

 

Αν και, κατά γενική ομολογία, το πλέον μέτριο συγγραφικά από τα έξι μυθιστορήματά του, η Υποταγή (Soumission) του αμφιλεγόμενου Μισέλ Ουελλμπέκέκανε αναπάντεχα εντυπωσιακή έξοδο στη γαλλική αγορά βιβλίου στις 7 Ιανουαρίου 2015, συμπίπτοντας χρονικά με την τρομοκρατική επίθεση στο σατιρικό περιοδικό Charlie Hebdo, του οποίου το εξώφυλλο φιλοξενούσε καρικατούρα του συγγραφέα ντυμένου μάγου να αποφαίνεται προφητικά: «Το 2015 έχασα τα δόντια μου, το 2022 θα νηστεύω για το Ραμαζάνι». Ελάχιστες ώρες αργότερα, τα γραφεία του περιοδικού έγιναν στόχος τής πιο πολύνεκρης τρομοκρατικής επίθεσης που έχει δεχτεί η χώρα από την εποχή του πολέμου της Αλγερίας, με απολογισμό δεκαεπτά νεκρούς, εκτοξεύοντας το συγκεκριμένο τεύχος του περιοδικού σε ένα αστρονομικό τιράζ και το βιβλίο στην κορυφή των γαλλικών και όχι μόνο μπεστ σέλερ. 

Η Υποταγή είναι κατά βάση σατιρικό μυθιστόρημα, το κωμικό στοιχείο επικρατεί, όπως λιγότερο ή περισσότερο σ’ όλα τα κείμενα του Γάλλου συγγραφέα, ίσως αυτή τη φορά λίγο περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως: το χιούμορ είναι για τον Ουελλμπέκ, γι’ άλλη μια φορά, το πιο πολύτιμο εκφραστικό εργαλείο, σαν τη σεμνότητα ή την ευγένεια όταν βρίσκεται κανείς σε απόγνωση. Εξίσου εύκολα αναγνωρίζουμε και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τόσο της γραφής όσο και της θεματολογίας του: ειρωνεία και σαρκασμός, στα όρια σχεδόν της διαστροφής, υφαίνουν μια αρκετά δυνατή αφήγηση, μια σχεδόν σχολαστική περιγραφή. Φράσεις καθαρές, ευδιάκριτες, σχεδιασμένες με δεξιοτεχνία, αίσθηση του διαλόγου και του παραλόγου, αποσπάσματα ολόκληρα γεμάτα φιλοσοφικές αναζητήσεις και στοχασμούς, όλα σε μια γλώσσα σχεδόν χυδαία. Ακόμη πιο οικεία στον αναγνώστη τα διαχρονικά θέματα της σεξουαλικής επιθυμίας, της πορνείας, του κάθε μορφής ηδονισμού (που συχνά παραπέμπει σ’ έναν διακριτικό μισογυνισμό), αλλά και της πολιτικής, του σύγχρονου αστού, διανοουμένου και μη, η αγωνία αλλά και η συμφιλίωση με τον θάνατο, η βαθιά αλλοτρίωση της γαλλικής και γενικότερα της δυτικής κοινωνίας, το Ισλάμ και η απειλή που αντιπροσωπεύει. Ωστόσο, συνεπής στη φήμη του ως αιρετικού, αδιαφορεί για τους τζιχαντιστές του μίσους και του φανατισμού και δείχνει μια ανεξήγητη ανησυχία για το μετριοπαθές αλλά όχι λιγότερο επικίνδυνο Ισλάμ, εκείνο που σιγά σιγά και αποφασιστικά διαβρώνει τη γαλλική κοινωνία, ακριβώς όπως η ανατρεπτική κεντρική ιδέα διατρέχει ολόκληρο το μυθιστόρημα, ότι η ευτυχία και η ευδαιμονία του ανθρώπου θα πρέπει εντέλει να αναζητηθούν στην πιο απόλυτη και άνευ όρων υποταγή του.

Κρίνοντας από την εμπορική επιτυχία του Ουελλμπέκ στο εξωτερικό, ο περισσότερο μεταφρασμένος εν ζωή Γάλλος συγγραφέας χαίρει αναμφίβολα μεγαλύτερης εκτίμησης εκτός συνόρων. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε παραπάνω από 30 γλώσσες και σε μια συνέντευξή του πριν από κάμποσα χρόνια στο περιοδικό Lire διαμαρτυρήθηκε αυτάρεσκα πως «όταν ταξιδεύει, οι τουρίστες τον αναγνωρίζουν, ακριβώς όπως συμβαίνει μ’ έναν διεθνούς φήμης ηθοποιό». Οι Αγγλοσάξονες ιδιαίτερα, αγαπούν τον κοσμοπολιτισμό και την έπαρσή του, την απαξίωση που δείχνει για τις αδυναμίες του σύγχρονου Ευρωπαίου, πρωτίστως όμως εκτιμούν τη λιτή και συνάμα τολμηρή γραφή του, που μεταφράζεται χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες στην αγγλική γλώσσα. Ευτυχώς ο Αλμπέρ Καμύ δεν θα μάθει ποτέ για το εγκώμιο που έπλεξε στον Μισέλ Ουελλμπέκ ο Αμερικανός εκδότης του Random House, αποκαλώντας τον ως «τον σημαντικότερο Γάλλο μυθιστοριογράφο μετά τον Καμύ».

Αντίθετα, στη Γαλλία, το καινούργιο 320σέλιδο πολιτικό παραμύθι των εκδόσεων Flammarion έγινε αποδέκτης εξόχως αντιφατικών σχολίων προτού καν κυκλοφορήσει. Σύσσωμο σχεδόν το γαλλικό λογοτεχνικό κατεστημένο τον κατηγόρησε για ένα ακόμη ισλαμοφοβικό μυθιστόρημα, αυτή τη φορά χωρίς ιδιαίτερη λάμψη, που αναπαράγει επικίνδυνες ηθικολογίες και συντηρεί ένα κλίμα συλλογικού ρατσιστικού φόβου στους Γάλλους πολίτες. Για τo έγκυρο Monde des Livres, «το βιβλίο προκαλεί ναυτία», είναι ένας «λεκές που λερώνει όποιον το διαβάσει». Ο δημοσιογράφος Φιλίπ Λανσόν, από τους επιζώντες της τρομοκρατικής επίθεσης, έγραφε στη Libération την παραμονή της κυκλοφορίας του βιβλίου ότι πρόκειται για ένα αδιάφορο κείμενο χαμηλής αξιοπιστίας και με εμφανή τα σημάδια λογοτεχνικής κόπωσης. Αντίθετα, για μια μειοψηφία λογοτεχνών και κριτικών, το τελευταίο βιβλίο του Ουελλμπέκ είναι έργο εκπληκτικής μυθιστορηματικής συνοχής, εφάμιλλο του 1984 του Όργουελ ή του Νησιού του Άλντους Χάξλεϋ.

Ο Μισέλ Ουελλμπέκ είναι μάλλον αντιπαθής στους συμπατριώτες του. Τον θεωρούν μηδενιστή, μισογύνη και απόστολο ενός κακόγουστου σεξουαλικού καπιταλισμού. Ακόμη δεν του συγχωρούν ότι για πολλά χρόνια δεν ζούσε μόνιμα στη Γαλλία, αλλά μοίραζε τον χρόνο του με τη δεύτερη γυναίκα του Μαρί-Πιερ Γκωτιέ και τον σκύλο του Κλεμάν μεταξύ Ιρλανδίας και Ισπανίας, κυρίως για να αποφεύγει τη γαλλική εφορία. Οι αριστεροί τού προσάπτουν ότι έχει θέσει το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του στη διάθεση ακροδεξιών δημαγωγών και τις απόψεις του ως πνευματική τροφή στο στόμα υπερσυντηρητικών, αν όχι νεοφασιστικών, πολιτικών. Οι δεξιοί, αν και συμφωνούν εύλογα με επιμέρους τοποθετήσεις του, ιδίως όσον αφορά τους κινδύνους που διατρέχει η σημερινή γαλλική κοινωνία από το Ισλάμ και τη λαθρομετανάστευση, είναι πολύ φειδωλοί και προσπαθούν να μην ταυτιστούν με τις συχνά εκκεντρικές δημόσιες εκδηλώσεις και πολεμικές του. Το 2002, για παράδειγμα, πέντε μουσουλμανικές οργανώσεις της χώρας έστειλαν τον Ουελλμπέκ στο εδώλιο του κατηγορουμένου επειδή σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει έναν χρόνο νωρίτερα είχε αποκαλέσει το Ισλάμ την «πιο ηλίθια θρησκεία». Ωστόσο όλοι σχεδόν, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, συμφωνούν ότι το «κακό παιδί» της σημερινής λογοτεχνικής σκηνής διαθέτει ταλέντο και μια εξαιρετικά πληθωρική προσωπικότητα, όπως απέδειξε άλλωστε και η βράβευσή του το 2010 με τη μεγαλύτερη λογοτεχνική διάκριση των γαλλικών γραμμάτων, το βραβείο Goncourt, για το αυτοβιογραφικό Ο χάρτης και η επικράτεια (La Carte et le territoire) που θεωρείται το μικρό αριστούργημά του.

Αμέσως μετά την επίθεση της 7ης Ιανουαρίου ο εκδοτικός οίκος Flammarion εκκενώθηκε με εντολή της αστυνομίας και τέθηκε σε εικοσιτετράωρη προστασία «λόγω της μεγάλης δημοσιότητας που είχε λάβει η κυκλοφορία ενός βιβλίου που σατίριζε το Ισλάμ». Ο εκπρόσωπος του Ουελλμπέκ ανακοίνωσε ότι η εκστρατεία προώθησης του βιβλίου διακόπτεται επ’ αόριστον, ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας, πιθανόν ένας από τους προσεχείς στόχους των τρομοκρατών, εγκατέλειψε το Παρίσι. Υποταγμένος στο πεπρωμένο, όπως υποδηλώνει ο τίτλος του βιβλίου του –Ισλάμ στα αραβικά σημαίνει «υποταγή στον Αλλάχ»–, αποσύρθηκε για να ξεκουραστεί στην εξοχή και να ξεπεράσει το σοκ από την απώλεια ενός στενού του φίλου που έπεσε θύμα της απόπειρας, αφού προηγουμένως είχε φροντίσει φυσικά να παραχωρήσει αρκετές συνεντεύξεις και τηλεοπτικές εμφανίσεις, ώστε να διατηρήσει το βιβλίο για πολύ καιρό στο επίκεντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 22 (02.2015)